Σάββατο 9 Μαΐου 2009

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ-ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ-ΚΙΝΗΣΕΙΣ

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

ΑΣ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΣ !

ΔΕΝ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ!

Στις εκλογές αντιπροσώπων για το 14ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ

Την Τρίτη12 Μάη στη ΛΑΡΙΣΑ ψηφίζουμε

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

- ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΛ ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΠΕ02

- ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ ΠΕ11

- ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΛ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ ΠΕ09

- ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΛ ΠΛΑΤΥΚΑΜΠΟΥ ΠΕ03

Kαλούμε κάθε άγρυπνη ψυχή, κάθε ανυπότακτη συνείδηση, κάθε ΔAΣKAΛO να πάρει τις ευθύνες του απέναντι στη νέα γενιά και OΛOI MAZI, χωρίς να εγκαταλείψουμε τις ιδιαίτερες πολιτικές μας απόψεις, να χτίσουμε ένα γερό Mέτωπο για την ΠAIΔEIA και την EPΓAΣIA, αλλά και τη ΔHMOKPATIA, ένα μέτωπο ΔPAΣHΣ, ANTIΣTAΣHΣ και ΔIEKΔIKHΣHΣ.

Αγωνιζόμαστε :

· Για Ενιαίο 12χρονο δωρεάν δημόσιο σχολείο που θα το τελειώνουν όλα τα παιδιά που βρίσκονται στη χώρα μας, μέχρι τα 18 τους χρόνια., που θα έχει βελτιωμένο επίπεδο γενικών γνώσεων και θα αναπτύσσει την κριτική σκέψη , ώστε τα παιδιά να κατανοούν τους νόμους κίνησης της φύσης και της κοινωνίας

· Για τα τοπικά προβλήματα, την ωρομίσθια που ογκούται, τα κενά, τις αποσπάσεις.

· Για την επιμόρφωση και την αυτομόρφωση.

· Για την ενότητα των εργαζομένων της εκπαίδευσης και την έξοδο μας στην κοινωνία.

· Για τις νέες συναδέλφισσες και συναδέλφους, τη νέα βάρδια που φτάνει μόνη και αβοήθητη στην τάξη.

· Για να μεταφέρουμε τον αέρα των αγώνων και την αυτοπεποίθηση της συλλογικότητας στις τάξεις.

· Για να θωρακιστούμε απέναντι στην ελαστική εργασία και την επερχόμενη επέλαση των βαρβάρων της αγοράς στα σχολεία.

· Για την εγγραφή και ισότιμη συμμετοχή όλων των ωρομισθίων στα σωματεία.

· Για την ανατροπή του μισθολογίου-φυλακής και την έξοδο απ’ αυτό.

· Για ουσιαστικές αυξήσεις στο σύνολο των αποδοχών μας, ώστε να φθάνουν τα 1.400 ευρώ καθαρά στο νεοδιόριστο, ώστε να ζούμε με αξιοπρέπεια από το μισθό μας.

· Για πλήρη σύνταξη στα 30 χρόνια υπηρεσίας ίση με το 80% του τελευταίου μισθού.

· Για πλήρη υγειονομική και φαρμακευτική δωρεάν περίθαλψη.

· Για να συντριβεί ο επιθεωρητισμός της υποταγής και της χειραγώγησης. Yπερασπιζόμαστε την εργασιακή δημοκρατία με κύριο όργανο σε κάθε σχολείο το σύλλογο διδασκόντων, ανεξάρτητο και ελεύθερο.

· Για να ακυρώσουμε στην πράξη κάθε προσπάθεια εφαρμογής των νόμων της αξιολόγησης. Kανείς αξιολογητής στο σχολείο!

για μια ΟΛΜΕ που σκέφτεται, οργανώνει,

παρεμβαίνει, ενώνει και αγωνίζεται

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ-ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ-ΚΙΝΗΣΕΙΣ

[Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 6978997235,Α.ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ 6974508076]

(www.paremvaseis.org)

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

αφισσακι ανταρσυα Λαρισας 12-Μάη



ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ
Τρίτη 12 Μάη Χατζηγιάννειο 8:00 μ.μ. 3ος οροφος

Ανάλυση των θέσεων της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.
Η Πολιτική διακήρυξη για τις Ευρωεκλογές

από τους Δεσύλλα Δημήτρη πρώην ευρωβουλευτή

και Δρίτσα Σπύρο Γιατρό

νερό-εμπορευματοποιηση κοινωνικών αγαθών

Νικόπολη: μια σύγχρονη εργατούπολη, μια συνοικία της Θεσ/νίκης πέρα από τον περιφερειακό δρόμο, στην οποία οι πλειοψηφία των κατοίκων είναι εργάτες, Έλληνες και μετανάστες. Μια συνοικία που αναπτύχθηκε ταχύτατα τα τελευταία χρόνια και λόγω των σχετικά χαμηλών τιμών των διαμερισμάτων αποτέλεσε πόλο έλξης, κυρίως για τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αλλά και μια συνοικία όπου η μόλυνση του περιβάλλοντος από τα γειτονικά εργοστάσια συνδυάζεται με την έλλειψη βασικών υποδομών παιδείας, υγείας, πρόνοιας ακόμη και πόσιμου νερού.
Όποιος κατοικεί στη Νικόπολη αναγκάζεται καθημερινά είτε να μεταφέρει νερό από αλλού, είτε να αγοράζει εμφιαλωμένο νερό ακόμα και για το μαγείρεμα, γιατί η Νικόπολη υδροδοτείται από ιδιωτική γεώτρηση, το νερό της οποίας βρέθηκε από μετρήσεις του Γενικού Χημείου του κράτους να έχει υψηλά ποσοστά φυτοφαρμάκων και άλλων χημικών ουσιών, αποτέλεσμα της χρόνιας λειτουργίας του χημικού εργοστασίου “ΔΙΑΝΑ” στην περιοχή. Κι όλοι έλπιζαν ότι θα τελείωνε το μαρτύριο του “νεροκουβαλητή”, όταν η περιοχή θα συνδεόταν με το δίκτυο της Ε.Υ.Α.Θ…
Το δίκτυο ήρθε και μαζί με αυτό η πρώτη ψυχρολουσία. Τα έντυπα σύνδεσης που έφτασαν σε κάθε σπίτι ενημέρωναν τους κατοίκους της Νικόπολης ότι τα υδρόμετρa, αξίας 300€, που είχαν για τη σύνδεσή τους με την ιδιωτική εταιρία πρέπει να αντικατασταθούν με άλλα –πιθανόν ολόιδια– και κάθε νοικοκυριό να δώσει άλλα 300-400€ μέσο όρο για να συνδεθεί στο δίκτυο της Ε.Υ.Α.Θ.
Στον καπιταλισμό και το ΝΕΡΟ
δεν είναι δικαίωμα αλλά πηγή κέρδους!
Η περίπτωση της Νικόπολης, όπως και άλλων νέων γειτονιών της Θεσ/νίκης είναι απλά ενδεικτική του τι μας επιφυλάσσουν οι κρατούντες ακόμη και σε στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα, όπως η πρόσβαση στο νερό.
Γιατί η εδώ και μερικά χρόνια εισηγμένη στο χρηματιστήριο Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε. λειτουργεί ήδη με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Σύμφωνα δε με δηλώσεις και της ίδιας της εταιρίας αλλά και κυβερνητικών στελεχών προωθείται η πλήρης ιδιωτικοποίησή της. “Η διερεύνηση της δυνατότητας εισόδου στρατηγικού επενδυτή στην Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης Α.Ε. αποσκοπεί στη μακρόπνοη ενίσχυση του αναπτυξιακού ρόλου της εταιρείας, ενώ παραμένουν εν ισχύ οι βασικοί άξονες της κυβερνητικής πολιτικής για την Ε.Υ.Α.Θ.: τα συμφέροντα των καταναλωτών, τα συμφέροντα της εταιρείας και των εργαζομένων και η συμβολή στην ενίσχυση της εθνικής οικονομίας”, δηλώνει ανερυθρίαστα ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης, Σταύρος Καλαφάτης. Τι θα γίνει όμως στην περίπτωση που τα συμφέροντα της εταιρίας επιβάλουν μια άλλη τιμολογιακή πολιτική; Και ο στρατηγικός επενδυτής που επικαλείται ο κος υπουργός έχει δείξει παγκοσμίως ότι «νυν υπέρ πάντων το κέρδος».
Όπως είναι γνωστό ήδη ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών της Ε.Υ.Α.Θ. το κατέχουν ιδιώτες επενδυτές και εταιρίες, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει η γαλλική πολυεθνική “SUEZ”, που φιλοδοξεί μάλιστα να αγοράσει ένα σημαντικό πακέτο μετοχών και να γίνει ο στρατηγικός επενδυτής στην Ε.Υ.Α.Θ. (και κατόπιν στην Ε.Υ.Δ.Α.Π. και τις εταιρείες ύδρευσης της Πάτρας και του Ηρακλείου). Αυτό που δεν είναι γενικά γνωστό είναι ότι η SUEZ, όπου έχει δραστηριοποιηθεί, από την Αργεντινή μέχρι τη διπλανή μας Σόφια, εφαρμόζει το τρίπτυχο: ελλιπής συντήρηση δικτύου, περικοπές στο προσωπικό και υπέρογκη αύξηση τιμολογίων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το σωματείο εργαζομένων στην Ε.Υ.Α.Θ., «η SUEZ είναι ένας παγκόσμιος κολοσσός που έχει αναλάβει συμβόλαια ιδιωτικοποίησης νερού σε 130 χώρες κι ευθύνεται για τεράστια οικονομικά σκάνδαλα και δυσβάσταχτα τιμολόγια. Επίσης,αφήνει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον κόσμο χωρίς πόσιμο νερό ή με χειρότερες υπηρεσίες, ενώ ευθύνεται και για τη δηλητηρίαση πληθυσμών λόγω ελλιπούς συντήρησης». Αποτέλεσμα μάλιστα αυτής της πολιτικής της συγκεκριμένης εταιρείας είναι η εξέγερση των «διψασμένων καταναλωτών» στην Αργεντινή αλλά και η απόφαση της δημοτικής αρχής του Παρισιού για το διωγμό της SUEZ και την επανακρατικοποίηση της εταιρείας ύδρευσης της πόλης. Να λοιπόν ποιος θα φροντίζει για «τα συμφέροντα των καταναλωτών και των εργαζόμενων» στην πόλη μας!
Είναι αδιανόητο ένα φυσικό αγαθό, που η φύση προσφέρει απλόχερα να μπαίνει στον Προκρούστη των οικονομικών μεγεθών και των συμφερόντων. Το νερό δεν το παράγουν, το διανέμουν και όλοι εμείς πληρώνουμε φόρους για να μπορεί να συντηρείται και να παρέχεται με ασφάλεια σε όλους.
Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και το γεγονός ότι η περιοχή της Αραβυσού, απ’ όπου αντλείται μέρος του αναγκαίου για τη Θεσ/νίκη νερού, έχει ήδη καταστραφεί ενώ ιδιωτική εταιρεία ελέγχει και το διυλιστήριο νερού στον Αλιάκμονα (αλλά και το βιολογικό καθαρισμό στο Καλοχώρι), τίθεται ένα ακόμη φλέγον ερώτημα:
Τι νερό θα πίνουμε; Πόσο καθαρό και ασφαλές για την υγεία μας είναι;
Εκτός από τη λειτουργία των βιομηχανιών αλλά και τα γεωργικά λιπάσματα που μολύνουν τον υδροφόρο ορίζοντα, η διαχείριση του δικτύου ύδρευσης, αλλά και του βιολογικού καθαρισμού από ιδιώτες θέτει υπό αμφισβήτηση την ποιότητα του παρεχόμενου νερού. Ο ιδιώτης θα ενδιαφέρεται για τα κέρδη του και όχι για την υγεία του κόσμου!
Άλλωστε, όπως φαίνεται και από την περίπτωση του Ασωπού ποταμού, οι κυβερνώντες μπροστά στα κέρδη απλά …κλείνουν τα μάτια! Δε φροντίζουν ούτε καν την υγεία των καταναλωτών να προστατέψουν με τη θέσπιση ορίων που θα καθιστούσαν το νερό απολύτως καθαρό και ασφαλές για κατανάλωση. Σύμφωνα και με δηλώσεις επιστημόνων ο νόμος δεν έχει συμπεριλάβει πολλές καρκινογόνες ουσίες στους δείκτες καταλληλότητας του νερού, ενώ σε άλλες τα όρια είναι τέτοια που δικαιολογούν τη μόλυνση. Ενδεικτικό παράδειγμα: το νερό της Νικόπολης περιέχει 48% νιτρικά και παρόλο που το όριο είναι 50% οι χημικοί δε συνιστούν να το πίνουμε, ούτε καν να μαγειρεύουμε μ’ αυτό.
Γίνεται λοιπόν φανερό ότι όλοι εμείς οι κάτοικοι αυτής της πόλης για τον πωλητή-κράτος και τον αγοραστή-ιδιωτική εταιρεία δεν είμαστε τίποτα παραπάνω από καταναλωτές ενός αμφίβολης ποιότητας αλλά όλο και πιο ακριβού προϊόντος. Κοινός τους στόχος (όπως και στην Ολυμπιακή, τα ΕΛ.ΤΑ., τον Ο.Σ.Ε. και γενικά το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας) η εισροή κάποιου (ευτελούς για την πραγματική αξία της Ε.Υ.Α.Θ.) ποσού στον κρατικό προϋπολογισμό και η αποκόμιση μεγάλων κερδών για τη SUEZ, από τη μείωση τους κόστους και την αύξηση των τιμολογίων.
Αυτό δεν πρέπει να το ανεχτούμε. Πρέπει να δηλώσουμε με κάθε τρόπο την απόφασή μας ΝΑ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΓΙΑ ΦΘΗΝΟ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΟ ΝΕΡΟ. Μόνο η δική μας αντίδραση, μπορεί να ανατρέψει αυτή την πολιτική που απομυζά με κάθε τρόπο τον ιδρώτα των εργαζόμενων, τους στερεί και τα πιο στοιχειώδη ακόμη δικαιώματα και θυσιάζει στο βωμό του κέρδους το περιβάλλον. Σήμερα στη Νικόπολη, αύριο σ’ όλη τη Θεσ/νίκη, οι εργαζόμενοι και η νεολαία της πόλης μπορούμε να συζητήσουμε το πρόβλημα, να οργανώσουμε τους αγώνες και να απαιτήσουμε:
· ΝΑ ΜΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΘΕΙ Η Ε.Υ.Α.Θ. - Επανακρατικοποίηση και έξοδός της από το χρηματιστήριο .
· Λειτουργία της Ε.Υ.Α.Θ. αποκλειστικά με κριτήρια τις κοινωνικές ανάγκες και το σεβασμό στο περιβάλλον
· Εργατικός και κοινωνικός έλεγχος σ’ όλα τα επίπεδα λειτουργίας, προγραμματισμού, διεύθυνσης, διάρθρωσης των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης,
· Κατάργηση κάθε εργολαβίας (από την παροχή νερού, ως τη συντήρηση του δικτύου) και πρόσληψη του αναγκαίου επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού
· Έλεγχος όλων των βιομηχανιών που μολύνουν την περιοχή. Εξυγίανση του εδάφους στη ΔΙΑΝΑ και να αποδοθεί στους κατοίκους της Νικόπολης


ΑΝΤικαπιταλιστική ΑΡιστερή ΣΥνεργασία για την Ανατροπή
Δυτικής Θεσ/νίκης (antarsyastadytika@gmailcom)

οχι στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας

ΟΧΙ στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας
Για μια ακόμη φορά η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να ξεπουλήσει την Δημόσια περιουσία των ΔΕΚΟ και τον οργανισμών κοινής ωφέλειας. Με πρόσχημα αυτή την φορά και την οικονομική κρίση και τις εισπρακτικές ανάγκες προχωράει στο ξεπούλημα της Ολυμπιακής, των ΕΛΤΑ, του ΟΣΕ, των λιμανιών, της Δημόσιας Ύδρευσης κλπ. Στους Δήμους μια σειρά από υπηρεσίες περνάνε στους ιδιώτες είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Προσκολλημένοι στις Νεοφιλελεύθερες εμμονές τους Κυβέρνηση – ΕΕ – ΔΝΤ συνεχίζουν το καταστροφικό έργο της αρπαγής του δημόσιου πλούτου, ακόμη και τώρα που η διάλυση που φέρνουν οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν εξαναγκάσει σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και κυβερνήσεις ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων να επανακρατικοποιούν άρον-άρον (πχ Ύδρευση στο Παρίσι, τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες σε ΗΠΑ, Μ. Βρετανία κλπ)
Όχι στις απολύσεις και την ελαστική εργασία.
Όχι στις αυξήσεις των τιμολογίων.
Η συνταγή των Golden Boys σε όλες τις ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες είναι ίδια και απαράλλακτη. Μαζικές απολύσεις του πιο έμπειρου και παραγωγικού προσωπικού (με εθελούσιες εξόδους, αλλά και άμεσες απολύσεις) με το πρόσχημα του κόστους, χειροτέρευση των εργασιακών σχέσεων και μείωση των μισθών είτε με την επιβολή νέων συμβάσεων, είτε με εκτεταμένη χρήση εργολαβιών και ενοικίασης εργαζομένων.
Οι παρεχόμενες υπηρεσίες πάντα γίνονται ακριβότερες και χειρότερες. Οι «μη κερδοφόροι» κλάδοι. δηλαδή σχεδόν κάθε υπηρεσία που με βάση τις κοινωνικές ανάγκες παρέχεται ασχέτως κόστους (άγονες γραμμές, υποδομές σε απομακρυσμένες περιοχές, κλπ) είτε καταργούνται είτε εξαιρούνται από την ιδιωτικοποίηση (οδηγούμενες στον μαρασμό) για να μην «φορτωθούν» στου νέους μετόχους. Τα μερίσματα των μετόχων είναι η μέγιστη προτεραιότητα και οι αυξήσεις των τιμολογίων παρουσιάζεται πάντα σαν μονόδρομος. Μαζί με τους μετόχους μια πλειάδα «στελεχών», εργοληπτών και προμηθευτών κερδοσκοπούν ασύστολα σε βάρος και των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ και τις άλλες υπηρεσίες, αλλά και του συνόλου της κοινωνίας που πληρώνει περισσότερο για λιγότερες και χειρότερες υπηρεσίες.
Επανακρατικοποίηση και εργατικός έλεγχος των ΔΕΚΟ και των τραπεζών
Απέναντι στους μονόδρομους της αγοράς απαντάμε με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Κάθε ιδιωτικοποίηση σημαίνει αρπαγή του δημόσιου – κοινωνικού πλούτου. Η αποδοχή των «νόμων της αγοράς» υπονομεύει το μέλλον το δικό μας και των παιδιών μας. Απαιτούμε όλες οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (συγκοινωνίες, ενέργεια, επικοινωνίες, φάρμακα , υγεία κλπ) να είναι αποκλειστικά δημόσιες και με εργατικό έλεγχο. Να σταματήσει τώρα το ξεπούλημα της Ολυμπιακής, του ΟΣΕ, της ΕΥΑΘ, των ΕΛΤΑ, των λιμανιών. Να επανακρατικοποιηθούν όσες ΔΕΚΟ έχουν ιδιωτικοποιηθεί. Δημόσιο τραπεζικό σύστημα με εργατικό έλεγχο χωρίς αποζημίωση των ληστρικών ιδιωτικών και «κρατικών» τραπεζών. Να καταργηθεί ο νόμος για τις ΣΔΙΤ και να ακυρωθούν όλες οι σχετικές συμβάσεις.
Να καταργηθούν οι αντεργατικοί νόμοι, οι εργολαβίες, οι ενοικιάσεις εργαζομένων και οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Σταθερές εργασιακές σχέσεις για όλους τους εργαζόμενους.

ΑΝΤικαπιταλιστική ΑΡιστερή ΣΥνεργασία για την Ανατροπή
Δυτικής Θεσ/νίκης (antarsyastadytika@gmailcom)

Παρεμβασεις ,κινήσεις,συσπειρώσεις στην εκπαίδευση

Παρεμβάσεις Κινήσεις Συσπειρώσεις Π.Ε.

Ό,τι ονειρευόμαστε δε χτίζεται σε μια παλάμη που ζητιανεύει,
αλλά σ΄αυτήν που σφίγγεται σε μια γροθιά
η αναμέτρηση με την αντιλαϊκή και αντιεκπαιδευτική πολιτική συνεχίζεται


ΕΝΙΣΧΥΣΕ ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΤΑΞΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. Λάρισας

Στους αγώνες και στις ευρωεκλογές να κάνουμε ΑΝΤΑΡΣΥΑ!
H ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., η Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία για την Ανατροπή, γεννήθηκε μέσα από δεκάδες λαϊκές συνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν σε όλη την Ελλάδα και στην μεγάλη συγκέντρωση στο Σπόρτιγκ στις 31 Γενάρη, αμέσως μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη. Συγκροτήθηκε στις 22 Μάρτη, με την συμμετοχή δυνάμεων, αγωνιστών και αγωνιστριών της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής, κομμουνιστικής αριστεράς και της ριζοσπαστικής οικολογίας και δίνει το παρών με ψηφοδέλτιο στις ευρωεκλογές.
Είναι αποτέλεσμα της ενότητας που χτίστηκε μέσα στις μεγάλες μάχες της προηγούμενης περιόδου από δυνάμεις, αγωνιστές και αγωνίστριες που πρωτοστάτησαν: στην κορύφωση της εξέγερσης του Δεκέμβρη, στις απεργίες για το ασφαλιστικό, τη μεγάλη απεργία διαρκείας των δασκάλων, τις φοιτητικές καταλήψεις, τις αντιπολεμικές και αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις, τις διεθνείς κινητοποιήσεις από την Γένοβα μέχρι το Στρασβούργο, την υπεράσπιση του περιβάλλοντος και των ελεύθερων χώρων, τον αγώνα για τις δημοκρατικές ελευθερίες, την αλληλεγγύη στην Κωνσταντίνα Κούνεβα.
Μας ενώνουν η αντικαπιταλιστική προοπτική, η επιμονή στον επαναστατικό δρόμο, η αναζήτηση μιας νέας σοσιαλιστικής κομμουνιστικής προοπτικής
Είναι ώρα να γίνει ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να πληρώσουν την κρίση οι καπιταλιστές!
Δεν θα αφήσουμε να φορτώσουν στις πλάτες μας την κρίση του καπιταλισμού, με μαζικές απολύσεις, ανεργία, λιγότερες μέρες εργασίας με μείωση μισθών, με δουλειά λάστιχο χωρίς κοινωνική ασφάλιση και με εργοδοτική τρομοκρατία αντί για συλλογικές συμβάσεις. Δεν θα τους αφήσουμε να αρπάζουν δισεκατομμύρια για να σώσουν τις τράπεζες τους, να κλείνουν τα εργοστάσια και να ιδιωτικοποιούν τις συγκοινωνίες, τα λιμάνια, την Ολυμπιακή, την παιδεία και την υγεία. !
Παλεύουμε:
ό για εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση των τραπεζών και των εργοστασίων που κλείνουν,
ό για την απαγόρευση των απολύσεων,
ό για πλήρη απασχόληση, 35ωρο 5ήμερο 7ωρο
ό για 1400 ευρώ κατώτερο μισθό, σύνταξη.
Η διέξοδος από την κρίση και τη νέα βαρβαρότητα του κεφαλαίου και της οικολογικής κρίσης, βρίσκεται στην αντίσταση, στις απεργίες, τις καταλήψεις και διαδηλώσεις. Στους ενωτικούς, μαχητικούς αγώνες, για την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου.
Είναι ώρα να γίνει ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να τελειώνουμε με την ΕΕ του κεφαλαίου, του πολέμου, του ρατσισμού!
Μια σειρά μαχητικών αντικαπιταλιστικών και αντιπολεμικών αγώνων αποδεικνύουν ότι είναι εκατομμύρια αυτοί που θέλουν να τελειώνουμε με την Ε.Ε. των καπιταλιστών. Στο Λονδίνο κατά της G20, στο Στρασβούργο κατά του ΝΑΤΟ, στις γενικές απεργίες στη Γαλλία, την Ιταλία, στη εξέγερση του Δεκέμβρη στην Ελλάδα, τα ΟΧΙ των λαών ενάντια στο ευρωσύνταγμα και στην ευρωσυνθήκη παίρνουν μαζικό χαρακτήρα.
Η ΕΕ δεν είναι σπίτι των λαών αλλά το σφαγείο των πολυεθνικών. Είναι όργανο της επίθεσης των καπιταλιστών απέναντι στα δικαιώματα των εργαζόμενων και της νεολαίας. Είναι συνεργός και συμμέτοχος στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ,. Είναι ρατσιστικό φρούριο σε βάρος των μεταναστών.
Δεν μεταρρυθμίζεται σε Ευρώπη των λαών.
Απαιτείται συνολική σύγκρουση με την ΕΕ, αγώνας για την ανατροπή της! Πάλη για τη ρήξη, την αντικαπιταλιστική αποδέσμευση και διάλυση της ΕΕ, για την Ελλάδα της εργατικής εξουσίας, από τη σκοπιά του διεθνισμού και όχι της εθνικιστικής περιχαράκωσης ή της «αυτοδύναμης ανάπτυξης». Με προοπτική τον επαναστατικό μετασχηματισμό, τη διεθνιστική αλληλεγγύη, τη συνεργασία και ενοποίηση επαναστατημένων χωρών και κινημάτων. Για μια νέα σοσιαλιστική – κομμουνιστική προοπτική στα Βαλκάνια, την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.
Παλεύουμε για την άμεση κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας και κάθε επιτήρησης. Για να σταματήσουν οι ληστρικές επιθέσεις στα ασφαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα. Για να μην περάσουν οι επιθέσεις σε βάρος των γυναικών στις συντάξεις. Για την κατάργηση του ρατσιστικού Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου, για την νομιμοποίηση όλων των μεταναστών και άσυλο στους πρόσφυγες. Για να ανατραπούν τα αντι-εκπαιδευτικά μέτρα της Μπολόνια. Να καταργηθεί η ΚΑΠ που ξεκληρίζει τους αγρότες. Για κατώτερες εγγυημένες τιμές στα αγροτικά προϊόντα
Είναι ώρα να γίνει ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να πέσει η κυβέρνηση της ΝΔ και να ανατραπεί ο δικομματισμός!
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιδίδεται σε μια ληστρική επιδρομή στα συμφέροντα των εργαζόμενων, στα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες. Ταυτίζεται σε αντιδραστικότητα ακόμη και με το ακροδεξιό και ρατσιστικό ΛΑΟΣ που σήμερα τη στηρίζει όλο και περισσότερο! Προωθεί τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με μια συνολική επίθεση στους εργαζόμενους και τη νεολαία στους μισθούς και τις συντάξεις, στην παιδεία, την υγεία, στο σύνολο των κοινωνικών δικαιωμάτων. Τρομοκρατημένη από την κοινωνική αποδοχή της εξέγερσης του Δεκέμβρη επιδιώκει να πάρει ρεβάνς.
Ενεργοποιεί ένα αυταρχικό σχέδιο φίμωσης της κοινωνίας που αντιστέκεται. Επιδιώκει τη σπίλωση και καθυπόταξη των ταξικών αγώνων, με αιχμή την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου.
Όσο περισσότερο χάνει την όποια λαϊκή στήριξη, τόσο πιο επικίνδυνη γίνεται. Αναδεικνύεται σε υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο για το λαό!
Για αυτό και υπερασπιζόμαστε τις δημοκρατικές ελευθερίες που κατακτήθηκαν με αγώνες και θυσίες. Κλιμακώνουμε και δεν υποστέλλουμε τους εργατικούς, λαϊκούς, νεολαιίστικους αγώνες στους εργασιακούς χώρους, στην εκπαίδευση, την Υγεία, στα εργοστάσια και στις γειτονιές μας. Για να ανατραπεί οριστικά η κυβέρνηση και η πολιτική της από τα κάτω και από αριστερά !
Είναι ώρα να γίνει ΑΝΤΑΡΣΥΑ…
Για να καταδικαστεί χωρίς ταλάντευση το ΠΑΣΟΚ, στους αγώνες και σε κάθε πολιτική μάχη.Το ΠΑΣΟΚ αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι, δεύτερο πυλώνα του αστικού πολιτικού συστήματος. Δεν αποτελεί διέξοδο από την κρίση γιατί υιοθετεί τις επιθέσεις των καπιταλιστών, τα μέτρα για την σωτηρία των τραπεζιτών, του κεφαλαίου και της ΕΕ. Στηρίζει τα μέτρα τάξης και ασφάλειας της ΝΔ και αντιμετωπίζει εξίσου αυταρχικά τα κοινωνικά κινήματα. Δεν ξεχνούμε τις ιδιωτικοποιήσεις, τη λιτότητα και την καταστολή που εφάρμοσε όταν ήταν κυβέρνηση αλλά και την πολιτική που σήμερα διακηρύσσει !
Είναι ώρα να γίνει ΑΝΤΑΡΣΥΑ… για την αριστερά της νίκης και της ανατροπής, όχι της ήττας και της υποταγής!
Να γιατί η ανταρσία ενάντια στην κυβέρνηση των δολοφόνων πρέπει να προχωρήσει από τα κάτω και από τα αριστερά μέχρι την νίκη! Η ρεφορμιστική - κοινοβουλευτική Αριστερά των ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί εναλλακτική λύση. Είκοσι χρόνια από το 1989, όταν με την κατάρρευση των αυταρχικών και εκμεταλλευτικών καθεστώτων του «υπαρκτού » συγκυβέρνησε με την ΝΔ, και το ΠΑΣΟΚ, δεν έχει κατανοήσει τον αρνητικό ρόλο που έπαιξε και παίζει για το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Γι αυτό χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες αναζητάνε ξανά μια άλλη αριστερά. Μια αριστερά στήριγμα των απεργιών, των διαδηλώσεων, των καταλήψεων και των εξεγέρσεων και όχι σωσίβιο του συστήματος μέσα στην κρίση του. Μια αριστερά ενάντια στο σημερινό πολιτικό σύστημα, και όχι μία συμπληρωματική δύναμη διαχείρισης που είτε θα αναζητά ρόλο σε μία αριστερή διακυβέρνηση, ή θα παραπέμπει στις καλένδες την ανέφικτης μέσα στον καπιταλισμό λαϊκής οικονομίας.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται μια Αριστερά δυνατή, που θα συμβάλλει στην αγωνιστική ενότητα όλων των εργαζόμενων και της νεολαίας θα οργανώνει την κοινή δράση, θα συμβάλει αποφασιστικά στην ενοποίηση της κατακερματισμένης εργατικής τάξης.
Είναι ώρα να γίνει ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός είναι η επανάσταση, ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός!
Επιμένουμε ότι δεν υπάρχει άλλη στρατηγική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, εκτός από την κοινωνική επανάσταση και την εξουσία των εργαζόμενων, που θα οργανώσει την πορεία προς μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση στη χώρα μας, την Ευρώπη και τον κόσμο. Μια κοινωνία όπου οι εργαζόμενοι ελέγχουν την παραγωγή και την ζωή τους, όπου προτεραιότητα δεν είναι τα κέρδη αλλά η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, όπου η εκμετάλλευση δεν έχει καμία θέση, ούτε και οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, των μεταναστών, των νέων.
Σας καλούμε να στηρίξετε μια τέτοια ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενάντια στο σύστημα που γεννά την κρίση!
Σας καλούμε σε κάθε χώρο εργασίας, σπουδών σε κάθε πόλη και γειτονιά να δυναμώσουμε την φωνή που από την εποχή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και την μεταπολίτευση δίνει δυναμικό «παρών» στο πλευρό των εργατών και της νεολαίας.
Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετέχουν ανένταχτοι αγωνιστές και αγωνίστριες καθώς και οι δυνάμεις ΑΚΟΣ, ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ, ΕΚΚΕ, ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, ΝΑΡ, νΚΑ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΙ, ΟΚΔΕ Σπάρτακος, ΟΚΔΕ, ΣΕΚ, που συμμετέχουν και στα μετωπικά σχήματα ΜΕ.Ρ.Α. και ΕΝ.ΑΝΤΙ.Α. Λειτουργεί αμεσοδημοκρατικά και είναι ανοιχτή σε κάθε συλλογικότητα, αγωνιστή και αγωνίστρια που μοιράζεται αυτές τις αγωνίες και αναζητήσεις.
Δυναμώστε, στηρίξτε και ψηφίστε στις ευρωεκλογές ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία για την Ανατροπή
Μέτωπο της Αντικαπιταλιστικής, Επαναστατικής, Κομμουνιστικής Αριστεράς και της Ριζοσπαστικής Οικολογίας.
Σ Υ N E Λ Ε Υ Σ Η – Σ Υ Ζ Η Τ Η Σ Η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α
Τρίτη 12 Μαΐου 2009 8.00 μ.μ Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο 3ος όροφος με θέμα:
Ανάλυση της πολιτικής διακήρυξης της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α και παρουσίαση των θέσεων για τις Ευρωεκλογές από τους: Δεσύλλα Δημήτρη πρώην ευρωβουλευτή και Δρίτσα Σπύρο Γιατρό

Πέμπτη 7 Μαΐου 2009

τέχνη και πολιτισμός-Θόδωρος Αγγελόπουλος

Διαβάστε τις εισηγήσεις, αλλά και το διάλογο με το κοινό από την εκδήλωση με το σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο που οργάνωσαν το ΠΡΙΝ και οι Αναιρέσεις στις 26 Απρίλη στην Αθήνα. Όλο το υλικό είναι διαθέσιμο στο μπλογκ των Αναιρέσεων. Κάντε κλικ εδώ.
Το ΝΑΡ στο διαδίκτυο: http://www.narnet.gr/ - blog ΝΑΡ Θεσσαλονίκης: http://www.nar4.wordpress.com/
http://anaireseis.blogspot.com/2009/04/blog-post.html
Οι κρίσεις σημεία τομής για την Αριστερά

Από την κρίση του 1847 ως εκείνη του 1873 κι από το κραχ του 1929 ως την κρίση του 1973, έχει γίνει φανερό πως κάθε ιστορική καμπή του καπιταλισμού είναι, ταυτόχρονα, καμπή μακροπρόθεσμης σημασίας για το εργατικό κίνημα και για την Αριστερά. Είναι σημείο τομής που καθορίζει για πολλές δεκαετίες τους όρους της ταξική πάλης.

Του ΒΑΣΙΛΗ ΜΗΝΑΚΑΚΗ
Κι αυτό γιατί κάθε κρίση -πολύ περισσότερο οι κρίσεις-ορόσημο- έχει μια διπλή διάσταση, για το κεφάλαιο: καταστροφική και δημιουργική. Είναι μορφή εκρηκτικής εκδήλωσης των αντιθέσεων της κεφαλαιοκρατίας (και πρώτα απ’ όλα της αντίθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης) και παράλληλα μορφή βίαιης επίλυσης των αντιθέσεων αυτών. Είναι μια εκρηκτική έκφραση της αδυναμίας του μέχρις εκείνη τη στιγμή κυρίαρχου αστικού μοντέλου συσσώρευσης-διευρυμένης αναπαραγωγής και πολιτικής κυριαρχίας-νομιμοποίησης, μα και ταυτόχρονα μια έκφραση της δυνατότητας του κεφαλαίου να αποκαθιστά -αν του το επιτρέψουν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά- ένα νέο «υπόδειγμα» επικερδούς αξιοποίησης του κεφαλαίου και πολιτικής θωράκισης της αστικής κυριαρχίας.
Κατ’ αναλογία, κάθε τέτοια κρίση έχει αποδειχτεί τα τελευταία 150 χρόνια ότι είναι επίσης στιγμή… κρίσης-δοκιμασίας για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Θέτει σε δοκιμασία τα ερμηνευτικά-θεωρητικά τους εργαλεία, την πολιτική και ιδεολογική τους φυσιογνωμία, τη σύνδεση με τις μάζες και το ρόλο στο κίνημα, την οργανωτική συγκρότηση και, πάνω απ’ όλα, την πολιτική γραμμή – δηλαδή τη γραμμή πρακτικής σύνδεσης της στρατηγικής με την τακτική. Και επομένως έχει μια «καταστροφική» πλευρά -με την έννοια ότι οδηγεί αναγκαστικά στην απαξίωση και ενδεχομένως στην απομάκρυνση από τις αναποτελεσματικές και τις αντιστοιχούσες στην προ κρίσης περίοδο πρακτικές- και μια «δημιουργική» -με την έννοια ότι πρέπει να οδηγεί σε ταξικές πολιτικές και πρακτικές που αντιστοιχούν, από χειραφετητική, επαναστατική και κομμουνιστική σκοπιά, στα νέα δεδομένα που κάθε φορά διαμορφώνουν οι εκδηλώσεις της κρίσης και η αστική γραμμή υπέρβασής της.
Τούτη η σκληρή αλήθεια ισχύει στο ακέραιο και για την παρούσα κρίση-σταθμό του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που μοιάζει για μια ακόμη φορά να επαναφέρει με εκρηκτικό και ιστορικό τρόπο το ερώτημα: υπέρβαση της κρίσης με ανασυγκρότηση του καπιταλισμού σε ακόμη πιο εκμεταλλευτική και καταπιεστική βάση ή τολμηρή ανασυγκρότηση σε ταξική κι επαναστατική βάση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, τέτοια που θα βάζει φραγμό στην αστική πολιτική, θα δημιουργεί ρήγματα, θα την ανατρέπει, από τη σκοπιά και με ορίζοντα την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και την κομμουνιστική χειραφέτηση;
Από κάθε μεγάλη κρίση εξερχόταν αξιοποιώντας “μεγάλες ιδέες”…
Η κρίση που έχει εκδηλωθεί με πιο έντονο τρόπο από τα μέσα του περασμένου Σεπτέμβρη συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν κρίση-σταθμό: βάθος, διάρκεια, καθολικότητα, διεθνικό χαρακτήρα, πολιτικούς και ιδεολογικούς τριγμούς.
Ταυτόχρονα, τόσο η κρίση όσο και η διαφαινόμενη -αν και όχι ακόμη πλήρως αποκρυσταλλωμένη- αστική γραμμή υπέρβασής της συγκεντρώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που αλλάζουν εκ βάθρων το τοπίο της ταξικής πάλης. Μπορούμε, σε αυτό το πλαίσιο, να καταγράψουμε:
Τη δραματική συρρίκνωση του εργατικού εισοδήματος, άμεσα (μέσω της μισθολογικής λιτότητας) και κυρίως έμμεσα (μέσω της πλήρους καταστροφής κάθε ψήγματος κοινωνικής προστασίας και της αγριότατης φορολογίας, για να καλυφθούν τα ελλείμματα που θα δημιουργήσουν τα πακέτα ρευστότητας προς τις τράπεζες κ.λπ.), η οποία θα σπρώξει την πλειονότητα των εργαζομένων κοντά -ή και κάτω- από το φυσικό όριο της αξίας της εργατικής δύναμης.
Την κατάργηση κάθε έννοιας σταθερότητας και σχετικής ασφάλειας στις σχέσεις εργασίας στον ίδιο τον κορμό της ως τώρα σταθερά απασχολούμενης εργατικής τάξης που, σε συνδυασμό με την έκρηξη της ανεργίας και τις νέες μορφές εξαρτημένης εργασίας (μπλοκάκια, υπεργολαβίες κ.λπ.), θα δημιουργήσουν έναν ωκεανό επισφαλούς εργασίας και θα παραδώσουν με τον πιο ωμό τρόπο τις συνθήκες απασχόλησης στο βωμό του εργοδοτικού δεσποτισμού και του μέγιστου κέρδους.
Τον πρωτοφανή κατακερματισμό του εργατικού δυναμικού και την καταθλιπτική γενίκευση της ανασφάλειας σε όλες τις πτυχές του εργασιακού και κοινωνικού βίου, σε σημείο που τίποτα πλέον να μη θεωρείται πιο βέβαιο από το ότι όλα είναι αβέβαια και ότι τίποτα δεν εγγυάται με σιγουριά μια καλύτερη ζωή – αντίθετα, αν συνεχίσουν να κινούνται τα πράγματα με τη σημερινή τους φορά, οι εργατικές και νεολαιίστικες ανάγκες δύσκολα πολύ θα βγουν από το τούνελ.
Τούτες οι τρεις καθοριστικές κοινωνικές παράμετροι συνυπάρχουν με άλλες δύο πολιτικές και ιδεολογικές παραμέτρους, εξίσου σοβαρές.
Πρώτον, απ’ όλες τις αντίστοιχου χαρακτήρα κρίσεις η αστική τάξη κατάφερνε να βρει διέξοδο έχοντας στις σημαίες της μεγάλες ιδέες (του Κέινς το 1929, του Φρίντμαν το 1973), μεγάλες τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες στην ίδια τη διαδικασία της παραγωγής (το φορντισμό ή την πληροφορική) και κεντρικές ατμομηχανές που ανέβαζαν την απασχόληση και την παραγωγικότητα της εργασίας - δηλαδή έχοντας αξιακές, κοινωνικές και οικονομικές προτάσεις που μπορούσαν να συμπαρασύρουν μαζικά τμήματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, να εξασφαλίσουν κοινωνικές συναινέσεις και να νομιμοποιήσουν στα μάτια των εργαζομένων την ακολουθούμενη πολιτική, στρώνοντας το έδαφος και για σχετικά σταθερές προτάσεις πολιτικής διαχείρισης. Σήμερα, ωστόσο, δεν φαίνεται να υπάρχουν (για την ώρα;) στο αστικό στρατόπεδο τέτοιες ελπιδοφόρες σημαίες, ικανές να οδηγήσουν σε κάποιας μορφής και κάποιας μαζικότητας «κοινωνικά συμβόλαια». Το αντίθετο, οι μόνος σημαίες που υψώνονται είναι αυτές της ανοιχτής πειρατείας στις εργατικές ανάγκες, των πολέμων και της λεηλασίας της φύσης – σημαίες που δύσκολα οικοδομούν μαζικά κοινωνικά συμβόλαια και, ακριβώς γι’ αυτό, ενσωματώνουν στα χρώματά τους πολιτικά περισσότερο από ποτέ το δίπολο πολιτική περιθωριοποίηση-άγρια καταστολή.
Δεύτερον, όλες οι αντίστοιχου χαρακτήρα κρίσεις συνοδεύτηκαν από κορυφαίες στιγμές του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς – κυρίως πριν από αυτές, όμως, και λιγότερο μετά: η κρίση των μέσων του 19ου αιώνα με τις επαναστάσεις του 1848, του 1873 με την Κομμούνα, του 1929 με την Οκτωβριανή και την Ισπανία, του 1973 με τα κινήματα του ‘68. Χωρίς καμιά διάθεση να μειωθεί η αξία των ριζοσπαστικών σκιρτημάτων της προηγούμενης περιόδου, βέβαιο είναι ότι αυτά ως ποιότητες είναι αρκετά υποδεέστερα από τα αντίστοιχά τους των προηγούμενων κρίσεων. Κι επίσης, χωρίς καμιά πρόθεση να μειωθεί η συμβολή κανενός, βέβαιο είναι ότι η ποιότητα και η εμβέλεια των υπαρχουσών πολιτικών γραμμών και προτάσεων που κυκλοφορούν στην Αριστερά είναι συνήθως πολύ πιο πίσω από τις ανάλογές τους.
Με αυτή την έννοια, η «στιγμή» της παρούσας κρίσης μοιάζει να ενσωματώνει τα στοιχεία μια διπλής κατάρρευσης: του υπαρκτού ολοκληρωτικού καπιταλισμού και του υπαρκτού εργατικού και αριστερού κινήματος (όχι πια γιατί ταυτίζονται με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», αλλά γιατί αδυνατούν να αναμετρηθούν με τον «υπαρκτό καπιταλισμό» και την κρίση του, εκπληρώνοντας τον καταστατικό τους ρόλο). Αλλά και τα στοιχεία μιας διπλής απόγνωσης και μιας διπλής αναζήτησης: απέναντι στα αδιέξοδα που σωρεύει ο καπιταλισμός και απέναντι στα αδιέξοδα που έχουν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά.
Τα προαναφερθέντα δεδομένα, στο σύνολό τους, μοιάζουν με χειροβομβίδα που την κρατούν στο χέρι τους και η αστική τάξη και το εργατικό κίνημα και η Αριστερά. Μόνο που αυτή δεν θα εκραγεί στα χέρια του κεφαλαίου από μόνη της, «αν δεν κάνουμε κάτι κι εμείς», ενώ είναι βέβαιο ότι θα εκραγεί στα «χέρια» του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς αν συνεχίσει να πορεύεται με το ίδιο πνεύμα.
Να θυμίσουμε εδώ, ότι μετά την κρίση του 1929-33 το εργατικό κίνημα απομακρύνθηκε από την ταξική γραμμή, μετατρεπόμενο σε δύναμη που χρωματιζόταν όχι από τον αγώνα κατά της εκμετάλλευσης αλλά από την αποδοχή της εκμετάλλευσης και τη μάχη να γίνεται αυτή «με καλύτερη τιμή και με κοινωνικό κράτος», ότι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ερωτοτροπούσε ακόμη και με το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, ότι το ΚΚ ΗΠΑ κατέληξε να είναι απέναντι στο Νιου Ντιλ του Ρούσβελτ ό,τι το ΚΚΕ απέναντι στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ και ότι η Κομμουνιστική Διεθνής ακροβατούσε μεταξύ των απόψεων περί «σοσιαλφασισμού» και των «λαϊκών αντιφασιστικών μετώπων», που είχαν ως βάση την από τα πάνω συμμαχία με τη σοσιαλδημοκρατία, τον ειρηνικό δρόμο (τότε!), τη δημοκρατική κυβέρνηση μέσω εκλογών και την αποσύνδεση του φασισμού από το κοινωνικό του υπόβαθρο. Να θυμίσουμε επίσης, ότι και η κρίση του 1973-75 συνδέθηκε –μετά τις χαμένες μάχες των ανθρακωρύχων της Αγγλίας και των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας στις ΗΠΑ- με κορυφαίες μεταλλαγές, με το υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα να αποδιαρθρώνεται και να αστικοποιείται ανοιχτά, μετατρεπόμενο σε συμπληρωματική δύναμη των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων, με τη σοσιαλδημοκρατία να μετατρέπεται σε βασικό πυλώνα των αναδιαρθρώσεων αυτών και με την Αριστερά να φτάνει –είτε μέσα από τον ευρωκομμουνιστικό δρόμο της Ιταλίας, είτε μέσα από τον «ορθόδοξο» της Ελλάδας είτε μέσα από τον ενδιάμεσο της Γαλλίας- σε συγκυβερνήσεις, οικουμενικές και «πληθυντικές» κυβερνήσεις και να ταπεινώνεται-απαξιώνεται στις συνειδήσεις πάνω απ’ όλα αυτών που υποτίθεται θέλει να εκπροσωπήσει.
Μεγάλη, συνεπώς, η πρόκληση για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά στην παρούσα κρίση – ιδιαίτερα αν κριτήριό τους γίνει η συνείδηση και η συμπεριφορά των εργαζομένων και των νέων, η στάση τους απέναντι στους αγώνες και την πολιτική πάλη. Θα ‘λεγε κανείς, ότι δίλημμα μοιάζει να τίθεται ως εξής: Ή το εργατικό κίνημα θα ανασυγκροτηθεί ριζικά σε ταξική-χειραφετητική βάση σε μορφές και περιεχόμενο, δημιουργώντας μια πραγματικά νέα και αξιόμαχη απέναντι στο κεφάλαιο κατάσταση, είτε θα περάσουμε από το υποταγμένο (που κυριάρχησε μετά την κρίση του 1929-33) και το αστικοποιημένο (που κυριάρχησε μετά την κρίση του 1973-75), στο αποσαθρωμένο, ανύπαρκτο και απαξιωμένο συνδικαλιστικό κίνημα. Κι ακόμα, ή η Αριστερά θα ανασυγκροτηθεί σε πραγματικά επαναστατική βάση, με αξιακό-θεωρητικό πλούτο και συνενώνοντας σε μια πολιτική γραμμή ρήξης, ανατροπής και κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης κάθε ριζοσπαστικό-αντικαπιταλιστικό σκίρτημα και τάση είτε θα μετατραπεί σε γραφικό περιθώριο και άκακο οικόσιτο του συστήματος.
Τα διλήμματα αυτά θα κριθούν πρώτα απ’ όλα μέσα στους εργασιακούς χώρους. Η αδυναμία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που στα χρόνια της ναζιστικής ανόδου διέθετε δυνάμεις μόνο στους ανέργους – και άρα κατεύθυνε εκεί τη δράση του-, είναι χαρακτηριστική. Όπως χαρακτηριστική η αδυναμία του ΚΚ ΗΠΑ να αρθρώσει ένα διαφορετικό λόγο όταν ένα εκατομμύριο σιδηροδρομικοί δέχτηκαν την ίδια περίοδο εθελουσίως τη μείωση των αποδοχών τους, σε μια κίνηση που χαρακτηρίστηκε «πράξη πολιτική σύνεσης». Μπορούμε, μήπως να ακολουθήσουμε τον ίδιο δρόμο, κλείνοντας τα μάτια απέναντι στα 500 σχεδόν ελληνικά εργοστάσια όπου –χωρίς να ανοίξει ρουθούνι- έχει γίνει στην ουσία αποδεκτή η πρόταση Μίχαλου;
Επίσης –και από μία άποψη, πάνω απ’ όλα- τα διλήμματα αυτά θα κριθούν στην ποιότητα της συνολικής πολιτικής γραμμής της Αριστεράς. Θα κατακτήσει και θα δοκιμάσει στην πράξη, με όρους μαζικούς και μετωπικούς, μια πολιτική γραμμή απόκρουσης, ρήξης και ανατροπής τόσο των συνεπειών της κρίσης όσο και της αστικής γραμμής υπέρβασής της, τόσο των πολιτικών διαχειριστών και των πυλώνων αυτής της πολιτικής όσο και των ίδιων των εκμεταλλευτικών θεμελίων του κεφαλαιοκρατικού συστήματος που αναπαράγει τις κρίσεις και συνθλίβει τις εργατικές ανάγκες τόσο στη φάση της κρίσης όσο και σε εκείνη της «ανάπτυξης»;
Ανεπαρκής ο ρυθμιστικός ρόλος της αγοράς
Ζήσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες μια τεράστια πλύση εγκεφάλου υπέρ των περίπου μαγικών ιδιοτήτων της ελεύθερης αγοράς, από τη μια, κι ένα κυρίαρχο πρότυπο κριτικής στο σύγχρονο καπιταλισμό που εστίαζε τα βέλη της ακριβώς σε συτή του την πλευρά.
Βέβαια, ο μύθος της ελεύθερης αγοράς δεν είναι νέος. Αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της αστικής ιδεολογίας κι έχει στο κέντρο του την ιδέα ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα έχει τη σύμφυτη ιδιότητα να εξαλείφει τις ανισορροπίες και να επανέρχεται στην ισορροπία, με τη βοήθεια που του δίνει το «αόρατο χέρι της αγοράς» κατά τον Άνταμ Σμιθ.
Η κρίση καταρρίπτει με τον πιο δραματικό τρόπο το μύθο αυτό και αποκαλύπτει την ανεπάρκεια του ρυθμιστικού ρόλου της αγοράς. Αποκαλύπτει στα μάτια όχι των μυημένων αλλά της εργατικής πλειονότητας πλέον ότι οι πολυδιαφημισμένες αγορές δεν είναι παράγοντας προόδου και ανάπτυξης των εργατικών δικαιωμάτων και αποτροπής των κρίσεων, αλλά παράγοντας συντριβής των πρώτων και όξυνσης ων δεύτερων. Τούτη τη διαπίστωση -και τους κινδύνους για το σύστημα που εμπεριέχει- υποδηλώνουν και οι τοποθετήσεις πολλών δημοσιολόγων που παρομοιάζουν την παρούσα κρίση με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και το 1989 των καταρρεύσεων για την Αριστερά.
Αλίμονο αν η Αριστερά και το εργατικό κίνημα αφήσουν ανεκμετάλλευτη και δεν διευρύνουν αυτή τη ρωγμή στην αστική ιδεολογία. Αλίμονο αν δεν την αξιοποιήσουν, επιχειρώντας μια μακροπρόθεσμης στόχευσης αξιακή μεταβολή στις συνειδήσεις σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.
Βεβαίως, για να το πετύχουν αυτό δεν αρκεί να καταγγέλλουν μόνο τις ακρότητες και τις υπερβολές της αγοράς ή τους φονταμενταλιστές της ή απλώς την έλλειψη ρυθμιστικών κανόνων – αυτό θα τους οδηγούσε στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας και -γιατί όχι- ενός «νεοφιλελεύθερου κείνσιανισμού», με κάποιο έλεγχο των αγορών, σαν αυτόν που προτείνουν ο Σαρκοζί, ο Ομπάμα και η Μέρκελ. Χρειάζεται να αντιπαρατεθούν στην ίδια της ουσία και τη λειτουργία της αγοράς στον καπιταλισμό, στην οργανική της διαπλοκή με την παραγωγή και την εκμετάλλευση, στη σύνδεσή της με την ιδιωτική ιδιοκτησία και την ιδιωτική ιδιοποίηση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Τότε πραγματικά ο «λόγος κατά της αγοράς» θα γίνει βαθύς αντικαπιταλιστικός λόγος.
ΑΝΑΓΚΗ ΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓ. ΚΙΝΗΜΑ: Όχι στην ταξική συνεργασία
Ένα βασικότατο καθήκον του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς είναι να μιλήσουν για την κρίση και τη διέξοδο από αυτή με ιδεολογικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους της αστικής πολιτικής οικονομίας, με όρους που θα αναπτύσσουν την ταξική θέαση, θα διεκδικούν μια αξιακή ρεβάνς μετά το «σοκ του 1989», θα προωθούν την επαναστατική συνείδηση.
Χωρίς αποφασιστική στροφή σε αυτό το πεδίο, είναι αδύνατο να σκεφτούμε πώς θα υπάρξουν σήμερα αποτελεσματικοί αγώνες ενάντια στις συνέπειες της κρίσης και της αστικής πολιτικής υπέρβασής της. Μη φανταστεί κανείς ότι αυτή η στροφή αφορά μόνο την ιδεολογική παρέμβαση των πολιτικών πρωτοποριών - αφορά και τις ζυμώσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, στις συλλογικότητες, στις συνελεύσεις, στους αγώνες της. Κάθε ψαλίδισμα της θεωρητικής ζύμωσης σε αυτές τις διεργασίες -σήμερα περισσότερο από ποτέ- θα εξελίσσεται σε ούριο άνεμο της αγωνιστικής απραξίας και του συμβιβασμού. Επίσης, ανάλογο αποτέλεσμα θα έχει κάθε αυταπάτη ότι θέσεις συνδιαλλαγής εκφράζονται απλώς από την «πουλημένη ΓΣΕΕ», ενώ αντίθετα οι ίδιοι οι εργαζόμενοι είναι «αγνοί κι αμόλυντοι», απλώς παρασύρονται από τη «συνδικαλιστική γραφειοκρατία» ή τους άσχημους συσχετισμούς.
Πρώτα απ΄όλα, λοιπόν, η Αριστερά και το εργατικό κίνημα οφείλουν να δείξουν ότι η οικονομία και η κοινωνία δεν είναι ένα ενιαίο «σπίτι», κοινό για όλους, που πρέπει να σωθεί από την κρίση με «κοινή προσπάθεια και συνεργασία όλων των κοινωνικών συντελεστών» - αλλά ταξικό «σπίτι», που έχει ως θεμέλια την εκμετάλλευση και την ατομική ιδιοποίηση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Όποτε το εργατικό κίνημα υιοθέτησε την πρώτη λογική, κατέληξε στα βαλτόνερα της ταξικής συνεργασίας και συνδιαλλαγής, στη συνευθύνη για το ξεπέρασμα της κρίσης, στην αποδοχή της μείωσης των μισθών ή της περιστολής δικαιωμάτων και της εργασιακής ευελιξίας είτε σε επιχειρησιακό, είτε σε κλαδικό είτε σε πανεθνικό επίπεδο.
Από αυτή την άποψη πρέπει να γίνεται πάντα φανερό ότι η κρίση δεν πλήττει ίδια τους εργαζόμενους και το κεφάλαιο (τους πρώτους τους συνθλίβει, στο δεύτερο απλώς μειώνει τα κέρδη και την αποσπώμενη υπεραξία) και ότι η «εθνική προσπάθεια» ή η «κοινή πλάτη» σε επίπεδο επιχείρησης για την υπέρβαση της κρίσης δεν κοστίζει σε όλους το ίδιο: από τα 8 τρισ. δολάρια που χάθηκαν πρόσφατα στην αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ, τα 7 είναι απώλειες των μισθωτών και μόνο 1 των τραπεζών. Όσο για τα αλλεπάλληλα δις ρευστότητας για το ξεπέρασμα της κρίσης, θα μπουν στις επιχειρηματικές τσέπες, αφού -μέσω της φορολογίας και της λιτότητας- βγουν από τις τσέπες των εργαζομένων.
Έπειτα, η Αριστερά και το εργατικό κίνημα, οφείλουν να δείχνουν ότι η ανάπτυξη και οι περιβόητοι δείκτες της επίσης δεν είναι μια κοινωνικά ουδέτερη και χωρίς πρόσημο διαδικασία, που πρέπει να την επιζητούμε πάση θυσία και με κάθε τίμημα, για να ξεφύγουμε από την κρίση. Αν το εργατικό κίνημα εγκλωβιστεί μόνο σε αυτό το ποσοτικό επίπεδο (και δεν ασχοληθεί επίσης με το περιεχόμενο της ανάπτυξης, το χαρακτήρα της, τις καταστροφές που επιφέρει στη φύση και τις ανθρώπινες ανάγκες κ.λπ.), είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα μετατραπεί σε ουρά εκείνης της αστικής στρατηγικής που υπόσχεται ή εξασφαλίζει υψηλότερους αναπτυξιακούς ρυθμούς και -διά μέσου αυτών- χαμηλότερη ανεργία και, ενδεχομένως, καλύτερες αποδοχές. Αυτό ακριβώς έγινε μετά το 1929, όταν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά έγιναν ουρά του κεϊνσιανισμού-φορντισμού, ασκώντας κριτική όχι στην ουσία του εκμεταλλευτικού μοντέλου που οικοδομούσαν, αλλά κατά βάση στην ταχύτητα των αναπτυξιακών ρυθμών (που υπολείπονταν εκείνων της ΕΣΣΔ) και διεκδικώντας όχι την κατάργηση της αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης, αλλά απλώς ένα υψηλότερο τίμημα για το εμπόρευμα εργατική δύναμη.

Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 26.4.09

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Όχι στην κατάργηση των ιατρικών εξετάσεων

Όχι στην κατάργηση των ιατρικών εξετάσεων
Written by Γραφειο Τυπου
Tuesday, 05 May 2009 06:35
Η ΑΝΤικαπιταλιστική ΑΡιστερή Συνεργασία για την Ανατροπή, καταδικάζει την προκλητική ενέργεια της κυβέρνησης της Ν.Δ. να καταργήσει την παροχή δεκάδων ιατρικών εξετάσεων και επεμβάσεων από μεριάς του ΟΠΑΔ, για χιλιάδες δημόσιους υπάλληλους και συνταξιούχους.
Η ενέργεια αυτή εντάσσεται στη συνολικότερη πολιτική λιτότητας και κατεδάφισης της κοινωνικής ασφάλισης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για τους εργαζόμενους.Οι αντιασφαλιστικοί νόμοι Σιούφα, Ρέππα και Πετραλιά , η προετοιμαζόμενη αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης χιλιάδων γυναικών με βάση την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η κορυφή του παγόβουνου, μιας πολιτικής που θέλει να μετατρέψει την κοινωνική ασφάλιση σε ατομική υπόθεση του κάθε εργαζόμενου, σε υπόθεση ουσιαστικά του ιδιωτικού κεφαλαίου, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε εμπόρευμα.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλεί τους εργαζόμενους να πρωτοστατήσουν σε μαζικούς αγώνες για την ανατροπή της αντιασφαλιστικής πολιτικής.

Όχι στην αστυνομική βία σε βάρος μεταναστών και προσφύγων -Αθήνα 4 Μαίου

Όχι στην αστυνομική βία σε βάρος μεταναστών και προσφύγων
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Το νέο κρούσμα αστυνομικής βίας σε βάρος του Αφγανού πρόσφυγα Ναβίτ Φερζάν σήμερα στην Μενάνδρου επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση τις τελευταίες μέρες εντείνει τις ρατσιστικές και αστυνομικές επιθέσεις σε βάρος των μεταναστών και των προσφύγων.
Η στοχοποίηση των μεταναστών και των προσφύγων ως υπεύθυνους για την άνοδο της ανεργίας και της εγκληματικότητας έχει ανοίξει την πόρτα για επιθέσεις τόσο της Αστυνομίας με χυδαίες επιχειρήσεις-σκούπα αλλά και των ρατσιστών που πρόσφατα επιτέθηκαν στην Ν.Ιωνία σε δεκάδες Πακιστανούς μετανάστες.Σε αυτό τον κατήφορο έχει την πλήρη στήριξη του ρατσιστικού ΛΑΟΣ.
Απαιτούμε την κατάργηση του Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου της ΕΕ και όχι την ενεργή εμπλοκή της Ελλάδας στο κυνηγητό σε βάρος των μεταναστών που προωθεί το Υπουργείο Εξωτερικών. Ούτε ισχυρή FRONTEX ούτε και ευρωφακέλλωμα των μεταναστών χρειαζόμαστε.Απαιτούμε την νομιμοποίηση όλων των μεταναστών εδώ και τώρα, να σταματήσουν οι ρατσιστικές επιθέσεις , να δοθεί άσυλο στους πρόσφυγες

Από το 1929 στο 2009: Το εργατικό κίνημα και η Αριστερά απέναντι στις ιστορικές κρίσεις του καπιταλισμού»

«Από το 1929 στο 2009:
Το εργατικό κίνημα και η Αριστερά απέναντι στις ιστορικές κρίσεις του καπιταλισμού»


Οι πολιτικές και οικονομικές κρίσεις πριν το 1929: οι πολιτικές απαντήσεις

Η γαλλική και βιομηχανική επανάσταση διαλύοντας τα παλαιά καθεστώτα γέννησαν δύο ανταγωνιστικά πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά συστήματα. Από τη μία ο φιλελευθερισμός με πυρήνα τον ατομικισμό επικράτησε οικονομικά, θεσμικά και ιδεολογικά μέχρι το 1870 εκφράζοντας τον κυρίαρχο αστισμό και χαρακτηρίζοντας ένα ολόκληρο στάδιο του καπιταλισμού, εκείνο του ελεύθερου ανταγωνισμού, στο οποίο τα εργατικά στρώματα αποκλείονται εξ ορισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και ως εκ τούτου, ο κοινοτισμός με πυρήνα τις συλλογικές δομές και φέροντας κληρονομιές του Παλαιού Καθεστώτος αναπαραγόταν στο περιθώριο της επίσημης πολιτικής σκηνής και κοινωνικής δομής εκφράζοντας τα ηγεμονευόμενα εργατικά στρώματα μέσα στις συντεχνίες, τα συνδικάτα, τις θρησκευτικές και τις επαναστατικές σέχτες. Στην πραγματικότητα μια δομική αντίφαση μέσα στα εργατικά στρώματα, η αντίθεση του κόσμου των αντρών εργατών εργαστηρίων με τις νέες βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες στις οποίες κυρίως εργάζονται γυναίκες, παιδιά και φυλακισμένοι (ένα είδος νέας εργατικής βάρδιας της εποχής) έθετε την αντίσταση απέναντι στην βιομηχανοποίηση με όρους επιστροφής σε μια εξιδανικευμένη χαμένη ουτοπία του κόσμου των τεχνιτών και τις μεσαιωνικές συντεχνίες.
Η πρώτη Μεγάλη Ύφεση του παγκόσμιου καπιταλισμού την περίοδο 1870-1880 θα θέσει εντελώς νέα ερωτήματα τόσο στον κόσμο της εργασίας όσο και στο κεφάλαιο. Έτσι, θα αποτελέσει και την πρώτη μεγάλη πρόκληση της αριστεράς να απαντήσει στις κρίσεις του καπιταλισμού. Με την Παρισινή Κομμούνα ο κοινωνικός, πολιτισμικός και πολιτικός κοινοτισμός των εργατικών τάξεων αναδύεται για πρώτη φορά σε πολιτική πρόταση και πολιτικό όραμα για όλη την κοινωνία, μετασχηματίζεται σε ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα, τον κομμουνισμό, απειλητικό για το καπιταλιστικό σύστημα. Όμως η Κομμούνα αντιπροσώπευε τον κόσμο των τεχνιτών και του μικρόκοσμου του εργαστηρίου και όχι το νέο βιομηχανικό προλεταριάτο. Η ήττα της έτσι αποτέλεσε την ήττα του παλαιού αυτού εργατικού κόσμου να εμποδίσει το βάθεμα του καπιταλισμού. Άφησε όμως σημαντικές παρακαταθήκες τουλάχιστον στο οραματικό επίπεδο. Την ίδια εποχή στην Αμερική και στη Γερμανία με διαφορετικό τρόπο το κεφάλαιο αναζητεί νέες δομές και φόρμες να κερδίσει από τους τεχνίτες τον έλεγχο της παραγωγής, να την εξορθολογήσει και να την εντατικοποιήσει, ώστε να μπορέσει να επενδύσει με άμεσα οφέλη τα υπερσυσσωρευμένα χρηματικά αποθέματα που προκάλεσαν την κρίση. Στην Αμερική αρχικά χρησιμοποιεί την καταστολή και την βία απέναντι στις εξεγέρσεις και στα μυστικιστικά εργατικά τάγματα των τεχνιτών, στη συνέχεια όμως γεννάει τον ταιυλορισμό και αργότερα τον φορντισμό. Με καθαρά όρους αγοράς το κεφάλαιο «εξαγοράζει - ενσωματώνει» τα φτωχά στρώματα των νέων μεταναστών μη ειδικευμένων εργατών σε ένα νέο μοντέλο παραγωγής, όπου οι συσχετισμοί δύναμης μέσα στην παραγωγή είναι ενισχυμένοι υπέρ των εργοδοτών προσφέροντάς τους λιγότερη δουλειά οχτάωρο (βασικό μέχρι τότε αίτημα), καλύτερους μισθούς και κάποια μορφή κοινωνικής πρόνοιας προσφερόμενη από τον ίδιο τον εργοδότη. Στην Γερμανία και τις άλλες βόρειες χώρες το αυτοκρατορικό κράτος μετασχηματίζει τον παραδοσιακό συντεχνιασμό στον σύγχρονο κορπορατισμό. Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρει την ευθύνη της πρόνοιας από την οικογένεια και τους μάστορες στο ίδιο το κράτος γεννώντας τη σύγχρονη μορφή του κοινωνικού κράτους. Συνολικά λοιπόν μπροστά στην οικονομική κρίση και τον νέο κίνδυνο, ο αστισμός εγκαταλείπει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και τον ατομικό σχεδιασμό των επιχειρηματιών προς χάριν του μονοπωλιακού καπιταλισμού και εγκαινιάζει την εποχή της μαζικής παραγωγής. Επιχειρεί να ενσωματώσει τα εργατικά στρώματα εφαρμόζοντας είτε τον φορντισμό-ταιυλορισμό είτε κοινωνική πολιτική, ενώ το κράτος αναλαμβάνει έναν ενεργότερο ρόλο στην κοινωνική αναπαραγωγή. Ιδεολογικό και θεσμικό εργαλείο σε αυτό το νέο εγχείρημα ο εθνικισμός και το έθνος κράτος. Πιο συγκεκριμένα η αστική δημοκρατία για το φιλελεύθερο μοντέλο των ΗΠΑ, ο αυτοκρατορισμός για τον γερμανικό κορπορατισμό.
Το νεωτερικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται πλέον η ταξική πάλη δίνει τη δυνατότητα στις εξίσου νεωτερικές μαρξιστικές συλλήψεις της πολιτικής να αναδειχθούν σε βάρος των μυστικιστικών, αναρχικών και αναρχοσυνδικαλιστικών, πλην ίσως της Γαλλίας. Τα εργατικά στρώματα αμφισβητούν συλλογικά και ενιαία την εργοδοτική εξουσία σε επίπεδο πλέον κοινωνίας και όχι παραγωγικής μονάδας, προτάσσουν τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Όχι τυχαία, ιδιαίτερα στην Γερμανία εμφανίζεται ένα μαζικό μαρξιστικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα. Όμως εγκαταλείπεται η επαναστατική παράδοση, γεγονός που επιτρέπει στις αναρχικέςε ιδέες να αναπαράγονται. Ένα είδος μαρξιστικού εξελικτικισμού κυριαρχεί σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος ο καπιταλισμός σοσιαλιστικοποιείται, οπότε το αντικαπιταλιστικό ζήτημα θα πρέπει περιορίζεται στην κοινοβουλευτική κατάληψη της εξουσίας. Μια νέα οικονομική κρίση στα 1909 όμως θα δείξει τα όρια του νέου οικονομικού μοντέλου και θα δείξει τον δρόμο προς έναν νέο πόλεμο. Συζητήσεις και εντάσεις στο εσωτερικό της σοσιαλδημοκρατίας θα αναδείξουν μια επαναστατική μαρξιστική τάση. Μπροστά στο ενδεχόμενο του πολέμου, η ρεφορμιστική διάσταση της σοσιαλδημοκρατίας θα λειτουργήσει καθοριστικά στη δημιουργία μεγαλύτερων συναινέσεων.
Και πράγματι, ο Μεγάλος Πόλεμος δε θα μπορούσε να προσελκύσει τον ενθουσιασμό αρχικά και την θυσία στη συνέχεια χωρίς την ταξική συνεργασία και τις υποσχέσεις για το μέλλον. Στη Βρετανία για πρώτη φορά η εργατική τάξη γινόταν δεκτή ως εταίρος στη διαχείριση της οικονομίας. Η κυβέρνηση υποσχόταν πως μετά τη λήξη του πολέμου δεν θα υπήρχε επιστροφή στις συνθήκες της αμοιβαίας καχυποψίας και του ανταγωνιστικού καπιταλισμού, αλλά συνεργασία μεταξύ κράτους, εργοδοσίας και εργατών. Στη Γαλλία ο σοσιαλδημοκράτης Albert Thomas έγινε υπουργός προμηθειών, θέση που σε συνθήκες πολέμου είχε την ευθύνη όλης της βιομηχανίας. Εγκαθιδρύθηκαν εργατικές αντιπροσωπείες, οι οποίες συμμετείχαν στη διαχείριση των επιχειρήσεων που αφορούσαν την εθνική άμυνα. Οι βρετανοί και γάλλοι σοσιαλδημοκράτες εργάτες, μέσα από τον ρεπουμπλικανικό πατριωτισμό τους είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται ότι απειλούνται από τον γερμανικό αυτοκρατορισμό. Από την άλλη οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, περήφανοι για το δικό τους κοινωνικό κράτος που μόνο ο γερμανός αυτοκράτορας και η γερμανική παράδοση του κορπορατισμού μπορούσαν να προσφέρουν είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται εχθρικά απέναντι στον αγγλογαλλικό φιλελευθερισμό και γαλλικό ρεπουμπλικανισμό. Έτσι, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς πολύ εύκολα πείστηκαν ότι η ταξική πάλη είναι μια υπόθεση που αφορά μόνο τις συνθήκες ειρήνης και ότι σε συνθήκες πολέμου οφείλουν να υπερασπιστούν τις δικές τους πατρίδες και τα δικά τους κοινωνικά κεκτημένα. Οι νικητές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου θα προσφέρουν μια φιλελεύθερη εκδοχή αυτού του κοινοτισμού, αστική δημοκρατία με εργατικά δικαιώματα στα πλαίσια αυτοδιάθετων εθνών-κρατών, καθώς ο γερμανικός αυτοκρατορικός κορπορατισμός θα συντριφθεί στα πεδία των μαχών και στην συνθήκη των Βερσαλιών.
Η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και οι μπολσεβίκοι αρνούμενοι την προδοσία του διεθνισμού και των διακριτών ταξικών συμφερόντων καταδεικνύουν τη δυνατότητα του κομμουνιστικού οράματος και την ικανότητα των εργατών να νικούν. Με αυτόν τον τρόπο συγκροτούν σε πλήρη και κάθετη αντίθεση με το σοσιαλδημοκρατικό/φιλελεύθερο-φιλεργατικό αστικοδημοκρατικό μοντέλο τη δική τους πρόταση για μια εργατική δημοκρατία μέσα στα πλαίσια μιας δικτατορίας του προλεταριάτου.



Η κρίση του 1929:
Η κρίση του 1929 θα είναι όμως μια τομή καθοριστική που θα αλλάξει εντελώς τις ποιότητες των πολιτικών συστημάτων και των πολιτικών απαντήσεων.
Στις 22 Οκτωβρίου του 1929 οι εντολές πωλήσεων διογκώθηκαν απότομα στο Χρηματιστήριο της Γουόλ Στριτ λαμβάνοντας τη μορφή χιονοστιβάδας στη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου. Αυτή ήταν η Μαύρη Πέμπτη κατά την οποία 12 εκατομμύρια μετοχές έπεσαν στην αγορά χωρίς να συναντήσουν αγοραστή. Όλοι δοκιμάζουν να ξεφορτωθούν τους τίτλους τους μια ώρα αρχύτερα και οι τιμές πέφτουν κατακόρυφα. Ολόκληρο το σύστημα που στήριζε την επιταχυνόμενη ανάπτυξη καταρρέει μεμιάς. Η αλληλεξάρτηση ευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής οικονομίας δεν αργεί να εμπλέξει στην κρίση και την Ευρώπη. Η Γερμανία και η Αυστρία και οι υπόλοιπες κεντροευρωπαϊκές χώρες που ήταν κύριες αποδέκτες των αμερικανικών πιστώσεων θα πληγούν εντονότερα και αμεσότερα. Στη Μεγάλη Βρετανία, όπου ο οικονομικός μαρασμός χρονολογείται από παλιότερα και παρουσιάζει διαρθρωτικό χαρακτήρα, η κρίση αρχικά εκδηλώνεται με μικρότερη ένταση. Από όλες τις βιομηχανικές χώρες της γηραιάς ηπείρου η Γαλλία θα πληγεί από την κρίση τελευταία και λιγότερο αποκτώντας τη μορφή μιας χρόνιας, αλλά σταθερής ύφεσης όμοιας με της Βρετανίας. Αυτό οφείλεται στην οικονομική αυτοτέλεια που της προσέφερε ο αγροτικός πλούτος, η λιγότερο προωθημένη εκβιομηχάνιση, η περιορισμένη παρουσία ξένων επενδύσεων και η σταθερότητα του φράγκου. Το 1932, την χρονιά που περίμεναν οι αστοί οικονομολόγοι τις πρώτες θολές σκιές μιας πρώτης αυτόματης ανόδου του εμπορικού κύκλου, ο καπιταλιστικός κόσμος έβλεπε στον ορίζοντα ακόμα πιο βαριά σύννεφα. Η Μεγάλη Βρετανία είχε ανέργους 22% των εργατών της και βιομηχανική παραγωγή κατά 16% χαμηλότερη του 1929. Η Γαλλία είχε βιομηχανική παραγωγή 28% χαμηλότερη απ’ ότι το 1929, ενώ ΗΠΑ και Γερμανία μετά δυσκολίας έφταναν στο 50%. Συνολικά η παγκόσμια παραγωγή ήταν κατά 38% χαμηλότερη απ’ τον Ιούνιο του 1929. Αν και σε διαφορετικό βαθμό, η κρίση θα πλήξει κοινωνικά κάθε ομάδα και κάθε χώρα της Ευρώπης. Οι αγρότες υποφέρουν περισσότερο στις σιτοπαραγωγικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι μισθωτοί στον τομέα του εμπορίου και της βιομηχανίας πλήττονται από την κάμψη των μισθών, τον περιορισμό των ωρών εργασίας και ιδίως από την ανεργία. Οι μεσαίες τάξεις πλήττονται από τις υποτιμήσεις, τις πτωχεύσεις και το μαρασμό του λιανικού εμπορίου. Όλων τα βέλη, από διαφορετικές πλευρές ρίχνουν τις ευθύνες στον μεγάλο νικητή του πολέμου, στο φιλελεύθερο δημοκρατικό καθεστώς, τις αδυναμίες του και την αποτυχία των διαφόρων θεραπειών του.
Αλλά και στην πραγματικότητα την ευθύνη για το κράχ έφερε αναμφισβήτητα το πολιτικό-οικονομικό πλέγμα που στήθηκε μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Η αμερικάνικη ανάπτυξη είχε ως προϋπόθεση την περιορισμένη ανάπτυξη των ευρωπαϊκών χωρών όπως επιβλήθηκε δια της οικονομικής αφαίμαξης τόσο των ηττημένων, αλλά και των αγγλογάλλων συμμάχων. Έτσι, διαμορφώθηκε μια έντονη και αυξανόμενη ανισορροπία στη διεθνή οικονομία λόγω ακριβώς της ασυμμετρίας στην ανάπτυξη ΗΠΑ και υπόλοιπου κόσμου. Οι αμερικανοί κεφαλαιούχοι επένδυσαν μεγάλα ποσά στη δεκαετία ’20 στη γερμανική ανοικοδόμηση. Ένα μέρος των χρηματοδοτήσεων αφορούσε τη γερμανική βιομηχανία. Ένα άλλο ήταν δάνεια προς το γερμανικό κράτος για να ξεπληρώσει τις πολεμικές επανορθώσεις προς το γαλλικό και αγγλικό. Έτσι ένα μέρος των αμερικανικών επενδύσεων στη Γερμανία ανακυκλώνονταν προς τη Γαλλία. Και από εκεί επέστρεφαν στις ΗΠΑ σαν αποπληρωμή των γαλλικών πολεμικών δανείων απ’ τις αμερικάνικες τράπεζες. Στα 1928 όμως η ροή χρήματος από τις ΗΠΑ προς τη Γερμανία άρχισε να προορίζεται δραματικά, μιας και οι αμερικανοί κεφαλαιούχοι έκριναν πως η ενδυναμωμένη και αναπτυγμένη αμερικανική οικονομία μπορούσε να τους προσφέρει περισσότερα κέρδη. Έτσι, θεώρησαν πιο συμφέρον να επενδύουν στο ανερχόμενο χρηματιστήριό τους παρά στη γερμανική βιομηχανία ή στα χρέη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Σα συνέπεια η γερμανική βιομηχανία άρχισε στα 1929 να καταρρέει, και οι πληρωμές των αποζημιώσεων δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο. Ταυτόχρονα, η παγκόσμια οικονομία απέτυχε να δημιουργήσει αρκετή ζήτηση για μια διαρκή επέκταση, καθώς η γεωργία παρέμενε σε φάση ύφεσης και οι μισθοί παρέμεναν στάσιμοι ή αυξάνονταν σε μικρό βαθμό, πάντως συνολικά σε πλήρη δυσαναλογία με τα κέρδη των τραπεζιτών και βιομηχάνων. Συγκεκριμένα η μαζική παραγωγή της δεκαετίας του ’20 προκάλεσε μια χωρίς προηγούμενο έκρηξη της παραγωγικότητας της εργασίας και μια χωρίς προηγούμενο αφθονία εμπορευμάτων. Αυτή η κυριολεκτική καπιταλιστική επανάσταση στην παραγωγή ξεπερνούσε κατά πολύ τόσο τις αγοραστικές δυνατότητες των αντίστοιχων κοινωνιών όσο και τα καθημερινά τους ήθη. Παρά το γεγονός ότι ακριβώς αυτήν την εποχή διαμορφώθηκε η καταναλωτική ηθική τόσο ως έννοια όσο και ως πραγματικότητα, αυτό το οποίο απουσίαζε ήταν τα λεφτά που για την εργατική τάξη σήμαινε μισθός. Συνεπώς, μπορεί η μια πλευρά της καπιταλιστικής ανάπτυξης να έψαχνε λυσσασμένα για ακόρεστους καταναλωτές ή για ιμπεριαλιστική επέκταση σε νέες αγορές, αλλά από την άλλη πλευρά, η υποκειμενικότητα των καπιταλιστών, με τις θεωρίες, την ιδεολογία τους δε φρόντιζε για να δημιουργήσει μια αντίστοιχη επάρκεια.
Η κρίση υπερσυσσώρευσης ήταν φανερό πάντως σε όλους πως οφειλόταν στην κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς, στην υπέρογκη ισχύ των κεφαλαιοκρατών σε βάρος των εργατών και των αγροτών, στον αδηφάγο χαρακτήρα της διεθνούς ιμπεριαλιστικής αλυσίδας με κέντρο τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, στην ίδια τη φύση της αστικής δημοκρατίας. Η Μεγάλη Ύφεση κατέστρεψε τον οικονομικό φιλελευθερισμό για περίπου μισό αιώνα.
Ο μεγάλος φόβος που κατέβαλε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και τους αστούς κάθε χώρας το 1917 άρχισε να φαντάζει περισσότερο από ποτέ πραγματικός όταν το φάντασμα του Μαρξ άρχισε να επιβεβαιώνεται και οι οπαδοί του να φαίνονται ήδη έτοιμοι να απαντήσουν στην καπιταλιστική κρίση. Ήδη από το 1928, στο 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είχε εκτιμηθεί πως είχε επέλθει το τέλος της δεύτερης μεταπολεμικής φάσης του καπιταλισμού που είχε ονομαστεί φάση της σχετικής σταθεροποίησης και ότι άνοιγε μια τρίτη μεταπολεμική περίοδος. Η νέα αυτή περίοδος, κατά την ΚΔ και σύμφωνα με τις επεξεργασίες του μπολσεβίκικου κόμματος, χαρακτηριζόταν από την έξαρση των αντιφάσεων του καπιταλισμού, από τη γενικευμένη κρίση και την καλπάζουσα αποσύνθεσή του σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο καπιταλισμός, για ν’ αντιμετωπίσει τη νέα και τελευταία κρίση, αφ’ ενός εντείνει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και «φασιστικοποιεί» τα πολιτικά καθεστώτα των επιμέρους χωρών, αφ’ ετέρου ετοιμάζεται για νέο πόλεμο που αυτή τη φορά θα είχε ως κύριο στόχο τη Σοβιετική Ένωση. Η απάντηση που προέκρινε η ΚΔ σε αυτήν την ανάλυση ήταν το πέρασμα στην αντεπίθεση. Συνεπώς, το διεθνές προλεταριάτο ύστερα από την σχετική ύφεση της επαναστατικότητας που το διέκρινε στην προηγούμενη φάση της σχετικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού (1923 -1928) όφειλε να γενικεύσει και να πολιτικοποιήσει τους αγώνες του σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αντίστοιχη ήταν η πολιτική γραμμή για το συνδικαλιστικό κίνημα. Σύμφωνα με τις αρχές της Κόκκινης Συνδιαλιστικής Διεθνούς που ιδρύθηκε στη Μόσχα το 1921, οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απαιτούσαν τη δημιουργία ενός νέου τύπου συνδικαλισμού και την ισχυρή συγκεντροποίησή του. Τα εργατικά συνδικάτα θα έπρεπε να αναδιοργανωθούν ώστε να ενώνουν τους εργάτες όχι κατά ειδικότητα, αλλά κατά κλάδο παραγωγής. Ο αναδιοργανωμένος αυτός συνδικαλισμός θα εγκατέλειπε την τακτική των πιέσεων και των διαπραγματεύσεων των συνδικαλιστικών ηγεσιών θα υιοθετούσε την άμεση δράση των μαζών, η οποία θα κλιμακωνόταν από τις απεργίες στις διαδηλώσεις, στις καταλήψεις εργοστασίων, στην επιβολή εργατικού ελέγχου και στην ένοπλη εξέγερση. Η άμεση δράση δεν αποτελούσε αυτοσκοπό αλλά εκγύμναση των μαζών με στόχο την κοινωνική επανάσταση. Στην επανάσταση αποσκοπούσε και η πάλη για τη βελτίωση του επιπέδου ζωής των εργατών. Στα 1928 λοιπόν το νέο συνδικαλιστικό κίνημα εκτιμάται πως μπορεί να εκφράσει την επερχόμενη εργατική δυσαρέσκεια και να διεκδικήσει με πολιτικά αιτήματα την εργατική εξουσία. Έτσι, το σύνθημα της πολιτικής απεργίας έμπαινε από τις κομμουνιστικές ηγεσίες άμεσα σε όλα τα εθνικά τμήματα της ΚΔ.
Πολύ λογικά η κρίση του 1929 θεωρήθηκε ως το αδιάψευστο σημάδι που θα έθετε σε κίνηση τους μηχανισμούς αποσύνθεσης του καπιταλιστικού συστήματος οι οποίοι θα το κατέστρεφαν συθέμελα. Το προλεταριάτο δεν είχε παρά να εφορμήσει για να κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Η αντίφαση μεταξύ οικοδομούμενου σοσιαλισμού στην Ανατολή και καταρρέοντος καπιταλισμού στην Δύση κρίθηκε καθοριστική για αυτήν την επερχόμενη αναμέτρηση. Έτσι, η ΕΣΣΔ γίνεται η κινητήρια δύναμη της προλεταριακής επανάστασης. Αυτή η εκτίμηση για την διεθνή ταξική πάλη και τα ιστορικά καθήκοντα του νικηφόρου σοσιαλισμού συμβαδίζει με τις επιλογές στο εσωτερικό πεδίο της ταξικής πάλης μέσα στην ίδια την ΕΣΣΔ. Η ΝΕΠ καταργείται και τίθεται σε εφαρμογή το πρώτο πεντάχρονο πλάνο, της άμεσης, βίαιης και από τα πάνω εκβιομηχάνισης και κολλεχτιβοποίησης. Το κράτος, το κόμμα, ο απόλυτα κεντρικός και γραφειοκρατικός σχεδιασμός θεωρούνται να βασικά εργαλεία της δικτατορίας του προλεταριάτου, ώστε να αποδειχθεί άμεσα και γρήγορα η αποτελεσματικότητα του σοσιαλισμού έναντι του σε κατεπίπτοντος σε βαθειά κρίση καπιταλισμού. Η 10η ολομέλεια τον Ιούλιο του 1929, λίγους μήνες μόνο πριν τον Οκτώβρη της κρίσης, ολοκληρώνει την πολιτική γραμμή της «τάξης εναντίον τάξης» και του «σοσιαλφασισμού». Οι αποφάσεις της τονίζουν ότι επειδή αρχίζει η άνοδος των επαναστάσεων ο διεθνής καπιταλισμός ετοιμάζει πόλεμο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, εγκαθιδρύει φασιστικά καθεστώτα ή ανάλογα την περίσταση καταφεύγει στην σοσιαλδημοκρατική λύση πριν περάσει οριστικά στον φασισμό. Οπότε η σοσιαλδημοκρατία συνιστά την δίδυμη αδελφή του φασισμού και αποτελούν το τελευταίο χαρτί του αγωνιώντος καπιταλισμού. Συνεπώς, κεντρικό καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων είναι να συντρίψουν τους σοσιαλδημοκράτες «σοσιαλφασίστες» και ταυτόχρονα τις όποιες σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες στα επιμέρους κκ.
Όμως το αποτέλεσμα υπήρξε τελείως διαφορετικό από το ελπιδοφόρο σχέδιο, παρότι οι κομμουνιστές μπόρεσαν να προβλέψουν από «τα πριν» και πρόλαβαν να «φτιάξουν» γραμμή. Η τάση της ριζοσπαστικής δεξιάς ενδυναμώθηκε, καθώς οι αποτυχίες της επαναστατικής αριστεράς υπήρξαν θεαματικές. Επομένως, αντί να εγκαινιαστεί ένας νέος γύρος κοινωνικής επανάστασης, όπως αναμενόταν, η Ύφεση έφερε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα εκτός ΕΣΣΔ σε μια άνευ προηγουμένου δεινή θέση. Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 θα αποτελέσει την ταφόπλακα της επαναστατικής επαγγελίας. Στα 1934 ο ναζισμός θα καταστρέψει το γερμανικό ΚΚ που κάποτε αποτελούσε την ελπίδα της Μόσχας για την παγκόσμια επανάσταση και ήταν ασυγκρίτως το μεγαλύτερο και προφανώς το πιο ισχυρό και ανερχόμενο κόμμα της Διεθνούς. Έτσι, στα 1934 μόνο το γαλλικό κκ μπορούσε να έχει κάποια σοβαρή πολιτική παρουσία.
Το κυρίαρχο σχήμα ερμηνείας αυτής της ήττας σήμερα υποστηρίζει ότι η πολιτική που ακολούθησε η Κομιντέρν γενικά και ιδιαίτερα στην Γερμανία ήταν σεχταριστικής απομόνωσης και αυτοκτονική καθώς υποτίμησε τον κίνδυνο του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία υπερτονίζοντας τον κίνδυνο από την πλευρά των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που χαρακτηρίστηκαν «σοσιαλφασιστικά». Ανατρέχοντας κανείς στις συνθήκες της εποχής εκείνης στην Γερμανία θα εκπλαγεί βλέποντας ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κυβερνούσε σε πάρα πολλά κρατίδια και δήμους της χώρας. Το ίδιο αυτό Κόμμα αποτελούσε τον κύριο παράγοντας αντεπανάστασης στην επανάσταση του 1919 και βασικός στυλοβάτης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ήταν το κόμμα εκείνο που αποδέχτηκε την συνθήκη των Βερσαλλιών και στήριξε το οικονομικόπολιτικό σύστημα εξάρτησης της Γερμανίας από τις ΗΠΑ. Δηλαδή ήταν από τους κύριους υπεύθυνους της αντεπανάστασης και της οικονομικής κρίσης. Το γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα κατάφερε να μαζικοποιηθεί ακριβώς επειδή ασκούσε κριτική στην σοσιαλδημοκρατία και την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η κύρια ευθύνη της ανόδου του Χίτλερ δεν βαραίνει τους κομμουνιστές, αλλά την ίδια την Δημοκρατία της Βαϊμάρης και τους θιασώτες της. Κανένας εργάτης δεν ήταν διατεθειμένος για κανένα λόγο να υπερασπιστεί αυτό το καθεστώς. Συνεπώς είχε να επιλέξει είτε τον κομμουνισμό είτε τον φασισμό. Στην πραγματικότητα λοιπόν η ευθύνη βαραίνει κυρίως τη σοσιαλδημοκρατία και τις δικές της αυταπάτες ότι μπορεί να διασωθεί και να διασώσει κάτι από το δημοκρατικό καθεστώς εάν οι κομμουνιστές καταστραφούν. Δεν είναι μόνο τα ΚΚ που θα αλλάξουν γραμμή μετά το 1933 και θα υιοθετήσουν την πρόταση για Λαϊκά Μέτωπα, αλλά και οι σοσιαλδημοκράτες θα υιοθετήσουν πιο σκληρά μεταρρυθμιστικά μέτρα. Και οι δύο θα συνειδητοποιήσουν την σημασία της ανόδου του φασισμού.
Επίσης, σημασία έχει το γεγονός ότι στο ΚΚ Γερμανίας εντάσσονταν κυρίως οι στρατιές των ανέργων, οι οποίοι πλήττονταν κατακόρυφα. Παράλληλα σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης παρέμεναν στην παραγωγή. Αυτά τα τμήματα αντίθετα βρίσκονταν εξαιτίας των χαμηλών τιμών σε ευνοϊκή θέση. Αυτό είχε ως συνέπεια να πολώνεται το κλίμα εντός της ίδιας της εργατικής τάξης. Έτσι, το ΚΚΓ από τη μία στερούταν της δυνατότητας να ασκήσει μια ενιαία επαναστατική πολιτική μέσα στην ίδια την παραγωγική διαδικασία, με αποτέλεσμα οι πολιτικές μάχες να δίνονται αποκλειστικά και μόνο στο δρόμο με όρους καθημερινής βίας και σύγκρουσης ανάμεσα στα οργανωμένα τμήματα των ανέργων στο ΚΚΓ και στα οργανωμένα τμήματα των εργατών και των μικροαστών στους ΝΑΖΙ. Πως διαφορετικά θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει το δυσάρεστο γεγονός της υπερψήφισης των ΝΑΖΙ από εργάτες που εγκατέλειπαν μαζικά το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Με λίγα λόγια το ΚΚΓ δεν είχε πολλά περιθώρια να ακολουθήσει εναλλακτική πολιτική. Η χωρίς όρους συμμαχία με τους σοσιαλδημοκράτες ενδεχομένως να έφερνε πιο γρήγορα τον ναζισμό στην εξουσία.
Όχι τυχαία πολύ σύντομα ένα αντεπαναστατικό κύμα θα διαπεράσει όλες τις χώρες της Ευρώπης, καθώς δικτατορίες και φασιστικά καθεστώτα πολύ σύντομα επικρατούν σε όλη την Ευρώπη, ενώ ακόμη στις χώρες που διατήρησαν την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία ολοένα και περισσότερο κυριαρχούσε ένα αντιδραστικό και αυταρχικό πρόσωπο. Δηλαδή η παρακμή της αριστεράς δεν περιορίστηκε μόνο στο κομμουνιστικό ρεύμα. Στην Γερμανία εξαφανίστηκε από το προσκήνιο και το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ενώ έναν χρόνο αργότερα έπεσε και η σοσιαλδημοκρατία στην Αυστρία. Το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα είχε ήδη πέσει θύμα της Ύφεσης. Ολόκληρος σχεδόν ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός βρέθηκε ξαφνικά με την πλάτη στον τοίχο. Επίσης, χωρίς αυτήν την η ήττα δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει το βάθεμα της αντεπανάστασης στην Σοβιετική Ένωση, όταν στα 1936-38 με τις δίκες της Μόσχας εξοντώνεται όλη η επαναστατική γενιά. Κατά έναν περίεργο τρόπο, η ήττα του φιλελευθερισμού στις καπιταλιστικές χώρες θα συμβαδίσει και θα συνταυτιστεί με την ήττα του κομμουνισμού στις σοσιαλιστικές χώρες για να θριαμβεύσει ο κρατικός ολοκληρωτισμός.

Ο καινούργιος κόσμος
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και ύστερα ο καπιταλιστικός κόσμος άρχισε να γίνεται «κευνσιανικός». Το εθνικό κράτος, σα συλλογικός διαχειριστής της κρίσης μέσα σ’ εκείνα ή τα άλλα σύνορα, με την κεντρική του τράπεζα, τα υπουργεία του, το νόμισμά του, αναλαμβάνει συνειδητά και μεθοδικά μεγάλο μέρος της ευθύνης να προστατευτούν και να ορθολογικοποιηθούν οι όροι, οι κοινωνικές σχέσεις, οι θεσμοί της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης. Το μονοπωλιακό στάδιο περνάει στην κρατικομονοπωλιακή φάση του.
Ο Κέυνς ένας βρετανός λόρδος με πλήρη συνείδηση της αστικής κοινωνικής του θέση αφού μελετήσει τη σοβιετική κοινωνία θα ανακαλύψει εκεί τρομακτικούς νεωτερισμούς. Έτσι, ο ρομαντισμός για τον απλό εργάτη, η ηθική καταδίκη του να φτιάχνεις λεφτά σε συνδυασμό με την ανάδειξη του σταλινικού κράτους των 5ατών πλάνων σε πετυχημένο κεντρικό οργανωτή της παραγωγής και της διανομής θα είναι τα βασικά στοιχεία που θα θαυμάσει στην κόκκινη Ρωσία. Θα θεωρήσει ότι είχαν μεγαλύτερη πειθώ και δυναμική απ’ τις προτροπές σε νηστεία και προσευχή που έκαναν οι αμήχανες αστικές κυβερνήσεις της Δύσης. Θα αναγνωρίσει έτσι ήδη πολύ πριν το 1929 την ανάγκη για τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης που θα παραμένει όμως καπιταλιστικό. Όταν μετά το 1929 θα αισθανθεί και ο ίδιος την απειλή του Μαρξ θα προχωρήσει σε λεπτομερέστερη παρουσίαση του σχεδίου που στα 1936 θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο Γενική Θεωρία για την Απασχόληση, τον Τόκο και το Χρήμα. Αυτό το νέο μοντέλο θα στηρίζεται σε ένα ισχυρό κράτος που θα υπερβαίνει τους ανταγωνισμούς του ατομικού κεφαλαιοκράτη και θα σχεδιάζει κεντρικά για το συλλογικό καπιταλιστικό συμφέρον: θα παρέχει υψηλούς μισθούς και προστασία στην μισθωτή εργασία και θα αναλαμβάνει το ίδιο να δημιουργεί απασχόληση. Με αυτόν τον τρόπο το καπιταλιστικό σύστημα πετυχαίνει δύο νίκες μία απέναντι στον κακό του εαυτό και μία απέναντι στον ιδεολογικό του εχθρό αντιγράφοντάς τον.
Ένας ουδέτερος παρατηρητής θα σημείωνε γενικά τρεις τουλάχιστον παραλλαγές αυτής της αντικυκλικής κρατικής δράσης (αντικυκλικής με την έννοια της αναίρεσης και του ελέγχου των συνεπειών της παραδοσιακής κίνησης του καπιταλιστικού κύκλου), μια Ρουσβελτιανή παραλλαγή, μια Χιτλερική, μια Σταλινική. Έτσι, τόσο η αναμέτρηση στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και η αναμέτρηση κατά τον Ψυχρό Πόλεμο θα αφορά τον ανταγωνισμό οικονομικών συστημάτων που από εντελώς διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες και στρατηγικές θα αναμετριούνται πάνω σε έναν κοινό οικονομικό παρανομαστή.
Από το 1936 ο σταλινικός κομμουνισμός με τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κομμ. Διεθνούς διαβαθμίζει για πρώτη φορά τον φασισμό από την αστική δημοκρατία ως «ένα καθεστώς της πιο βάρβαρης εκμετάλλευσης και καταπίεσης των εργαζομένων» και καλεί τις «μάζες» να «διαλέξουν όχι ανάμεσα στην προλεταριακή δημοκρατία και την αστική δημοκρατία αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό» θέτοντας ως ύψιστο καθήκον για τα ΚΚ την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας έναντι του φασιστικού κίνδυνο. Η ΚΔ εξελίσσεται στον κατεξοχήν πολιτικό παράγοντα υπεράσπισης της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όταν μέχρι τότε ήταν το κατεξοχήν εχθρικό σε αυτή. Το νέο δρων πολιτικό σώμα δεν είναι η «εργατική τάξη», αλλά «ο λαός», το «επαναστατημένο έθνος».
Ο νέος αυτός ριζοσπαστικός πατριωτισμός, ένα είδος νέου γιακωβινισμού, φέρνει τον σταλινισμό σε κοινό παρανομαστή με τα άλλα δύο ανταγωνιστικά συστήματα, δηλαδή τον χιτλερισμό και τον Ρουσβελτιανό καπιταλισμό, όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο, αλλά και στο ίδιο ιδεολογικό πεδίο, δηλαδή τον πατριωτισμό. Η σύγκλιση αυτή θα προκαλέσει σύγχυση στον προσανατολισμό και στις συμμαχίες όλων των κρατών μπροστά στον επικείμενο πόλεμο. Τελικά, τα ιδιαίτερα αντιδραστικά χαρακτηριστικά του φασισμού και ο επιθετικός του χαρακτήρας θα επιλύσουν αυτό το ζήτημα με την κήρυξη από πλευράς Χίτλερ του διπλού μετώπου απέναντι σε Δύση και Ανατολή. Έτσι, στον παγκόσμιο πόλεμο οι κρίσιμες διαχωριστικές γραμμές δεν χαράχτηκαν μεταξύ καπιταλισμού, κοινό μέτωπο ΗΠΑ, Βρετανία και Φασισμού, και κομμουνιστικής κοινωνικής επανάστασης, ούτε μεταξύ καπιταλισμού και αντιπλουτοκρατισμού (κοινό μέτωπο σταλινισμού με φασισμό), αλλά μεταξύ ιδεολογικών οικογενειών: από τη μια έχουμε τους απογόνους του διαφωτισμού του 18ου αιώνα και των μεγάλων επαναστάσεων συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσικής επανάστασης και από την άλλη τους αντιπάλους τους. Το κοινό αυτό μέτωπο δημιούργησε προς στιγμήν το όραμα για εταιρική σχέση Ηνωμένων Πολιτειών – Σοβιετικής Ένωσης μετά τον πόλεμο, όνειρο που έσπασε πολύ σύντομα η ίδια η ταξική πάλη, αλλά και ο οικονομικός-πολιτικός ανταγωνισμός των δύο συνασπισμών.
Παρά την ένταση του Ψυχρού Πολέμου όμως, ο μεταπολεμικός κόσμος των δεκαετιών του 1950 και 1960 θα πρέπει να χαρακτηριστεί η πλέον αισιόδοξη εποχή του καπιταλισμού και η καλύτερη σε επίπεδο οικονομικής, πολιτισμικής, τεχνολογικής ανάπτυξης, αλλά και βιοτικού επιπέδου για ισχυρά τμήματα της ανθρωπότητας, ίσως σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Παρότι αφορούσε κυρίως τις ανεπτυγμένες χώρες και ποτέ η αφθονία δεν άγγιξε την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού, η μαζική πείνα δεν υπήρξε εκτός των περιπτώσεων που η αιτία ήταν ο πόλεμος. Ο Έρικ Χομπσμπάουμ ονομάζει αυτήν την εποχή «τα χρυσά χρόνια». Έτσι, μετά τον πόλεμο την εξουσία ανέλαβαν παντού κυβερνήσεις με ισχυρό μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό είτε τύπου Ρούσβελτ με το Δόγμα του Προέδρου Τρούμαν, διάδοχο του Προέδρου Ρούζβελτ και συνεχιστή της παρεμβατικής πολιτικής του στο Δημοκρατικό Κόμμα είτε σοσιαλιστικό ή σοσιαλδημοκρατικό προσανατολισμό, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τους Εργατικούς της Βρετανίας, ενώ στις χώρες της Ανατολής οικοδομούνταν αμιγώς «σοσιαλιστικά» καθεστώτα. Ο ριζοσπαστισμός της εποχής της Αντίστασης επηρέασε ακόμα και τα συντηρητικά κόμματα, όπως οι Χριστιανοδημοκράτες ή το Βρετανικό Τόρις. Έτσι, παρότι την δεκαετία του 1950 τα αριστερά κόμματα υποχωρούν και κυβερνούσαν σχεδόν παντού συντηρητικοί η ταξική συναίνεση όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά έγινε επιπλέον καθεστώς. Οι εργοδότες δεν είχαν λόγους να ανησυχούν, διότι η πραγματοποίηση υψηλών κερδών έδινε τα περιθώρια για παροχή υψηλών μισθών, ενώ η προβλεψιμότητα καθιστούσε τον προγραμματισμό πιο εύκολο. Απ’ την άλλη μεριά, οι εργαζόμενοι έβλεπαν τους μισθούς τους και τις άλλες παροχές να αυξάνονται κανονικά, καθώς επίσης κι ένα κράτος πρόνοιας το οποίο επεκτεινόταν σταθερά και γινόταν όλο και πιο γενναιόδωρο. Οι κυβερνήσεις διέθεταν πολιτική σταθερότητα και χάρασσαν προβλέψιμη μακροοικονομική πολιτική, ενώ τα κκ πλην Ιταλίας εξασθένιζαν. Οι οικονομίες των βιομηχανικών χωρών σημείωναν μεγάλες επιδόσεις και για πρώτη φορά δημιουργήθηκε μια οικονομία μαζικής κατανάλωσης. Επρόκειτο για μια οικονομία όπου υπήρχε πλήρης απασχόληση και συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.
Την ίδια στιγμή οι χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» βίωναν εξίσου μια τεράστια τεχνολογική, βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της ΕΣΣΔ στη δεκαετία του 1950 ήταν ταχύτεροι από κάθε άλλη δυτική χώρα, ενώ οι οικονομίες των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης αυξάνονταν σχεδόν με τον ίδιο ρυθμό. Την δεκαετία του 1960, παρά την ελάττωση των ρυθμών ανάπτυξης, το κατακεφαλήν ΑΕΠ σε αυτές τις χώρες ήταν ελαφρώς αυξημένο σε σχέση με τις καπιταλιστικές χώρες.
Οι κοινωνικές συνθήκες, παρά την πολιτική πόλωση και ανταγωνισμό των δύο συστημάτων, μάλλον ευνοούσαν την συναίνεση και την ιδεολογία της ειρηνικής συνύπαρξης, με αποτέλεσμα την παγίωση της ενσωμάτωσης του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος στο αστικό πολιτικό σύστημα. Η στροφή του Χρουστσόφ στο 20ο Συνέδριο εκφράζει ακριβώς αυτήν την τάση. Τα κομμουνιστικά κόμματα πουθενά δεν επιδιώκουν την επαναστατική ρήξη, αλλά συμμαχίες με τα σοσιαλδημοκρατικά και συμμετοχή στις κυβερνήσεις. Στην χειρότερη περίπτωση προσδοκούν τον ρόλο του συλλογικού διαπραγματευτή των εργατικών συμφερόντων μέσα στα πλαίσια των αστικών θεσμών και με αντάλλαγμα αυτήν ακριβώς την συναίνεση.

Η εποχή της κρίσης
Ο πρώτος παράγοντας που θα αμφισβητήσει την Χρυσή Εποχή θα είναι ο Μάης του 1968. Οι φοιτητικές εξεγέρσεις και η εργατική κινητικότητα θα διαρρήξουν ακριβώς αυτήν την αίσθηση της σταθερότητας του πολιτικού καθεστώτος αμφισβητώντας μέσα από νέα ερωτήματα την ενσωμάτωση και την συναίνεση της κομμουνιστικής αριστεράς. Δεν είναι όμως ο Μάης του 1968 στον οποίο ο φοιτητικός παράγοντας αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά σε όλα τα αντιδικτατορικά, δημοκρατικά, αντιπολεμικά και αντιιμπεριαλιστικά κινήματα δημιουργώντας ένα πολύ διαφορετικό ποιοτικά ρεύμα αντικαπιταλιστικής διαμαρτυρίας. Έτσι, η πρώτη κρίση που θα αντιμετωπίσει η χρυσή εποχή θα είναι από τα αριστερά και θα αφορά την πολιτισμική και πολιτική συντηρητικοποίηση που επέφερε η συναίνεση στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Η διευρυμένη αντιεξουσιαστική πρακτική, το αυθόρμητο εξεγερσιακό πνεύμα, η ελευθεριότητα, η αμφισβήτηση της αξίας της τεχνολογικής προόδου και της αέναης θετικής προόδου, η αμφισβήτηση του ανδροκρατικού και πατριαρχικού μοντέλου, το φεμινιστικό κίνημα, η σεξουαλική επανάσταση, η κριτική στο κράτος προκαλούν τεράστιο πολιτισμικό και πολιτικό σοκ.
Πολύ σύντομα μια μεγάλη οικονομική κρίση θα αποτελέσει την βάση για την αμφισβήτηση της χρυσής εποχής από τα δεξιά, καθώς η ιστορία της εικοσαετίας μετά το 1973 είναι η ιστορία ενός κόσμου που έχασε τα υποστηρίγματά του και γλίστρησε προς την αστάθεια. Τον Οκτώβριο του 1973 το Ισραήλ δέχτηκε επίθεση από τρεις αραβικές χώρες βυθίζοντας την περιοχή σε χάος για πολλοστή φορά. Οι αραβικές χώρες-μέλη του ΟΠΕΚ, για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στις ΗΠΑ και στην Ολλανδία, που απροκάλυπτα υποστήριζαν το Ισραήλ, επέβαλαν εμπάργκο στην αποστολή πετρελαίου στις δύο αυτές χώρες. Το τελευταίο γεγονός σε συνδυασμό με τη δυσκολία διακίνησης του πολύτιμου προϊόντος είχε ως αποτέλεσμα οι τιμές να εκτιναχθούν στα ύψη. Η δραματική αυτή άνοδος των τιμών (από 3 δολάρια το βαρέλι το 1973 σε 20 δολάρια το Μάρτιο του 1974) είχε άμεσο αντίκτυπο στις τιμές άλλων προϊόντων. Οι χώρες-μέλη του ΟΠΕΚ αύξησαν τις τιμές στις μεγάλες εταιρίες πετρελαιοειδών, οι οποίες μετακύλισαν, μέσω διυλιστηρίων και πρατηρίων, τις αυξήσεις αυτές στους τελικούς καταναλωτές. Οι παραπάνω αυξήσεις διαχύθηκαν στα υπόλοιπα προϊόντα - με πρώτα εκείνα που επηρεάζονται άμεσα από την τιμή των πετρελαιοειδών, όπως τα πλαστικά, βυθίζοντας την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση. Οι επενδύσεις μειώθηκαν και η συνολική ζήτηση παρουσίασε δραματική κάμψη. Η πτώση του Σάχη του Ιράν το 1979 και η άνοδος στην εξουσία των ισλαμιστών σήμανε την αρχή ενός δεύτερου ”γύρου” ανόδου των τιμών του μαύρου χρυσού, λόγω της διακοπής των εξαγωγών πετρελαίου από την Περσία και της αναταραχής που δημιουργήθηκε. Οι τιμές πήραν για άλλη μια φορά την ανιούσα, από 13 δολάρια το βαρέλι το 1978 σε 32 δολάρια στις αρχές του 1980. Τα αποτελέσματα της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης ήταν περίπου ίδια με εκείνα του 1973, αλλά με διαφορετική ένταση, διάρκεια και για κάθε χώρα. Περισσότερο επλήγησαν οι αναπτυσσόμενες μη πετρελαιοπαραγωγικές χώρες, οι οποίες παρουσίασαν για άλλη μια φορά έλλειμμα στο ισοζύγιό τους. Ο πληθωρισμός και η ανεργία αυξήθηκαν πάλι. Οι δυτικές οικονομίες ξαναβυθίστηκαν σε νέο τέλμα δύο έτη μετά το 1981. Παρότι ο φόβος μιας νέας Μεγάλης Ύφεσης πλανιόταν τελικά οι δεκαετίες της κρίσης δε συνιστούσαν δεκαετίες «Μεγάλης Οικονομικής Κάμψης» με την έννοια της δεκαετίας του 1930. Η παγκόσμια οικονομία δεν κατέρρευσε ούτε για μια στιγμή, μολονότι η Χρυσή Εποχή έληξε. Στον ανεπτυγμένο κόσμο η οικονομική ανάπτυξη συνεχίστηκε με χαμηλότερο ωστόσο ρυθμό. Αρχίζει όμως να διευρύνεται το χάσμα μεταξύ του αναπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου, ενώ ακόμα και στις ανεπτυγμένες οικονομίες τέθηκε σχεδόν τέρμα στη σχεδόν αυτόματη άνοδο των πραγματικών εισοδημάτων. Οι φτωχοί γίνονται ολοένα φτωχότεροι και οι πλούσιοι ολοένα και περισσότεροι. Πολύ σύντομα τα προβλήματα που ο καπιταλισμός είχε πιστέψει πως είχε λύσει επανεμφανίστηκαν, «η φτώχεια, η μαζική ανεργία, η εξαθλίωση, η αστάθεια», ο τέταρτος κόσμος κάνει αισθητή την παρουσία του στα γκέτο και στις παραγκουπόλεις των μεγάλων μητροπόλεων.
Αρχικά οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν παλαιές κεϋνσιανές και σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές, σύντομα ένα νέο σχέδιο αρχίζει να εμφανίζεται διεκδικώντας τη φυσιογνωμία του «ριζοσπαστικού», ο νεοφιλελευθερισμός. Ακόμα και πριν από το οικονομικό κραχ, η μειοψηφία των πιστών στην απεριόριστη και άνευ φραγμών ελεύθερη αγορά – μειοψηφία που βρισκόταν σε απομόνωση – άρχισε την επίθεσή της ενάντια στην κυριαρχία των κευνσιανών και άλλων υποστηρικτών της μικτής οικονομίας, της πλήρους απασχόλησης και του κεντρικού ρόλου του δημόσιου τομέα. Οι Friendrich von Hayevk και ο Milton Firdman αναδεικνύονται μέσα στην δεκαετία του 1970 οι μαχητικοί υπερασπιστές του οικονομικού ακραίου φιλελευθερισμού. Η Χιλή του Πινοσέτ θα αποτελέσει το πρώτο πείραμα του νεοφιλελευθερισμού. Θα ακολουθήσει η Θάτσερ και ο Ρήγκαν. Η Σουηδία θα αποτελέσει το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο που θα αντέξει τις δεκαετίες 1970 και 1980, αλλά τελικά και αυτό βρέθηκε σε υποχώρηση μέσα στην ίδια του την κοιτίδα. Στην Γαλλία, η κυβέρνηση Μιττεράν αντιμετώπισε κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών και αναγκάστηκε να υποτιμήσει το νόμισμά της και να αντικαταστήσει την κεϋνσιανή πολιτική με μια πολιτική λιτότητας με ανθρώπινο πρόσωπο. Το 1986 ο Κώστας Σημίτης εφαρμόζει το πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα της σοσιαλιστικής κυβέρνησης στην Ελλάδα.
Την ίδια εποχή, γύρω στα 1970, μια παρόμοια κρίση άρχισε να πλήττει και να υπονομεύει το Δεύτερο Κόσμο των κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών. Στην αρχή η κρίση συγκαλύφτηκε, αλλά στην συνέχεια αποκαλύφτηκε ως αιφνίδια μετά το θάνατο σημαντικών ηγετών, όπως του Μάο και του Μπρέζνιεφ. Από οικονομική άποψη ήταν σαφές ότι ο σχεδιασμένος υπαρκτός σοσιαλισμός είχε μεγάλη ανάγκη μεταρρυθμίσεων. Από τη δεκαετία του 1970, τα σημάδια οπισθοδρόμησης ήταν πλέον ολοφάνερα. Ήταν η εποχή όπου οι οικονομίες αυτές εκτέθηκαν, όπως και οι άλλες στις ανεξέλεγκτες μετακινήσεις και στις απρόβλεπτες διακυμάνσεις της διεθνικής παγκόσμιας οικονομίας. Η μαζική είσοδος της ΕΣΣΔ στη διεθνή αγορά δημητριακών και οι επιπτώσεις των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970 προσέδωσαν δραματική διάσταση στο γεγονός ότι το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» έπαψε ουσιαστικά να αποτελεί πλέον μια αυτοδύναμη περιφερειακή οικονομία απρόσβλητη απέναντι στις ιδιοτροπίες της παγκόσμιας οικονομίας. Κατά έναν περίεργο τρόπο, Ανατολή και Δύση όχι μόνο είχαν προσδεθεί στο ίδιο όχημα της διεθνικής οικονομίας χωρίς καμια να μπορεί να το ελέγξει, αλλά ήταν δεμένες σε μια αλλόκοτη αλληλεξάρτηση του ψυχροπολεμικού συστήματος ισχύος. Στα 1980 οικονομολόγοι στα ανατολικά κράτη αρχίζουν να δημοσιεύουν ιδιαίτερα αρνητικές αναλύσεις για τα σοσιαλιστικά οικονομικά συστήματα και να εξαπολύουν ανελέητες επιθέσεις εναντίον των μειονεκτημάτων του σοβιετικού κοινωνικού συστήματος. Σύντομα οι ίδιοι οι ηγέτες με πρωταγωνιστή τον Γκορμπατσόφ επιχειρούν να μεταρρυθμίσουν τον υπαρκτό σοσιαλισμό σε κάτι παρόμοιο με την δυτική σοσιαλδημοκρατία. Η στροφή όμως των κομμουνιστικών ηγεσιών προς τη Δύση και τον καπιταλισμό 6 δεκαετίες μετά την επίσκεψη του Κέυνς στο Λένιγκραντ και την προσπάθειά του να αντιγράψει τον οικοδομούμεμο νικηφόρο σοσιαλισμό σήμαινε ουσιαστικά παραδοχή της ήττας ακριβώς εκείνη την στιγμή που η Δύση εγκαταλείπει τον Κέυνς. Η κατάρρευση με τη μορφή χιονοστιβάδας και το πέρασμα των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού μέσα σε λίγα χρόνια στον πιο άγριο καπιταλισμό ήταν η μόνη δυνατή διέξοδος. Γιατί δεν ήταν μόνο οι ηγεσίες των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού που αμφισβητούσαν την αξία του σοσιαλισμού, αλλά και οι ίδιες οι εργατικές τάξεις που εδώ και πολλές δεκαετίες βίωναν έναν αυταρχικό «σοσιαλισμό» χωρίς υλικά ανταλλάγματα και κοινωνικό όραμα. Η καπιταλιστική Δύση είχε νικήσει σε όλα τα σημεία. Συνεπώς, δεν υπήρχε κανένας που να αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπίσει κάτι από αυτά τα καθεστώτα. Το ιδεολογικό πλήγμα στα επαναστατικά και κομμουνιστικά οράματα ήταν τεράστιο και διαπέρασε όλον τον πλανήτη ενισχύοντας ιδεολογικά τις αξίες του καπιταλισμού. Έδωσε επιπλέον και πολύ δυνατά όπλα στον ανερχόμενο νεοφιλευθερισμό να διαλύσει ακόμη περισσότερο κάθε μορφή κοινωνικού κράτους, χτυπώντας ανελέητα τα εργατικά συμφέροντα.
Στην πράξη μέσα από τον νεοφιλελευθερισμό το κεφάλαιο σε εθνικό και διεθνές επίπεδο επιχειρεί ένα είδος συνολικής αντεπανάστασης με στρατηγικό στόχο να επαν-οικειοποιηθεί τον οικονομικό χώρο που οι πολιτικοί και ταξικοί συσχετισμοί δύναμης του στέρησαν και φιλοδοξώντας περισσότερη ελευθερία και ελπίζοντας σε δυνατότητες μεγαλύτερης κερδοφορίας. Εκμεταλλεύεται την πολιτική συντηρητικοποίηση της μεταπολεμικής γενιάς, το κλίμα αμφισβήτησης που γέννησε το 68 και το σοκ και τα οικονομικά αποτελέσματα της κρίσης, δηλαδή την ανεργία και την φτώχεια, αλλά και τις ιδεολογικές απογοητεύσεις από την χρεωκοπία του υπαρκτού σοσιαλισμού και αργότερα από τις καταρρεύσεις. Με εργαλείο την τεχνολογία και την διεθνοποίηση επιχειρεί να απεξαρτηθεί από τα δεσμά δημιουργώντας νέα οικονομικά πεδία και νέες βιομηχανίες ή μεταφέρει τις παλιές σε περιοχές του πλανήτη με χαμηλότερα ημερομίσθια. Έτσι, δημιουργούνται δύο ταχύτητες εργαζομένων: από τη μία εκείνοι που εργάζονταν στις νέες βιομηχανίες με ανύπαρκτη συνδικαλιστική οργάνωση. Αυτή είναι η νέα εργατική βάρδια η οποία προέρχεται από τις τάξεις των ανέργων, νεοφτωχών και ηλικιακά νεώτερων γενιών που μπαίνουν στην παραγωγική ηλικία. Από την άλλη εκείνοι που εργάζονταν στις παλαιές βιομηχανίες με ισχυρή συνδικαλιστική οργάνωση που ένιωθαν να απειλούνται λιγότερο ή ήταν διατεθειμένοι να στηρίξουν κυβερνήσεις που θα θίγουν τους άλλους και όχι τους ίδιους. Το κεφάλαιο πλέον αρνείται να παραχωρήσει στα αριστερά κόμματα και στα συνδικάτα το δικαίωμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης και επιλέγει την ατομική διαπραγμάτευση. Το εργατικό κίνημα ελεγχόμενο από τις σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες και τα κομμουνιστικά κόμματα χάνουν τον ρόλο τους ως ενδιάμεσοι, εξασθενούν και παρακμάζουν, καθώς αδυνατούν να απαντήσουν μέσα από τις παραδοσιακές μορφές κοινωνικού διαλόγου. Η ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική και η καθεστωτική κομμουνιστική αριστερά χάνει ουσιαστικά το πλεονέκτημα που την καθιστούσε χρήσιμη στα εργατικά στρώματα και είτε καταρρέει είτε υιοθετεί τον νεοφιλελευθερισμό με επιχείρημα να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί. Οι συνδικαλισμένοι εργάτες μέσα από τα χρεωκοπημένα σωματεία ενισχύουν τις νεοφιλελεύθερες επιλογές ως μόνη εφικτή λύση, ενώ οι μη συνδικαλισμένοι σιχαίνονται κάθε τι που σχετίζεται με συνδικαλισμό και κατ’ επέκταση με αριστερά.
Την ίδια στιγμή τα ριζοσπαστικά πολιτικά ερωτήματα του 1968 διαρρηγνύουν τη σχέση τους με την αριστερά και το εργατικό κίνημα, καθώς οι νεολαίοι κατά την δεκαετία του 1970 συνιστούν τη νέα μεσαία τάξη που εφαρμόζει ακριβώς αυτές τις πολιτικές. Η έννοια της αριστεράς ανασημασιοδοτείται αποδομώντας τις μεγάλες αφηγήσεις σε νέα επιμέρους αφηγήματα-κινήματα για το περιβάλλον, σε γυναικεία κινήματα, κλπ και ενσωματώνονται σε μια κοινή φιλελεύθερη αντικρατική-αντικομμουνιστική συμμαχία. Το κράτος και ό,τι σχετίζεται με αυτό φαντάζει ο μεγαλύτερος εχθρός, ταυτίζεται με τον σοσιαλισμό, τον μαρξισμό, τον αυταρχισμό και εντέλει με την έννοια της ταξικής πάλης δημιουργώντας ένα ασαφές ριζοσπαστικό αντικρατικό παρανομαστή που μπορούσε να ενοποιεί τον πιο δεξιό με τον πιο αναρχικό. O κοσμοπολίτικος διεθνισμός γίνεται η ψυχή της νέας αριστεράς, αλλά ιδιαίτερα ανέξοδος, αφού οι φορείς του οικονομικού και πολιτικού συστήματος την συναγωνίζονται σε διεθνισμό. Η μετανάστες θύματα της κρίσης στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, οι πρόσφυγες από τους πολέμους και οι μετανάστες από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού δημιουργούν μια πρόσθετη εσωτερική διαίρεση στην εργατική τάξη που ωθεί τους ντόπιους εργάτες στην υιοθέτηση ρατσιστικών ιδεολογιών και την προσχώρηση στον κοινωνικό συντηρητισμό. Ο παλιός πατριωτισμός της σοσιαλδημοκρατίας και του κομμουνισμού ακυρωμένοι από τις ριζοσπαστικές ταξικές συνδηλώσεις τους δημιουργούν ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο που επικοινωνεί με την άκρα δεξιά και επιτρέπει την κυριαρχία του εθνικισμού, του σωβινισμού και του φασισμού. Έτσι, εμφανίστηκαν νέες πολιτικές δυνάμεις που κατέλαβαν το κενό που δημιουργήθηκε, ένα μικτό συνοθύλευμα από ξενοφοβικούς και ρατσιστές της δεξιάς και αυτονομιστικά κόμματα μέχρι διάφορα «πράσινα» κόμματα και άλλα «νέα κοινωνικά κινήματα» τα οποία διεκδικούσαν θέση στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Σε πολλές χώρες κατάφεραν να επικρατήσουν, αλλά πολύ σύντομα τόσο η παραδοσιακή δεξιά όσο και η σοσιαλδημοκρατία υιοθέτησαν βασικά στοιχεία τους με αποτέλεσμα να παραμείνουν στο περιθώριο.
Μέσα από τις συνθήκες της κρίσης ο κρατικό-μονοπωλιακός καπιταλισμός δίνει τη θέση του σε ένα νέο στάδιο αυτό του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και στην πολιτισμική του λογική, δηλαδή το μεταμοντέρνο. Το νέο στάδιο που ουσιαστικά αποτελεί ένα μη λειτουργικό μοντέλο του καπιταλισμού καθώς μέσα από την αποδόμηση των μεταπολεμικών κανονικοτήτων και των μεγάλων αφηγήσεων αναδεικνύει συστατικά στοιχεία της ανεξέλεγκτης ελεύθερης αγοράς και του ολοκληρωτικού ατομικισμού, όπως το επιμέρους, το στιγμιαίο, το θυμικό σε βάρος του ορθολογικού, την απουσία στρατηγικής, την κυριαρχία της σύγχυσης, της διάχυσης, του χάους και τελικά της διάλυσης, σε κεντρική πολιτική πρόταση και όραμα για την κοινωνία. Ως εκ τούτου, είναι πολύ λογικό να χαρακτηρίζεται από διαρκείς και επαναλαμβανόμενες κυκλικές κρίσεις. Κορύφωμα αυτής της διαδικασίας είναι η σημερινή κρίση.