Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Τα αφεντικά έχουν ξεσαλώσει.


Στην Ζάκυνθο απολύθηκε εργάτρια επειδή έμεινε έγκυος. Η εργοδοσία της ζήτησε να «ρίξει» το παιδί αν ήθελε να παραμείνει στην δουλειά, η εργαζόμενη αρνήθηκε και απολύθηκε.

Στην Λιβαδειά 25χρονη εμποροϋπάλληλος, στο εμπορικό κατάστημα της εταιρείας «TSAKIRIS MALLAS» (υποδήματα), ενημερώνει τον εργοδότη της πως ήταν έγκυος.

Τότε άρχισε, - σύμφωνα με ανακοίνωσή του Σωματείου Ιδιωτικών Υπαλλήλων Λιβαδειάς- απ' την πλευρά της εργοδοσίας «ο ψυχολογικός πόλεμος, οι απειλές, οι παροτρύνσεις να βγει σε μακροχρόνιες αναρρωτικές άδειες, για να μπορέσουν να προσλάβουν άλλη εργαζόμενη που θα τους έβγαζε τη δουλειά. Να σημειώσουμε ότι πριν ανακοινωθεί η εγκυμοσύνη, η εργαζόμενη μετά από πιέσεις, φοβούμενη μη χάσει τη δουλειά της, υπέγραψε μείωση ωραρίου και αποδοχών». … «Το αποτέλεσμα βεβαίως όλων αυτών ήταν η εργαζόμενη να αποβάλλει στον τρίτο μήνα κύησης και γυρνώντας στη δουλειά της από την αναρρωτική άδεια να βρει την καταγγελία σύμβασης στον πάγκο εργασίας».
Η ανακοίνωση του Σωματείου καταλήγει ζητώντας την άμεση επαναπρόσληψη της εργαζόμενης.

Εμείς τι να σχολιάσουμε;
Τα αφεντικά έχουν ξεσαλώσει και εκτός των άλλων εγκληματούν –γιατί είναι εγκληματικές στην κυριολεξία αυτές οι συμπεριφορές- με τις «ευλογίες» της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου-Τσολάκογλου.

Δυστυχώς δεν παίρνουν την κατάλληλη απάντηση μιας και ο χαρτοπόλεμος καταγγελιών δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα.

ΣΤΡΕΣ ΤΕΣΤ: Η αντοχή των τραπεζών, της υποκρισίας, των ιδιωτικοποιήσεων


ΠΗΓΗ: "ΠΡΙΝ" (25/7/2010)

Ακίνητος πρέπει να ήταν ο διάδρομος όση ώρα έτρεχαν πάνω του οι 91 ευρωπαϊκές τράπεζες υπό το βλέμμα των εποπτικών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να ελεγχθούν οι αντοχές τους. Δεν εξηγείται διαφορετικά τέτοια επιτυχία.
Διαψεύδοντας όλες σχεδόν τις προβλέψεις, μόνο επτά τελικά τράπεζες φάνηκαν να αντιμετωπίζουν πρόβλημα, εκ των οποίων οι πέντε προέρχονταν από την Ισπανία, μία από την Γερμανία και μία από την Ελλάδα, η Αγροτική. Η αξιοπιστία των «ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων» όπως χαρακτηρίστηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδας τα «στρες τεστ» στα οποία υποβλήθηκαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες, αμφισβητήθηκε πριν καν δοθούν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματά τους. Πολύ φυσιολογικά, στο βαθμό που επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για μια άσκηση δημοσίων σχέσεων. Προς επίρρωση το γεγονός ότι οι υποθέσεις υπό τις οποίες ελέγχθηκαν παρέμειναν επτασφράγιστο μυστικό. Επίσης η απροθυμία των αρχών να συμπεριλάβουν στα κριτήρια πιθανό «κούρεμα» του ελληνικού δημόσιου χρέους. Την πιθανότητα να αναγκαστεί δηλαδή η κυβέρνηση να προβεί σε αναδιάρθρωση του χρέους, ενδεχόμενο που κάθε άλλο παρά μακρινό φαντάζει, προχωρώντας σε μια οριζόντια υποτίμηση των ομολόγων της τάξης του 20%, 30% ακόμη και 50%. Δεδομένου ότι πολλές γερμανικές και γαλλικές τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους ασυνήθιστα υψηλές τοποθετήσεις σε ελληνικά ομόλογα αξίας πολλών δισ. ευρώ – λόγω των ελκυστικότατων αποδόσεών τους – ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αποδείκνυε ότι οι περισσότερες τράπεζες στηρίζονται σε πήλινα πόδια και είναι αναξιόχρεες.

Και τέλος πάντων πριν συμβούν όλα τα παραπάνω η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε απελευθερώσει το μυθικό ποσό των 750 δισ. ευρώ, με την απόφαση της 10ης Μαΐου που έκανε κουρελόχαρτο το Σύμφωνο Σταθερότητας, για να σώσει τις τράπεζες. Ειρήσθω εν παρόδω, μια απόφαση που λήφθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της Γερμανίας η οποία επανέφερε ξανά την προηγούμενη εβδομάδα τις προτάσεις τιμωρίας εκείνων των χωρών που έχουν δημοσιονομικό έλλειμμα άνω του 3%, κι ειδικότερα την αναστολή του δικαιώματος ψήφου ακόμη και την πληρωμή προστίμου, μέσω του περιορισμού στην πρόσβαση σε κάποιου είδους επιδοτήσεις, όπως οι αγροτικές. Έτσι, οι αγρότες θα δουν να κόβονται τα κονδύλια των ενισχύσεων για να μπορούν να χρηματοδοτούνται οι τράπεζες! Γιατί, για να επιστρέψουμε στη γενναιόδωρη πλευρά της ΕΕ και των κρατών – μελών της, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπως ακριβώς το μνημόνιο της ντροπής που υπέγραψε η κυβέρνηση Παπανδρέου με την τρόικα κόπηκε και ράφτηκε στα μέτρα των τραπεζιτών, έτσι κι η απόφαση της 9ης και 10ης Μαΐου, ως άμεσα ωφελημένους είχε και πάλι τους ευρωπαίους τραπεζίτες.
Τα τεστ κοπώσεως επομένως των ευρωπαϊκών τραπεζών ήταν κατά βάση μια άσκηση υποκρισίας, που στόχευε να συγκαλύψει τα άμεσα και μακροχρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και να ωραιοποιήσει την κατάσταση.
Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα, με τις εγχώριες τράπεζες, σε εκθετικό μάλιστα βαθμό. Στην «άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων» από την Ελλάδα συμμετείχαν έξι τράπεζες (Εθνική, Γιούρομπανκ, Άλφα, Πειραιώς, Αγροτική και Ταμιευτήριο) εκ των οποίων πρόβλημα βρέθηκε να αντιμετωπίζει μόνο η Αγροτική, που δεσμεύθηκε να προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Αν όμως οι άλλες πέντε χαίρουν άκρας υγείας γιατί ξεκοκάλισαν μέχρι τελευταίου ευρώ τα 28 δισ. που τους παραχωρήθηκαν από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ; Κι αν η απάντηση είναι ότι ακόμη και χάρις αυτών των χρημάτων έκλεισε μια περίοδος αστάθειας, γιατί έχουν τεθεί στη διάθεσή τους άλλα 10 δισ. ευρώ από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που προβλέπεται στο μνημόνιο, ως δίχτυ ασφαλείας; Γιατί τέλος η Τράπεζα Ελλάδας, λειτουργώντας σαν ο πατερούλης των τραπεζιτών, παραβιάζοντας δηλαδή τον εποπτικό τη ρόλο, έσπευσε με ανακοίνωσή της την Παρασκευή, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των στρες τεστ, να υπενθυμίσει ότι υπάρχουν «επιπρόσθετα 1,2 δισ. που είναι διαθέσιμα μέσω του μέτρου κεφαλαιακής ενίσχυσης του Ν. 3723/2008»! Γιατί επίσης ξεχνούν ότι όλες οι ελληνικές τράπεζες είναι αποκομμένες εδώ και καιρό από τον διεθνή δανεισμό;
Κάνοντας το άσπρο – μαύρο η ελληνική κυβέρνηση και η ηγεσία φυσικά της Ευρώπης («αντικατοπτρίζουν την αλήθεια τα στρες τεστ» έσπευσε να διαβεβαιώσει η Μέρκελ, κλείνοντας έτσι την συζήτηση) δείχνουν πόσο διαχρονική και πανευρωπαϊκή είναι η τάση δημιουργικής λογιστικής και «μαγειρέματος» των αριθμών. Με άλλα λόγια πόσο αξιοθρήνητα υποτελής στα όρια του γραικυλισμού, είναι η κυβέρνηση του Παπανδρέου που έσπευσε ακόμη και να αλλάξει όνομα στην Στατιστική Υπηρεσία, δείχνοντας ότι έτσι παίρνει διαζύγιο από την αναξιοπιστία του παρελθόντος. Μα τουλάχιστον η αναξιοπιστία του παρελθόντος είχε ως ευνοούμενο το κράτος, τον εκφραστή του συλλογικού συμφέροντος της αστικής τάξης, όχι δέκα χρεοκοπημένους κι αποδεδειγμένα επικίνδυνους για το δημόσιο όφελος τραπεζίτες…
Η υποκρισία δεν σταματά μόνο στον εξωραϊσμό της κατάστασης σε έναν κλάδο που έχει γεμίσει με επιχειρήσεις – ζόμπι οι οποίες επιζούν μόνο και μόνο χάρη στις επιδοτήσεις του κράτους και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συνεχίζεται αν ρίξουμε και μια πιο προσεκτική ματιά στην κατάταξη των τραπεζών. Ειδικότερα, πέραν της αποτυχίας της Αγροτικής, ξεχωριστές επιδόσεις στην προσομοίωση, αναφερόμενοι στις ελληνικές, είχαν κι οι άλλες δύο τράπεζες που πρωταγωνίστησαν στα σενάρια εξαγορών. Το μεν Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο επειδή συγκέντρωσε την υψηλότερη πανευρωπαϊκή βαθμολογία κι η δε Πειραιώς επειδή ίσα – ίσα πέρασε τη βάση. Πρόκειται για αποτελέσματα που υπογραμμίζουν τον λεόντειο χαρακτήρα της συμφωνίας που επιδιώκει ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, Μιχάλης Σάλας, με την κατ’ αρχήν έγκριση του υπουργού Οικονομικών και του πρωθυπουργού καθώς η εξαγορά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου θα κληθεί να λειτουργήσει σαν μια ακόμη ένεση ρευστότητας που θα αναζωογονήσει την Πειραιώς, απομακρύνοντάς την από την ζώνη της επικινδυνότητας.
Ευτυχώς βέβαια το σενάριο φαίνεται να ακυρώνεται κάτω από την κατακραυγή όχι μόνο των εργαζομένων και της κοινωνίας, αλλά και των ανταγωνιστικών συμφερόντων που είδαν ξαφνικά το κίνδυνο η Τράπεζα Πειραιώς να οικειοποιηθεί για αυστηρά δικό της λογαριασμό πόρους που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εξυγιαντικά για όλο το κλυδωνιζόμενο ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα κι έτσι να βελτιώνει τη θέση της στον ανταγωνισμό.
Η διαφαινόμενη αποτυχία του τραπεζικού ντιλ (χωρίς να είναι ακόμη οριστική) δεν έγινε ωστόσο μάθημα για την κυβέρνηση που προχθές, Παρασκευή, αποφάσισε να επιταχύνει διάφορα σχέδια ιδιωτικοποιήσεων. Ειδικότερα, η διυπουργική επιτροπή αποκρατικοποιήσεων, αποφάσισε να δώσει νέα ώθηση στα σχέδια ξεπουλήματος της κρατικής περιουσίας, που ανέρχεται σε 300 δισ. ευρώ. Να θυμίσουμε ότι τα πνευματικά δικαιώματα της συγκεκριμένης πρότασης ανήκουν στη… Συγγρού, εκεί που θα μεταφερθούν τα νέα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας, σε μια προσπάθεια η νέα της ηγεσία να διαχωριστεί από το αντιδημοφιλές παρελθόν της Ρηγίλλης. Η Συγγρού λοιπόν διεκδικεί την πατρότητα της πρότασης, καθώς ο Αντώνης Σαμαράς είχε παρουσιάσει εν χορδαίς και οργάνοις αυτή την πρόταση – ξεπουλήματος της δημόσιας ακίνητης περιουσία – σε δημόσια εκδήλωση στο Ζάππειο, ως εναλλακτική λύση μάλιστα έναντι της προσφυγής στο ΔΝΤ. Σε αυτό το πλαίσιο περιφερειακές υποδομές, όπως λιμάνια και αεροδρόμια, θα δοθούν σε ιδιώτες, με την επίκληση από την κυβέρνηση της ανάγκης εκσυγχρονισμού τους και νέων επενδύσεων. Το ζητούμενο στην πραγματικότητα θα είναι η δημιουργία νέων πεδίων δραστηριοποίησης για το ιδιωτικό κεφάλαιο, το οποίο εθισμένο στις επενδύσεις μηδενικού ρίσκου θα καρπωθεί τη δημόσια περιουσία για να διευρύνει εκ του ασφαλούς τα ιδιωτικά κέρδη.
Το δεύτερο μέτρο που αποφασίστηκε αφορά την κατάθεση νομοσχεδίου για το «άνοιγμα» των οδικών εμπορικών μεταφορών. Πρόκειται για μια πολιτική που εντάσσεται στο πλαίσιο της περιώνυμης απελευθέρωσης των αγορών και δείχνει ταυτόχρονα το πραγματικό της επίδικο. Η κατάργηση του αναντίρρητα αναχρονιστικού καθεστώτος που έχει διαμορφωθεί ντε φάκτο με τις 30.000 άδειες χρήσης φορτηγών αυτοκινήτων που δόθηκαν το 1971, αν κάπου αποσκοπεί είναι στη δημιουργία καινούργιων πεδίων επιχειρηματικής δραστηριοποίησης προς όφελος του πολυεθνικού κεφαλαίου. Το ζητούμενο για την κυβέρνηση από την κατάργηση της μαύρης αγοράς των αδειών δεν είναι η πτώση τω τιμών στη διακίνηση των εμπορευμάτων, προ όφελος των καταναλωτών ή ακόμη και των ελεύθερων αγορών στις οποίες ορκίζεται. Η κυβέρνηση φαίνεται διατεθειμένη να καταφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα, με το νέο νομοσχέδιο, στα μικροαστικά και αστικά συμφέροντα που επωφελούνται του σημερινού καθεστώτος, μόνο και μόνο για να προωθήσει την οριζόντια, διακρατική ενοποίηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Υπ’ αυτή την έννοια τα επαγγέλματα των μεταφορών, όπως και των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων και των φαρμακοποιών, οι όροι άσκησης των οποίων θα αναμορφωθούν πλήρως στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, πάλι κλειστά θα είναι στις σύγχρονες και διευρυνόμενες ανθρώπινες και κοινωνικές ανάγκες. Κι ανοιχτά μόνο στην αισχροκέρδεια και τις κρατικές επιδοτήσεις με τα λεφτά των φορολογουμένων, σε περίπτωση χρεοκοπίας, όπως γίνεται κατ’ εξακολούθηση με τις τράπεζες σε Ευρώπη και Ελλάδα

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Το μνημόνιο και το κόστος εργασίας: η μεγάλη απάτη





























Το μνημόνιο και το κόστος εργασίας: η μεγάλη απάτη
Συντάκτης: Νίκος Κοτζιάς

Η κυβέρνηση επικαλούμενη το επιχείρημα του μονόδρομου έχει διαμορφώσει την πολιτική της ως εξής: στήριξη του μνημονίου διότι είναι αναγκαίο. Από αυτόν τον προσανατολισμό απορρέει, σύμφωνα πάντα με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, πρωτίστως η ανάγκη μείωσης του κόστους εργασίας. Δηλαδή, των μισθών και ημερομισθίων, των συντάξεων και των ασφαλιστικών δαπανών. Στη βάση αυτής της λογικής επιτέθηκε η τρόικα και το οικονομικό επιτελείο στο μεροκάματο του απλού κόσμου. Όμως, όλο το επιχείρημα είναι ηθικά, πολιτικά και οικονομικά σαφώς λανθασμένο, υποκριτικό και άδικο.

Πώς διαμορφώνονται οι μισθοί και το κοινωνικό κόστος εργασίας;
Το μέγεθος ενός μισθού είναι αποτέλεσμα ιστορικών – κοινωνικών παραγόντων. Σχετίζεται άμεσα με τους κοινωνικούς αγώνες που έχουν διεξαχθεί, την παραγωγικότητα της εργασίας σε μια χώρα (κλάδο, περιοχή), καθώς και το ύψος του ίδιου του μισθού κατά το παρελθόν και μέχρι σήμερα. Με άλλα λόγια, σε ένα πρώτο επίπεδο, το ύψος των μισθών και του κοινωνικού κόστους της εργασίας είναι ένα μέγεθος που διαμορφώνεται μέσα από τις συγκρούσεις, συναινέσεις και συνεννοήσεις που υπήρξαν στο παρελθόν στην κοινωνία, καθώς και στις άμεσα επίκαιρες συνθήκες. Η διαμόρφωση αυτών των μεγεθών, έχει αποδειχτεί επιστημονικά, ορίζεται και καθορίζει σε τελική ανάλυση από έναν παράγοντα: τη διασφάλιση της αναπαραγωγής της ικανότητας εργασίας (προκειμένου να εξασφαλίζει ο εργαζόμενος τα σε κάθε εποχή τα αναγκαία είδη προς κατανάλωση, την απαραίτητη υγεία, εκπαίδευση κοκ). Με άλλα λόγια το ύψος των μισθών, συντάξεων, κοινωνικών δαπανών συνδέεται άμεσα με την διασφάλιση ύπαρξης επαρκούς αριθμού μισθωτών, επαρκής ειδίκευσης και μόρφωσης, επάρκειας υγείας. Πρόκειται για όρο και μέγεθος που συνδέεται με τις κατακτήσεις των εργαζομένων, αλλά και το «είδος» εργαζομένων, ως προς την ειδίκευση και μόρφωση, υγεία και ικανότητες, χρειάζεται σε κάθε εποχή η οικονομία.Ο μισθός (και σύνταξη + κοινωνικό κόστος) της εργασίας εξαρτάται άμεσα από το ύψος των τιμών των αγαθών που είναι απαραίτητα στους εργαζομένους προκειμένου να μπορούν να προσφέρουν τις ικανότητές τους στην οικονομία μιας χώρας. Όταν αυξάνουν οι τιμές, αυξάνει το κόστος της εργασίας. Όταν κάνει προόδους η κοινωνία και αποκτά νέες γνώσεις, αυξάνουν οι απαιτήσεις – κόστος μόρφωσης των εργαζομένων, αλλά και οι δυνατότητες – απαιτήσεις περίθαλψής τους. Όσο προχωρεί η επιστήμη και οι ικανότητες της κοινωνίας για μακρόχρονη επιβίωση, αυξάνει υπό φυσιολογικές συνθήκες και η τιμή (μισθός συν όλα τα άλλα) των εργαζομένων. Βέβαια, οι επιχειρηματίες κατά κανόνα επιδιώκουν να μην ενσωματωθούν οι νέες απαιτήσεις, οι καινούργιες δυνατότητες και η αύξηση παραγωγικότητας στον μισθό καθώς και στο γενικότερο κόστος εργασίας, προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους. Πρόκειται για ένα πεδίο συνεχούς διαμάχης τους με τον κόσμο της εργασίας.

Σήμερα διεξάγεται μια μάχη από τα πάνω ενάντια στην εργασία;
Σε συνθήκες κρίσης προκειμένου να πέσει το κόστος αγαθών και υπηρεσιών υπάρχουν τρεις δρόμοι. Ο πρώτος και πλέον άδικος, είναι εκείνος της μείωσης του κοινωνικού κόστους εργασίας, ιδιαίτερα των μισθών και συντάξεων. Ο δρόμος αυτός είναι ο δρόμος υπόσκαψης της παραγωγικότητας. Όταν οι μισθοί ανεβαίνουν, τότε οι επιχειρηματίες ενός χώρου, κλάδου, χώρας, επιδιώκουν να εισάγουν τεχνολογίες και οργανωτικές αρχές στην παραγωγή (αγαθών, υπηρεσιών) προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να καλύψουν με αυτό τον τρόπο την αύξηση μισθών. Επιδιώκουν να ιδρύσουν (εφόσον δεν υπάρχουν) καινούργιους κλάδους της οικονομίας ή να εφαρμόσουν νέους τρόπους παραγωγής σε παλιούς κλάδους προκειμένου να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας υψηλής παραγωγικότητας, δηλαδή εργασίας υψηλής ειδίκευσης που μπορεί να πληρωθεί και με μεγάλους μισθούς. Για αυτό εξάλλου οι μισθοί στις ανεπτυγμένες χώρες, όπου η παραγωγικότητα είναι πιο υψηλή και η οικονομία πιο σύγχρονη, είναι υψηλότεροι από ότι σε χώρες χαμηλής παραγωγικότητας και παλιάς τεχνολογίας. Διαφορετικά, οι πιο ανεπτυγμένες χώρες θα ήταν αυτές που θα είχαν την πιο φτηνή εργασία.Ο δεύτερος τρόπος μείωσης του κόστους της παραγωγής είναι η μακρόχρονη μείωση υπερβολικών κερδών των επιχειρήσεων και των επιχειρηματιών. Στην Ελλάδα αυτό που καταγράφουμε είναι μια συνεχή αύξηση των κερδών την τελευταία δεκαετία πριν από την κρίση. Η αύξηση αυτή αντί να πάει σε επενδύσεις νέας τεχνολογίας, πήγε σε λογαριασμούς καταθέσεων και σε σπατάλες επίδειξης πλούτου. Ράθυμοι και χωρίς φαντασία οι περισσότεροι μεγάλοι Έλληνες επιχειρηματίες, σε περίοδο ζημιών απαιτούν να πληρώσουν τρίτοι, κύρια το κράτος άμεσα, οι εργαζόμενοι καθώς και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις έμμεσα, τη δική τους ανικανότητα. Εάν, όμως, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, και πριν από όλα οι τραπεζίτες, πλήρωναν από τα κέρδη τους στην εποχή με τις ισχνές αγελάδες, τότε σίγουρα θα αναγκαζόντουσαν να οργανώσουν καλύτερα τις επιχειρήσεις τους, να επενδύσουν σε καινούργια συστήματα διαχείρισης, δηλαδή, να εισάγουν σύγχρονες τεχνολογίες και οργανωτικές αρχές. Να «απαιτούν» εργαζομένους «πιο ακριβούς» δηλαδή με καλύτερη μόρφωση και υγεία. Δεν χρειάστηκαν να κάνουν, όμως, κάτι τέτοιο, διότι αυτή η κυβέρνηση έχει υποτάξει την πολιτική της στα συμφέροντά τους. Συμφέροντα τα οποί παρουσιάζονται ως σωτηρία της πατρίδας.Η τρίτη μέθοδος είναι και η κυριότερη καθώς και σημαντικότερη. Είναι αυτή που δίνει, επί παραδείγματι, το μέγιστο προβάδισμα στην Γερμανία έναντι όλης της υπόλοιπης Ευρώπης. Είναι οι χαμηλές τιμές των ειδών καθημερινής χρίσης και μάλιστα με διασφάλιση της υψηλής τους ποιότητας. Με αυτό τον τρόπο μπορούν να καλύπτονται οι ανάγκες των εργαζομένων με χαμηλό κόστος και υψηλή ποιότητα. Διότι όπως ήδη εξήγησα, ο μισθός εξαρτάται από την τιμή των αγαθών και υπηρεσιών που είναι απαραίτητα προκειμένου ο εργαζόμενος να μπορεί να αποκτά και διατηρεί την ικανότητα εργασίας του στις σύγχρονες κάθε φορά συνθήκες. Θα πω μόνο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: ενώ στην Γερμανία οι τιμές όλων των αγαθών άμεσης ανάγκης (και βιβλίων) είναι πιο φτηνές από ότι στην Ελλάδα, ο μισθός ενός καθηγητή ΑΕΙ είναι 6 με 7 φορές υψηλότερος εκείνου ενός Έλληνα καθηγητή σε αντίστοιχο ΑΕΙ! Όμως, ούτε σε αυτό το μέτωπο, των τιμών και του πληθωρισμού, έκανε οτιδήποτε η κυβέρνηση.

Οι τιμές ανεβαίνουν ενώ οι μισθοί μειώνονται
Στην Ελλάδα του μνημονίου ζούμε το καταπληκτικό φαινόμενο να ακριβαίνουν τα αγαθά και οι υπηρεσίες που είναι απαραίτητες στην επιβίωση των μισθωτών και προκειμένου να διατηρήσουν την ειδίκευση και την ικανότητά τους προς εργασία ενώ οι μισθοί τους πέφτουν. Με άλλα λόγια συμβαίνουν όλα τα κακά ταυτοχρόνως. Ενώ αντικειμενικά ακριβαίνει η ζωή και η αναπαραγωγή των ικανοτήτων προς εργασία, αυτή η αντικειμενικά εν δυνάμει πιο ακριβή εργασία φτηναίνει. Δηλαδή, το μεγάλο κεφάλαιο, ιδιαίτερα το ξένο, κάνει διπλά κέρδη. Και πληρώνει λιγότερα για την εργασία (μισθούς και κοινωνικό κράτος) και αυξάνει τα περιθώρια κέρδους με την αύξηση των τιμών (από τα μεγάλα σούπερ μάρκετ μέχρι τις εταιρείες πετρελοειδών). Εδώ αναγκαστικά προκύπτει ένα θεμελιακό ερώτημα για την κυβέρνηση: γιατί το μνημόνιο προβλέπει μείωση των μισθών και όχι μείωση του περιθωρίου κέρδους των μονοπωλίων και ολιγοπωλίων; Γιατί παίρνει μέτρα μονόπλευρα ενάντια στην μισθωτή εργασία και δεν λαμβάνει μέτρα ενάντια στα καρτέλ και τα υπερκέρδη τους; Μάλιστα, όπως δείχνουν όλα τα διεθνή παραδείγματα, η μείωση των τιμών διευκολύνει την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας σε μακρά διάρκεια, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με την μείωση των μισθών και του κοινωνικού κόστους της εργασίας.Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση μαζί με την τρόικα δεν επέλεξαν ούτε την αύξηση παραγωγικότητας, ούτε την αναδιάρθρωση του συστήματος τιμών – μισθών ώστε να μετακινηθεί σε χαμηλότερη κλίμακα και να διευκολυνθεί η όποια ανταγωνιστικότητα της χώρας. Αυτό που έκανε ήταν μια ολόπλευρη και μονόπλευρη επίθεση στην μισθωτή εργασία. Μονόπλευρη διότι όλα τα κατασταλτικά μέτρα που έλαβε ήταν σε βάρος της. Δεν έλαβε κανένα μέτρα έναντι των καρτέλ και δεν επέβαλε πουθενά μείωση τιμών πλην της τιμής της μισθωτής εργασίας, δηλαδή των μισθών και ημερομισθίων.

Ποιος έχει το πρόβλημα;
Το πρόβλημα δεν είναι αυτός που διαπιστώνει, αναλύει, και προτείνει λύσεις στα προβλήματα, αλλά εκείνος που τα δημιουργεί. Κάποιοι νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να κάνουν επιλογές ενάντια στο λαό, αλλά πιστεύουν ότι δεν δικαιούται κανείς να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των πολιτών. Χρησιμοποιούν την εξουσία ακόμα και για να κάνουν προσωπικές επιθέσεις μέσο τρίτων την ώρα που η χώρα βρίσκεται σε κρίση. Επιθέσεις που δείχνουν πόσο βαθιά μέσα στην κρίση και στα αδιέξοδα είναι οι ίδιοι και οι υπηρετούντες αυτούς. Επ’ ευκαιρίας δε, ας ασχοληθούν επιτέλους με τις ελληνικές θάλασσες, από το Ιόνιο και το Αιγαίο μέχρι και την περιοχή του Καστελόριζου.

http://epirusgate.blogspot.com

«Το έθνος είμαι εγώ!», του Γιώργου Δελαστίκ

Printer-friendly versionSend to friend

Υπάρχουν δύο θέματα με την απόφαση της κυβέρνησης να απαγορεύσει κάθε αύξηση αποδοχών φέτος και να ακυρώσει όλες τις αποφάσεις του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας αναδρομικά (!) που χορηγούν οποιαδήποτε αύξηση, έστω και συμβολικού χαρακτήρα της τάξης του 0,5% ή 1% ή 1,5%. Το πρώτο και σοβαρότερο θέμα είναι φυσικά η ουσία αυτής της απόφασης, η οποία, όπως είναι αυτονόητο, προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης και των συνδικάτων. Το δεύτερο όμως είναι οι απόψεις που μέσα στο κοινοβούλιο εξέφρασε ο υπουργός Εργασίας Ανδρέας Λοβέρδος και οι οποίες δεν είναι δυνατόν να παραμείνουν ασχολίαστες, καθώς υποδηλώνουν μια πολύ επικίνδυνη εκτροπή πολιτικής σκέψης που αγνοούμε αν εκπορεύεται μόνο από τον υπουργό Εργασίας προσωπικά ή αν εκφράζει ολόκληρη την κυβέρνηση, τουλάχιστον στην παρούσα φάση.

Του Γιώργου Δελαστίκ, στο Έθνος της 26/7/2010

«Δεν μπορεί να γίνεται μια εθνική προσπάθεια και κάποιοι να μη στοιχίζονται. Δεν μπορεί κάποιοι να κοροϊδεύουν τους υπόλοιπους» δήλωσε ο Α. Λοβέρδος, αναφερόμενος σε όσες αποφάσεις του ΟΜΕΔ χορηγούσαν αυξήσεις, χαρακτηρίζοντας «υπονόμευση» και «εμπαιγμό» το φαινόμενο.

Εν πρώτοις ανακύπτει το θέμα της υποτιθέμενης «εθνικής προσπάθειας», το οποίο σκοπίμως επιδιώκει να βαφτίσει την καθαρά κυβερνητική πολιτική του μνημονίου με το ΔΝΤ και την ΕΕ, η οποία έχει αποκλειστικά και μόνο τη στήριξη των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ και του ΛΑΟΣ συν της Ντόρας Μπακογιάννη, ως δήθεν «εθνική» προσπάθεια. Από πού κι ως πού αναγορεύεται σε «εθνική» πολιτική μια καθαρά κυβερνητική πολιτική, με την οποία διαφωνεί η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού και άνω του 40% των βουλευτών;

Επιχειρώντας να εισαγάγει την εξωφρενική για την εποχή μας αρχή... «το έθνος είμαι εγώ!», ο υπουργός Εργασίας έρχεται αντιμέτωπος με την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Η δήθεν «εθνική» προσπάθεια του Α. Λοβέρδου δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κυβερνητική και μόνο πολιτική, στην οποία προσχώρησαν το ΛΑΟΣ και η Ντόρα. Πέραν τούτου, ουδέν.

Το ΠΑΣΟΚ μάλιστα δεν τόλμησε καν να καταστήσει το μνημόνιο διεθνή συνθήκη που θα δέσμευε ισχυρότερα τη χώρα, παρόλο που το μνημόνιο έχει απείρως σημαντικότερες συνέπειες στη ζωή όλου του ελληνικού λαού από άλλες διεθνείς συνθήκες που έχει επικυρώσει η Ελλάδα, γιατί φοβόταν, απολύτως δικαιολογημένα, ότι δεν κατόρθωνε να βρει 180 από τους 300 βουλευτές για να την ψηφίσουν. Τα περί «εθνικής» προσπάθειας λοιπόν είναι παραμύθια, που αποσκοπούν στην παραπλάνηση των αφελών και στην αναζήτηση συνενόχων.

Το δεύτερο σημείο των δηλώσεων Λοβέρδου που προκαλεί ανατριχίλα είναι το ότι ο υπουργός Εργασίας θεωρεί αδιανόητο «κάποιοι να μη στοιχίζονται» με την... κυβερνητική πολιτική!

Αυτή η άποψη είναι πολύ επικίνδυνη, γιατί αντιστρατεύεται ευθέως τη δημοκρατία. Στα δημοκρατικά καθεστώτα είναι αυτονόητο ότι ανά πάσα στιγμή κάποιοι αντιστρατεύονται ευθέως την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, μην αρκούμενοι απλώς να μη στοιχίζονται με αυτήν. Σταδιακά μάλιστα αυτοί οι κάποιοι γίνονται κάποια στιγμή τόσοι πολλοί, ώστε απομακρύνουν από την εξουσία σε κάποιες εκλογές τις κυβερνήσεις, ακόμη κι αυτές που ταύτιζαν τον εαυτό τους με το έθνος...

Το τρίτο σημείο των απόψεων Λοβέρδου που προκαλεί είναι ότι χαρακτηρίζει «υπονόμευση» τις αποφάσεις του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας που χορηγούν οποιαδήποτε αύξηση σε εργαζόμενους. Ο υπουργός Εργασίας υποκρίνεται ότι ξεχνάει πως ο ΟΜΕΔ δεν είναι κυβερνητική υπηρεσία, αλλά όργανο επίλυσης διαφορών μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών και ως εκ τούτου αδιαφορεί για την εκάστοτε κυβέρνηση και την πολιτική της, μην έχοντας στόχο ούτε την προώθηση της κυβερνητικής πολιτικής ούτε την υπονόμευσή της. Τελικά, απόλυτο δίκιο είχε ο αντιπρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιώργος Γαβρίλης, όταν επισήμανε την Παρασκευή πως «τέτοιες παρεμβάσεις μετατρέπουν την οικονομική κρίση σε κρίση δημοκρατίας».

Ξεπεσμός
Σύνταγμά μας το... μνημόνιο

«Δεν ισχύουν και δεν παράγουν κανένα νομικό αποτέλεσμα» οποιεσδήποτε αποφάσεις της διαιτησίας «εφόσον χορηγούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο μισθολογικές αυξήσεις» πέραν του... μηδέν (!) τοις εκατό για το 2010, αναφέρει η τροπολογία Λοβέρδου. «Οι αποφάσεις αυτές είναι ξεκάθαρα εκτός πλαισίου... Δεν είναι δυνατόν κάποιοι κλάδοι να αγνοούν το μνημόνιο που έχει υπογράψει η χώρα», είχε δηλώσει νωρίτερα. «Η προωθούμενη τροπολογία συνιστά κατάλυση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η κυβέρνηση φαίνεται ότι προτάσσει και του Συντάγματος τον νόμο 3845 που ενσωμάτωσε το μνημόνιο» διαπιστώνει ο καθηγητής Εργατικού Δικαίου Αλέξης Μητρόπουλος. Υπέρτατο Σύνταγμα της Ελλάδας το μνημόνιο του ΔΝΤ!

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την εξαγγελία Λοβέρδου PDF Print E-mail

Η χτεσινή εξαγγελία του Υπουργού Ανεργίας και Κοινωνικής Αποδόμησης κ. Λοβέρδου ότι θα καταργήσει με νομοθετική ρύθμιση όσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας έχουν υπογραφεί μετά τις 5 Μαΐου 2010 και προβλέπουν στοιχειώδεις αυξήσεις για τους εργαζόμενους, είναι μια πρωτοφανής πρόκληση. Η κυβέρνηση του Μνημονίου της ΕΕ και του ΔΝΤ συνεχίζει τον αυταρχικό της κατήφορο, θεωρώντας ότι μπορεί να νομοθετεί «αποφασίζοντας και διατάσσοντας», υπερβαίνοντας το Σύνταγμα, τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας και κάθε ως τώρα νομοθετική κατοχύρωση των μισθών των εργαζόμενων! Σε μια συγκυρία που ο πληθωρισμός «τρέχει» με πάνω από 5%, το λαϊκό εισόδημα μειώνεται, οι συντάξεις εξανεμίζονται, ενώ την ίδια στιγμή χαρίζονται δις σε Τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, ο κος Λοβέρδος βρίσκει «προκλητικές» τις αυξήσεις μισθών πάνω από το 0%!

Καλό θα ήταν να πληροφορηθεί ο κος Λοβέρδος ότι τις αυξήσεις δεν τις χαρίζει κανείς στους εργαζόμενους, τις κατακτούν με τους αγώνες τους, μέσα από τα σωματεία τους. Κι αν η «συμμαχία των προθύμων» της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ αναγνωρίζει το Μνημόνιο ως υπέρτατο νόμο του κράτους και συνυπέγραψε την επαίσχυντη τριετή εργασιακή ειρήνη που θα οδηγήσει σε ονομαστικό πάγωμα και ουσιαστική μείωση των μισθών, η πλειοψηφία του λαού βρίσκεται σε αντιπαράθεση όχι μόνο με το Μνημόνιο, αλλά και με τους υποστηριχτές του.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλεί τους εργαζόμενους και τον λαό να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους με απεργίες, καταλήψεις, διαδηλώσεις διαρκείας μέχρι να ανατραπεί το επαίσχυντο Μνημόνιο κυβέρνησης-ΔΝΤ-ΕΕ και όλοι όσοι το στηρίζουν.

Ο ανυποχώρητος αγώνας της ΟΕΝΓΕ και του νοσοκομειακού κινήματος ενάντια στο νομοσχέδιο διάλυσης της δημόσιας υγείας και περίθαλψης δείχνουν το δρόμο.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Από τις τράπεζες, μέχρι τα νοσοκομεία και τις βιομηχανίες, δεν θα πληρώσουμε την κρίση τους! PDF Print E-mail

Είναι απερίγραπτη η «βιασύνη» με την οποία η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η κυβέρνηση του Μνημονίου της ΕΕ και του ΔΝΤ, θέλει να προχωρήσει σε άμεσες ιδιωτικοποιήσεις στις Τράπεζες, τις συγκοινωνίες, την υγεία. Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι από την αντιασφαλιστική λαίλαπα σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, για να ανακοινωθεί η πρόθεση της Τράπεζας Πειραιώς να εξαγοράσει την Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, με… τα χρήματα από το πακέτο της κρατικής ενίσχυσης!

Η πρόταση Σάλλα για την εξαγορά αντί πινακίου φακής του πακέτου μετοχών του Δημόσιου στην ΑΤΕ και το ΤΤ, που έγινε με σαφή κυβερνητική επίνευση, είναι ένα σκάνδαλο πρώτου μεγέθους. Προσφέρει δημόσιες εταιρείες αλλά και μεγάλο μέρος των λαϊκών καταθέσεων σε μια ιδιωτική τράπεζα. Απειλεί με υπερχρέωση τη φτωχομεσαία αγροτιά που εξαρτιέται από τα δάνεια της ΑΤΕ. Θα οδηγήσει σε αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και απολύσεις. Δίκαια οι εργαζόμενοι αντιδρούν με απεργιακές κινητοποιήσεις μπροστά στη προοπτική να συμπιεστούν οι δουλειές και τα δικαιώματα τους στη μέγγενη των κερδών των Τραπεζών που βρίσκονται φορτωμένες με «τοξικά» προϊόντα κάθε τύπου λόγω των ανοιγμάτων τους στις αγορές των Βαλκανίων και αλλού.

Η κυβέρνηση δια στόματος Παπακωνσταντίνου ανταποκρίθηκε θετικά θεωρώντας «σοβαρή» την πρόταση Σάλλα. Ο Κοσκωτάς τους θυμίζει άραγε κάτι; Μήπως «ξεχνούν» ότι η Τράπεζα Πειραιώς αυτή τη στιγμή επιβιώνει με τα χρήματα του «πακέτου στήριξης» και τα μεγάλα δάνεια που έχει πάρει από την ΑΤΕ και το ΤΤ; Δηλαδή με τα χρήματα του μηχανισμού στήριξης ΕΕ-ΔΝΤ, τα οποία χαρίζει η κυβέρνηση στους τραπεζίτες (και θέλει να βάλει τον ελληνικό λαό να τα… ξεπληρώσει!), με τα ίδια χρήματα οι τραπεζίτες θα αρπάξουν από το δημόσιο ό,τι έχει απομείνει έξω από το έλεγχο των ιδιωτών καπιταλιστών, για να αυξήσουν κι άλλο την κερδοφορία τους;

Η πρόκληση της κυβέρνησης είναι πολύ μεγάλη και δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη! Την ίδια στιγμή που αφήνουν απλήρωτους τους εργαζομένους στην πολεμική βιομηχανία (ΕΑΣ, ΠΥΡΚΑΛ κλπ) και στις συγκοινωνίες, ανοίγουν το δρόμο σε μαζικές απολύσεις και κλεισίματα επιχειρήσεων όπως στην αλυσίδα ΑΤΛΑΝΤΙΚ, βάζουν στο στόχαστρο τις δημόσιες συγκοινωνίες με τις απολύσεις στο ΜΕΤΡΟ, τη διάλυση του ΟΣΕ, την ιδιωτικοποίηση των συγκοινωνιών της Αθήνας, ετοιμάζονται να περάσουν νομοσχέδιο που θα διαλύει τη δημόσια δωρεάν περίθαλψη και υγεία.

Είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαίο ο λαός να αντισταθεί ζητώντας την εθνικοποίηση Τραπεζών και επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο. Ποιος είναι ο λόγος που επιβάλλει να ενισχύεται η κερδοφορία των τραπεζιτών σε βάρος του ελληνικού λαού; Ποιος πιστεύει πια ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να «σώσει» τους μικροκαταθέτες, όταν ετοιμάζεται να παραδώσει το ΤΤ και την ΑΤΕ βορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο; Ποιος πιστεύει ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να «σώσει» θέσεις εργασίας, όταν η ίδια ετοιμάζει χιλιάδες απολύσεις στον δημόσιο τομέα;

Είναι πλέον εμφανές ότι η παράδοση του δημόσιου πλούτου στην ιδιωτική πρωτοβουλία όχι μόνο δεν «βγάζει τη χώρα από την κρίση», όπως διαδίδει η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της, αλλά θα τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο το φαύλο κύκλο της κερδοσκοπίας των λίγων, ενώ στο βωμό της «ανταγωνιστικότητας» οι εργαζόμενοι θα δουν να χάνονται ακόμη περισσότερες θέσεις εργασίας, να μειώνονται οι μισθοί τους, να απειλούνται από τη φτώχεια και την εξαθλίωση.

ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ είναι η άμεση παύση πληρωμών του ληστρικού χρέους ώστε να βρεθούν χρήματα για τη στήριξη της δημόσιας υγείας, παιδείας και ασφάλισης, των δημόσιων συγκοινωνιών και κάθε δημόσιου αγαθού που πετιέται στον καιάδα του νεοφιλελευθερισμού. Αντί να χαρίζει η κυβέρνηση 1 δισεκατομμύριο ευρώ για την αποπληρωμή του χρέους ας δοθεί εκεί που υπάρχει πραγματικά ανάγκη.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να πάρουν την υπόθεση την υπόθεση στα χέρια τους με κλιμάκωση των αγώνων, με απεργίες και καταλήψεις για να εμποδίσουμε στη πράξη την επιβολή των μέτρων του Μνημόνιου ΕΕ-ΔΝΤ, που καθημερινά κάνει πράξη η κυβέρνηση με τα χειροκροτήματα της ΝΔ, του ΛΑΟΣ και του ΣΕΒ.

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ

Σόλωνος 120, τ. κ. 10681,τηλ.: 210 3835356, fax: 210 3835431 E-mail:komman@otenet.gr

Η κυβέρνηση παραβιάζοντας τις προεκλογικές της υποσχέσεις περί δημιουργίας ισχυρού κρατικού πυλώνα, προχωρά στην πλήρη ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Υλοποιώντας τις επιταγές του Δ.Ν.Τ. προχωρά στο ξεπούλημα των κρατικών τραπεζών ΑΤΕ, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και στη μείωση της έμμεσης κρατικής συμμετοχής στην Εθνική μέσω σχεδιαζόμενης συγχώνευσης της με ιδιωτικές τράπεζες. Ο Σάλλας, διοικητής της Τράπεζας Πειραιώς, με την πρόταση του -που μόνο αφελείς μπορούν να πιστεύουν ότι δεν είχε τη σιωπηρή έγκριση της κυβέρνησης- επιδιώκει να αγοράσει την ΑΤΕ & το ΤΤ με χρήματα που έχει δανειστεί από το ελληνικό δημόσιο. Η τράπεζα Πειραιώς έχει πάρει από το πακέτο στήριξης των τραπεζών 4,6 δις εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου, 1,3 δις ειδικές ομολογίες, 0,37 δις με την έκδοση προνομιούχων μετοχών και έχει δανειστεί γύρω στα 350 εκ. στη διατραπεζική αγορά από το ΤΤ (το οποίο θέλει να αγοράσει με 331 εκ. ). Η ΑΤΕ έχει 32,8 δις ενεργητικό, 1,36 δις καθαρή θέση. Η πρόταση του Σάλλα προβλέπει την αγορά των μετοχών προς 0,53 € εκάστη σε τιμή μικρότερη και από τη λογιστική τιμή (1,44 €) αλλά και από την ονομαστική τιμή (0,72 €). Επιδιώκει να αγοράσει με 370 εκ. € το 77,31% της τράπεζας (και αυτομάτως όλες τις θυγατρικές όπως τη Δωδώνη, την Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, την ΣΕΚΑΠ χωρίς να πληρώσει ούτε λεπτό παραπάνω), όταν στις 15/5/2006 πουλήθηκε το 7,18% της τράπεζας προς 325 εκ. € (5 € κάθε μετοχή) και το Δεκέμβριο του 2000 με τη μετοχοποίηση του 15% εισπράχθηκαν 125,9 εκ. €. Πέρα από το ότι πρόκειται για σκανδαλώδη εκποίηση του εθνικού πλούτου, η ιδιωτικοποίηση ακόμα και σε τιμή που θα ήταν κοντά στην αξία της τράπεζας θα ήταν αρνητική εξέλιξη και για τους πελάτες και για τους εργαζόμενους. Η ιδιωτικοποιημένη Αγροτική Τράπεζα θα κλείσει όσα καταστήματα βρίσκονται σε μικρές πόλεις και είναι ζημιογόνα, θα αποβάλλει την όποια κοινωνική ευαισθησία έχει η κρατική ΑΤΕ. Τα επιτόκια των δανείων θα αντανακλούν τον πιστωτικό κίνδυνο, δηλαδή θα είναι υψηλότερα και δυσβάστακτα για τους εργαζόμενους αγρότες, ενώ θα είναι χαμηλότερα για τους μεγαλοαγρότες. Η λειτουργία με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια συνεπάγεται πέρα από την εγκατάλειψη των μη κερδοφόρων δραστηριοτήτων, την χωρίς αναστολές κατάσχεση των υποθηκευμένων αγροτικών και αστικών ακίνητων όσων δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους λόγω κακής συγκυρίας. Συνέπεια των παραπάνω θα είναι να αναγκαστούν οι μικροί αγρότες είτε να μεταναστεύσουν είτε να εργαστούν ως μισθωτοί εργάτες στα κτήματα αγροτών επιχειρηματιών.

Ως προς τους εργαζόμενους στις τράπεζες θα ελαστικοποιηθούν οι εργασιακές σχέσεις, με αύξηση της εντατικοποίησης εργασίας και περιορισμό του εργατικού κόστους μέσω μείωσης μισθών και προγραμματισμένων απολύσεων.

Με την πλήρη ιδιωτικοποίηση του πιστωτικού συστήματος το κράτος χάνει οποιοδήποτε μοχλό παρέμβασης στην οικονομία, εγκαταλείπει κάθε δυνατότητα άσκησης περιφερειακής ή κλαδικής πολιτικής και αφήνει τη λύση των ζητημάτων αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς. Οι εμπορικές τράπεζες, επειδή επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους, δεν θα ρισκάρουν να δανείσουν επιχειρήσεις όταν υπάρχει αβεβαιότητα και κίνδυνος να υποστούν ζημιές, με αποτέλεσμα να εντείνεται η ύφεση.

Ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί πλήρης αποδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού της Ελλάδας και στην αγροτική οικονομία και στη μεταποίηση είναι η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, ο εργατικός –κοινωνικός έλεγχος, η ρήξη με την ΚΑΠ, ο διοικητικός καθορισμός επιτοκίων ώστε να ενισχυθούν όσοι κλάδοι κριθεί ότι είναι αναγκαίο και ολόπλευρη προστασία της εγχώριας παραγωγής στη βάση ισότιμων διακρατικών σχέσεων και συμφωνιών.

Τέτοια μέτρα θέτουν εκ των πραγμάτων το ζήτημα της ρήξης, αποδέσμευσης. της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την ΕΕ.

ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΕ ΕΡΓΑΤΙΚΟ- ΛΑΪΚΟ ΕΛΕΓΧΟ.

ΟΧΙ ΣΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ.

ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΤΕ ΠΟΥ ΘΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΜΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΛΑΟΥ.

Το Γραφείο Τύπου

Θραύση κάνει η μερική και η εκ περιτροπής απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα, καθώς 1 στις 3 νέες προσλήψεις αφορά τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης, με μετατροπή ακόμα και των συμβάσεων πλήρους απασχόλησης.
Στο τρίμηνο Απριλίου - Ιουνίου 2010 περίπου 6.000 συμβάσεις πλήρους εργασίας μετατράπηκαν σε συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης
Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία των Επιθεωρητών Εργασίας (ΣΕΠΕ) για το τρίμηνο Απριλίου - Ιουνίου 2010. Το ανησυχητικό είναι ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα περισσότερες από 6.000 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης «μετατράπηκαν» σε συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, εξέλιξη που απεικονίζει τις ραγδαίες εξελίξεις στην ελληνική αγορά εργασίας.
Κατά το διάστημα Απριλίου - Ιουνίου έγιναν 64.755 προσλήψεις μερικής απασχόλησης και 15.831 προσλήψεις εκ περιτροπής απασχόλησης. Στο ίδιο χρονικό διάστημα 4.768 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης «μετατράπηκαν» σε μερικής απασχόλησης και 1.324 σε εκ περιτροπής εργασίας εκ των οποίων οι 20 με μονομερή απόφαση του εργοδότη.
Στα αστικά κέντρα
Η μετατροπή των συμβάσεων εμφανίζει σημαντική αύξηση σε όλη τη χώρα. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, Αττική και Θεσσαλονίκη, διαπιστώνεται το 50% της αύξησης και ακολουθούν πόλεις όπως Λάρισα και Σέρρες, με σημαντική αύξηση αναλογικά με το εργατικό δυναμικό τους.
Αναφορικά με τις νέες προσλήψεις, κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους διαπιστώνεται πανελλαδικά αύξηση στις επιχειρήσεις που προχωρούν σε προσλήψεις οποιασδήποτε μορφής. Γεγονός που οφείλεται καθαρά στην εποχική τουριστική δραστηριότητα. Η μεγαλύτερη αύξηση σε προσλήψεις παρουσιάζεται στις τουριστικές περιοχές των Κυκλάδων, των Δωδεκανήσων, των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, της Χαλκιδικής και γενικότερα των πόλεων με τουριστική ανάπτυξη. Στον αντίποδα βρίσκονται νομοί όπως η Αττική ή με βιομηχανική δραστηριότητα (Βοιωτία, Κοζάνη, Θεσσαλονίκη), που εμφανίζουν σημαντική μείωση κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2010 ως προς τις προσλήψεις οποιασδήποτε μορφής.
Ειδικά από τους ελέγχους που διενήργησε το ΣΕΠΕ παρατηρείται αύξηση 8,47% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2009. Ωστόσο, καταγράφεται μείωση κατά 6,01% σε σχέση με το 2008, εξέλιξη που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αισθητή μείωση κατά 14,35% των υπηρετούντων υπαλλήλων (οι κοινωνικοί επιθεωρητές από 439 το 2008 έχουν μειωθεί σε 376).
* Τα πρόστιμα έχουν αυξηθεί σε ποσοστό 36,95% σε σχέση με το 2009 και 27,09% σε σχέση με το 2008. Αύξηση παρουσιάζουν φέτος οι εργατικές διαφορές, σε ποσοστό 5,61% σε σχέση με πέρυσι και 25,88% σε σχέση με το 2008. *
ΑΠΕΡΓΟΥΝ ΟΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ
Πηγή: Ελευθεροτυπία


Σε πενθήμερη απεργία προχωρούν από σήμερα οι νοσοκομειακοί γιατροί οι οποίοι αντιδρούν στο νομοσχέδιο για το ΕΣΥ που εισάγεται την Τρίτη στη Βουλή, προκειμένου να ψηφιστεί την Τετάρτη. Τα νοσοκομεία θα λειτουργούν με προσωπικό ασφαλείας



Σύμφωνα με ανακοίνωση του προέδρου της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδος, Δημήτρη Βαρνάβα, "οι νοσοκομειακοί γιατροί δεν αποδέχονται ως βάση συζήτησης και επιστρέφουν ως απαράδεκτη την πρόταση του υπουργείου Υγείας για το εφημεριακό καθεστώς των νοσοκομείων, η οποία όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει την εκκρεμότητα της κλαδικής συμφωνίας, αλλά θα επιδεινώσει δραματικά το πρόβλημα των απλήρωτων εφημεριών και θα ιδιωτικοποιήσει το σύνολο της νοσοκομειακής περίθαλψης".

Επίσης δηλώνουν ότι δεν συναινούν στη συνέχιση του σημερινού εξοντωτικού και παράνομου εφημεριακού συστήματος και ότι η υπέρβαση του ορίου των 4 εφημεριών γίνεται πλέον χωρίς τη συγκατάθεσή τους και υπό καθεστώς διοικητικής εντολής.
Ζητούν τη κατάθεση πλήρων και ασφαλών προγραμμάτων εφημεριών τα οποία θα εκκαθαρίζονται και αποπληρώνονται έγκαιρα και στο ακέραιο από κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού.
Ακόμη η Εκτελεστική Γραμματεία σχεδιάζει και νέα πενθήμερη απεργία ανάλογα με τις εξελίξεις, ενώ προγραμματίζεται και συλλαλητήριο των νοσοκομειακών γιατρών και των υπόλοιπων εργαζομένων μπροστά στη Βουλή την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου.

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Οι αγρότες ...στο σφυρί



ΠΗΓΗ: ΠΡΙΝ (18-7-2010)΄
ΓIΩPΓOΣ ΔEΛAΣTIK

Απερίγραπτος πολιτικός απατεώνας είναι τελικά αυτός ο Γιωργάκης Παπανδρέου – και τρομερά επικίνδυνος για το λαό και τη χώρα. Τούτος ’δω είναι χειρότερος ακόμη και από το συνονόματο παππού του, τον Γιώργο Παπανδρέου, για τον οποίον η Αριστερά φώναζε το σύνθημα «Παπανδρέου παπατζή». Σημαία του προεκλογικού προγράμματος του ΠΑΣΟΚ είχε κάνει την ανάγκη ύπαρξης «ισχυρού κρατικού πυλώνα στο τραπεζικό σύστημα», αλλά πάλι επιχειρεί να κάνει το εντελώς αντίθετο: Να ξεπουλήσει εντελώς κάθε ίχνος κρατικής τράπεζας!



Όλη η Ελλάδα κατάλαβε ότι η πρόταση του τραπεζίτη Μιχάλη Σάλλα της Τράπεζας Πειραιώς να αγοράσει από το Δημόσιο το σύνολο του ποσοστού του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (33,04%) και στην Αγροτική Τράπεζα (77,31%) ήταν συμφωνημένη με τον Γιωργάκη, τον Παπακωνσταντίνου, τον Παμπούκη και τον Πάγκαλο. Αντί δηλαδή να ισχυροποιηθεί ο «κρατικός βραχίονας» στο τραπεζικό σύστημα με πυρήνα ακριβώς το ΤΤ και την ΑΤΕ, η κυβέρνηση Παπανδρέου πάει να ξεπουλήσει εντελώς τις μοναδικές τράπεζες που ελέγχει το κράτος! Δεν είναι όμως μόνο αυτό, η παραβίαση μιας ακόμη σοβαρής προεκλογικής υπόσχεσης του πρωθυπουργού. Εδώ πούλησε την Ελλάδα ολόκληρη στο ΔΝΤ και στην ΕΕ, στις τράπεζες θα κολλούσε; Δεν είναι μόνο το σκάνδαλο της προσφερόμενης τιμής (701 εκατ. ευρώ και για τις δύο), καθώς αντί για «πρίμιουμ» που προσφέρεται σε αυτές τις περιπτώσεις (τιμή δηλαδή ανά μετοχή υψηλότερη αισθητά από την τρέχουσα του χρηματιστηρίου), ο Μιχ. Σάλλας πρόσφερε για την ΑΤΕ τιμή ανά μετοχή ...μισή(!) από εκείνη του χρηματιστηρίου (0,53 ευρώ η προσφορά έναντι 1,07 ευρώ που είχε κλείσει η μετοχή της ΑΤΕ την Τετάρτη).
Το σοβαρότερο από όλα είναι η φύση των τραπεζών που πάει να πουλήσει ο Παπανδρέου. Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο είναι η τράπεζα των απανταχού της Ελλάδας μικροκαταθετών – ακόμη κι εκείνων που έχουν καταθέσεις λιγότερες ακόμη κι από ένα ...χιλιάρικο. Καθώς στα 146 «καθαρόαιμα» καταστήματα του ΤΤ προστίθενται άλλα 830 καταστήματα των ταχυδρομείων που υπάρχουν σε όλες τις πόλεις και κωμοπόλεις και μεγάλα χωριά της χώρας, σε αυτή την τράπεζα έχει πρόσβαση και ο τελευταίος αγρότης. Ακόμη και η Εθνική έχει τα μισά υποκαταστήματα από το ΤΤ! Εξαιτίας της φύσης της πελατείας του, το ΤΤ είναι η μοναδική τράπεζα στην Ελλάδα που έχει περισσότερες καταθέσεις (12,5 δισ. ευρώ) από χορηγήσεις (μόλις 8,1 δισ. ευρώ). Όλες οι άλλες τράπεζες, μηδέ της Εθνικής εξαιρουμένης, έχουν χορηγήσει περισσότερα δάνεια από όσες καταθέσεις έχουν. Η Πειραιώς π.χ. έχει δώσει δάνεια 38,8 δισ. ευρώ ενώ οι καταθέσεις σε αυτήν είναι μόνο 30,08 δισεκατομμύρια. Σε απλά ελληνικά και με απλοϊκό τρόπο εκπεφρασμένο, ο Σάλλας θέλει με 350 εκατομμύρια να αγοράσει το ΤΤ και έτσι να «τσιμπήσει» ρευστό 4,4 δισεκατομμυρίων! Έτσι και όντως το πουλήσει η κυβέρνηση σε τέτοια τιμή, είναι πραγματικά να χώσει κανείς μέσα ισόβια τον Παπανδρέου και τον Παπακωνσταντίνου για οικονομική απάτη, πέρα από τα άλλα.

Στο θέμα της Αγροτικής Τράπεζας όλοι επικεντρώνουν τη συζήτηση σε τεχνοκρατικά οικονομικά θέματα, αποφεύγοντας συνειδητά τη θεμελιώδη πτυχή του ζητήματος που είναι η ακόλουθη: Η ΑΤΕ είναι ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης στην Ελλάδα. Επιπλέον, δεκάδες χιλιάδες κτήματα αγροτών είναι υποθηκευμένα στην ΑΤΕ έναντι της χορήγησης δανείων που δεν εξυπηρετούνται επί πολλά χρόνια, κυρίως λόγω της αδυναμίας των φτωχών και μεσαίων αγροτών να ανταποκριθούν, αλλά και εξαιτίας μιας παρασιτικής νοοτροπίας που έχει αναπτυχθεί σε ένα τμήμα της αγροτιάς, το οποίο έχει πειστεί από την πείρα του ότι δεν χρειάζεται να πληρώνει τις δόσεις των δανείων του στην κρατική ΑΤΕ, γιατί τελικά αποκλείεται να του πάρει το χωράφι. Όλο και κάποια ρύθμιση γίνεται στο τέλος. Αν όμως μια ιδιωτικοποιημένη ΑΤΕ απλώς ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της, ακόμη και με μεγαθυμία προς τους αγρότες, δεκάδες χιλιάδες χωράφια θα βρεθούν ταχύτατα στην κατοχή της! Οι πάντες ξέρουν ότι η Τράπεζα Πειραιώς δεν έχει ρευστό. Πού θα βρει τα 700 εκατομμύρια μετρητά για την προσφορά της; Αν λειτουργήσει ως «βιτρίνα» μιας ξένης τράπεζας, ας πούμε ένα τελείως φανταστικό παράδειγμα, π.χ. της γερμανικής Ντόιτσε Μπανκ, φανταζόμαστε τι σημαίνει να βρεθεί με εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα γης στην κατοχή της, τα οποία να αρχίσει να πουλάει σε γερμανούς επιχειρηματίες και ιδιώτες; Αγρότες και Ελλάδα στο σφυρί!

Εδώ που τα λέμε, δεν έχει καθόλου άδικο ο Γιώργος Παναγιωτακόπουλος, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος αφού υπενθυμίζει ότι η Τράπεζα Πειραιώς έχει πάρει 750 εκατομμύρια ευρώ από το κυβερνητικό πρόγραμμα στήριξης των τραπεζών και έχει δανειστεί εκατοντάδες εκατομμύρια από το... ΤΤ και την ΑΤΕ(!) που θέλει να αγοράσει, καταλήγει λέγοντας: «Η κατάσταση αρχίζει να ξεφεύγει τόσο που κινδυνεύουμε να μπούμε στην ουρά του Ειδικού Δικαστηρίου, πίσω από τους δεξιούς ενόχους της εθνικής παρακμής. Δυστυχώς, αυτή τη φορά δεν θα είναι σκευωρία»!

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

ΟΜΑΔΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ (16/07/2010)

Δέν άντεξε τελικά η τρόικα και έγινε κουαρτέτο!!

Η συνδικαλιστική ηγεσία της ΓΣΕΕ,πιστή και συνεπής στα κομματικά της καθήκοντα,αντί να ταχθεί,ώς όφειλε με τα συμφέροντα του δοκιμαζόμενου κόσμου της εργασίας,αντί να σηκώσει το ανάστημα στους εισβολείς του ΔΝΤ και της Ε.Ε,για να υπερασπίσει τη ζωή,τα δικαιώματα και το μέλλον των εργαζομένων,των νέων των άνεργων,των γυναικών και των μεταναστών,τάχθηκε με το μέρος του αντιπάλου.
Υπέκυψε στους όρους και τα όρια του Μνημονίου,υπογράφοντας (όχι για πρώτη πρεπει να ομολογήσουμε φορά) αυξήσεις που υποβαθμίζουν ακόμη περισσότερο την αξία της εργατικής δύναμης,μειώνουν ακόμη περισσότερο την αγοραστική της δυνατότητα,υποβιβάζουν ακόμη περισσότερο την κοινωνική θέση του κόσμου της μισθωτής εργασίας.

Η υπογραφή της 3χρονης ΣΣΕ με τη συναίνεση ΣΕΒ-ΓΣΕΕ κλείνει την πρώτη φάση μέτρων και νομοθετικών ρυθμίσεων που επέβαλε η υπαγωγή στο "μηχανισμό στήριξης" και η υπογραφή του Μνημονίου και περιελάμβανε εκτός των μέτρων εισοδηματικής πολτικής του δημοσίου όσο καί τις νομοθετικές ανατροπές σε ασφαλιστικό και εργασιακό.

Ο χειρισμός απο την πλευρά της συνδικαλιστικής πλειοψηφίας,σε συνενόηση με την κυβέρνηση(κοινή σύσκεψη στο Μαξίμου 1/7/2010) αποκαλύπτει τόσο τα όρια υπεράσπισης των αυτοτελώς εργατικών δικαιωμάτων,όσο και τις προθέσεις της.
Παράλληλα η στάση της ΔΑΚΕ αποκαλύπτει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο την άσφαιρη κριτική του κομματικού της φορέα,ενάντια στο Μνημόνιο και το "μηχανισμό στήριξης".

Δέσμια του κομματικού ρόλου,δεσμευμένη απο τα προνόμια και τις απολαβές της και εγκλωβισμένη σε μία χρόνια πρακτική εκφυλισμού των συνδικαλιστικών διαδικασιών,η ηγεσία της ΓΣΕΕ, επιλέγει να διαχειρίζεται με τους χειρότερους όρους τα συμφέροντα των εργαζομένων,επιλέγει να "συγκρούεται" σε δευτερεύοντα ζητήματα,επιλέγει να εταιρίζεται με τον ΣΕΒ και τους τραπεζίτες,την πηγή δηλαδή απ΄όπου εκπορεύεται η επίθεση στους εργαζόμενους,για τα συμφέροντα των οποίων αφαιρούνται δικαώματα και κατακτήσεις.

* Μέσω της υπογραφής της σύμβασης,η συνδικαλιστική ηγεσία έδωσε παράταση ζωής στην ισχύ και τον διαμεσολαβιτικό ρόλο που της δίνει η δυνατότητα υπογραφής Γενικών Σ.Σ.Ε.

* Επιτυχία θα ήταν η ανατροπή της πολιτικής που επιβάλλουν κυβέρνηση και τρόϊκα και όχι η διατήρηση των νομικών προνομίων που απολαμβάνουν οι κυρίαρχες παρατάξεις για να συνυπογράφουν στην ταφόπλακα των εργατικών διεκδικήσεων.

* Ο ισχυρισμός ότι υπερασπίστηκε τον 13ο και 14ο μισθό,δέν προκύπτει προφανώς ώς ανατροπή των επιταγών του Μνημονίου,αλλά ώς ταύτιση με την επιθυμία των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο,όπου μία τέτοια εξέλιξη θα έπλυτε τα συμφέροντά τους.

* Αντιστοιχα είναι αστείος ο ισχυρισμός ότι οι αυξήσεις του 1,7% που προβλέπει η συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ βρίσκεται στον αντίποδα των μηδενικών που προέβλεπε το Μνημόνιο,όταν η απώλεια εισοδήματος που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι τόσο με τις μισθολογικές περικοπές,όσο και με τους φόρους και τις αυξήσεις στο ΦΠΑ,ξεπερνάει το 20%.

Οι συνέπειες για την εργατική οικογένεια είναι τραγικές και οδυνηρές πλέον.Οδηγούν στην απελπισία και την απόγνωση χιλιάδες νοικοκυριά,ανατρέπουν σχέδια και ακυρώνουν όνειρα.

Η διαδικασία αυτή ενώ τα προηγούμενα χρόνια έβρισκε εφαρμογή απ΄όλες τις οικονομικές επιλογές των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ, η τελευταία πρακτική της κυβέρνησης Παπανδρέου,αξιοποίησε το δημοσιονομικό πρόβλημα για να οργανώσει μία ανευ προηγουμένου μείωση του εργατικού εισοδήματος συνοδευόμενη απο αφαίρεση και θεσμικών κατακτήσεων.

Αυτό θα έχει σάν συνέπεια τη βίαιη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού έτσι όπως τον γνωρίσαμε την τελευταία τουλάχιστον 20ετία με συνέπειες ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες.

Η ιστορικά μοναδική,σε έκταση και βάθος, για την Ελλάδα ανακατανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου που βρίσκεται σε εξέλιξη,θα επιβάλλει ένα νέο μοντέλο κοινωνικών σχέσεων,όπου το κυνήγι της επιβίωσης,η αγωνία της διατήρησης της θέσης εργασίας και η ανασφάλεια για το μέλλον, θα διαμορφώσουν ένα ζοφερό κοινωνικό τοπίο.

Η δυνατότητα αναστροφής αυτής της εξέλιξης είναι στα χέρια των εργαζομένων.Είναι στο χέρι τους να επιλέξουν ανάμεσα σε μία κοινωνική ζούγκλα που θα ισχύει ο νόμος της δύναμης,της πονηριάς και της καπατσοσύνης,ή θα κυριαρχεί η αλληλεγγύη,η ανθρωπιά και η δικαιοσύνη.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ-ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ.
Oμάδα Επικοινωνίας κ΄ Ενημέρωσης

Αναδιαπραγμάτευση ή άρνηση του χρέους; Μια κριτική της κριτικής.


του Δ. Καζάκη
15/7/2010

Η κριτική του κ. Μπινιάρη (http://ardin.gr/node/3587) είναι παντελώς άστοχη και κάθε άλλο παρά άρτια από «τεχνική» άποψη. Πρώτα και κύρια γιατί ξεκινά από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία. Για μένα η πολιτική που ακολουθείται από την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ, την κυβέρνηση και η οποία σιγοντάρεται από ποικίλους «ειδικούς» και μη, σαν τις «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς ο κ. Μπινιάρης, δεν είναι μονόδρομος όπου το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στους θεούς της αγοράς και στην ευγενική κατανόηση των αρπαχτικών της. Με εξέπληξε επίσης η άγνοια επί του θέματος που επιδεικνύει ο κ. Μπινιάρης, αν και θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα και περισσότερα. Ας είναι όμως.
Καταρχάς δυο απλές παρατηρήσεις: Πρώτο, το να απαντά κανείς ότι αν εφαρμοστεί μια πρόταση με την οποία διαφωνεί θα σημάνει την απόλυτη καταστροφή, και μάλιστα χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα, αλλά εκδήλωση δογματικής προσκόλλησης σε κάποιες δικές του «απόλυτες αλήθειες» που τις θεωρεί τόσο δεδομένες ώστε δεν κάνει καν τον κόπο να επεξεργαστεί τα επιχειρήματα την άλλης άποψης. Και θα δούμε παρακάτω πώς το κάνει αυτό ο κ. Μπινιάρης. Δεύτερο, η άγνοια δεν υπήρξε ποτέ επιχείρημα. Όταν δεν γνωρίζεις κάτι οφείλεις να το μάθεις πριν μιλήσεις και μάλιστα πριν θεωρήσεις τον εαυτό σου ικανό να ασκήσει κριτική.

Η καταγωγή της πρότασης για άρνηση του χρέους

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν γνωρίζω την παιδεία του κ. Μπινιάρη και ούτε με ενδιαφέρει να την μάθω, απλά τον πληροφορώ ότι οποιοδήποτε σοβαρό εγχειρίδιο κι αν ανοίξει σχετικό με τα ζητήματα του δημόσιου χρέους, θα διαπιστώσει ότι η πρότασή μου καταγράφεται ως τουλάχιστον μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης των υπέρογκων δημόσιων χρεών από το 19ο αιώνα έως τις ημέρες μας. Πρόκειται για την πρόταση που στα αγγλικά αποδίδεται ως repudiation of debt. Φυσικά θα μας επιτρέψει η χάρη του να προσδώσουμε στη δική μας πρόταση εκείνα τα ειδικά χαρακτηριστικά που νομίζουμε ότι προσιδιάζουν στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Ελπίζω να μας επιτρέπει να κρατήσουμε την αναγκαία ανεξαρτησία σκέψης και προβληματισμού, που για μας αποτελεί την πεμπτουσία της επιστήμης, και η οποία μας αποτρέπει να παπαγαλίζουμε ή να αναμασάμε τις συνταγές ακαδημαϊκών και άλλων «ειδικών» στους οποίους αναφέρεται.
Ο πρώτος που έθεσε το θέμα του κατά πόσο ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος οφείλει να αποπληρωθεί ή όχι, ήταν ο πατέρας της επιστημονικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, ο οποίος τόλμησε να προτείνει τη χρεωκοπία του κράτους ως την μόνη συμφέρουσα λύση. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικής θεωρίας, γνωρίζει πολύ καλά ότι την εποχή του Σμιθ η έννοια της χρεωκοπίας του κράτους δεν είχε το νόημα που έχει σήμερα, αλλά ταυτιζόταν με την έννοια της μονομερούς διαγραφής ή ακύρωσης των χρεών. Από τη δεύτερη ή τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα η πρόταση αυτή διαχωρίστηκε από την έννοια της χρεωκοπίας και καταγράφηκε στα βιβλία της δημόσιας οικονομίας ως άρνηση ή ακύρωση του χρέους.
Ένας άλλος πολύ σημαντικός οικονομολόγος, τον οποίο φαντάζομαι να έχει ακουστά ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ακύρωσης των δημόσιων χρεών ήταν ο Τζον Μέϊναρντ Κέϊνς. Το έκανε αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όταν είδε ότι η έκρηξη του δημόσιου χρέους σε όλες τις χώρες ήταν τέτοια που το έκανε αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Στη θέση αυτή προσχώρησαν πολλοί γνωστοί οικονομολόγοι της εποχής. Την επόμενη φορά που ο κ. Μπινιάρης θα σκεφτεί να επικαλεστεί σύγχρονους ακαδημαϊκούς και νομπελίστες, καλά θα κάνει να ξεφυλλίσει τον κατάλογο των οικονομολόγων εκείνης της εποχής που τάχθηκαν υπέρ της μονομερούς κατάργησης του χρέους, να μετρήσει τα μεγέθη, τα αναστήματα στην επιστήμη και έπειτα ας έρθει να μας πει ότι δεν γνωρίζει κανέναν άλλο που να έχει υποστηρίξει την πρόταση που έχουμε καταθέσει.
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε τρομακτική προσπάθεια να εξοβελιστεί η πρόταση αυτή από τα βιβλία της δημόσιας οικονομίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βλέπετε ο ρόλος των τραπεζών και μάλιστα των πολυεθνικών είχε γίνει κυρίαρχος και επιδοτούσαν σωρηδόν έδρες και τομείς στα πανεπιστήμια και τις ακαδημίες. Όσο περισσότερο οι καριέρες και τα νόμπελ εξαρτήθηκαν, ειδικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, από τις χορηγίες των χρηματαγορών, τόσο περισσότερο εξαφανίζονταν προτάσεις και απόψεις που για τους διεθνείς τραπεζίτες και χρηματιστές ήταν απολύτως αιρετικές. Μόνο πολύ προικισμένοι και έντιμοι επιστήμονες επέμειναν να μην παίρνουν το χαπάκι της αμνησίας, ή και της ανοησίας, που συνοδεύει σχεδόν πάντα τις μεγάλες χορηγίες. Έτσι στα βιβλία τους ακόμη και σήμερα θα βρει κανείς να περιγράφεται η λύση του repudiation of debt, αλλά τις περισσότερες φορές να συνδέεται με ριζικές επαναστατικές αλλαγές, σαν να ήταν μόνο η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και η κινέζικη επανάσταση του 1948 που μπόρεσαν δήθεν να προχωρήσουν σε άρνηση και ακύρωση του χρέους.

Η άρνηση του χρέους ισοδυναμεί με πάλη για τη δημοκρατία

Βέβαια, όποιος έχει έστω και στοιχειώδη επαφή με το αντικείμενο γνωρίζει ότι η πρόταση αυτή γεννήθηκε από τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα στις ΗΠΑ και τη Γαλλία, ενώ έχει υιοθετηθεί ως πολιτική από πολλούς λαούς έως σήμερα στην πάλη τους για να κατακτήσουν την κυριαρχία τους. Γιατί, ναι, η αλήθεια είναι ότι η υλοποίηση αυτής της πρότασης προϋποθέτει έναν λαό που παλεύει, αγωνίζεται για να θεμελιώσει την κυριαρχία του, να απαλλάξει τη χώρα του από τα δεσμά της υποτέλειας και της υποδούλωσης. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης πολιτική διαφορά με τον κ. Μπινιάρη. Η δημοκρατία, η οποία συνδέεται πρώτα και κύρια με την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, είναι αδύνατη όσο υπάρχουν τα δεσμά του δημόσιου χρέους και το καθεστώς υποταγής στους υπερκρατικούς μηχανισμούς των αγορών. Και, αντίθετα με τον κ. Μπινιάρη, εγώ θεωρώ ότι η δημοκρατία όχι μόνο είναι απόλυτα εφικτή, αλλά θεωρώ το λαό αυτής της χώρας ικανό να την επιβάλει παρά τις όποιες αντιξοότητες. Αυτό δεν με κάνει «πολιτικό», απλά με κάνει δημοκράτη. Τι να κάνουμε, όλοι έχουμε τις «αδυναμίες» μας. Και η δική μου βρίσκεται στο να θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά επιστημονική αντιμετώπιση του προβλήματος αν δεν ξεκινά κανείς από την ανάγκη να κατακτηθεί επιτέλους η δημοκρατία σ’ αυτή τη χώρα από τον ίδιο τον λαό. Αν αυτό θεωρείται από τον κ. Μπινιάρη και τους ομοϊδεάτες του ανήκουστο, τρελό, καταστροφικό, τότε δεν έχουν πάρα να με στήσουν στον τοίχο.
Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ’ αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου,» δεν μετατρεπόταν σε «πολιτικό» αλλά σε συνεπή οικονομικό αναλυτή που γνωρίζει ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελ. Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.
Ελπίζω να μην οδηγηθούμε στην ίδια κατάσταση και τώρα. Αν και οφείλουμε να πούμε ότι την απεργάζονται ήδη αυτή την κατάληξη τόσο οι ευρωκρατούντες και το ΔΝΤ, όσο και το εγχώριο πολιτικό σύστημα του σύγχρονου δωσιλογισμού. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ’ αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».

Ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία του χρέους;

Ας πάμε πιο κάτω. Πώς ξέρουμε πώς τα 85% των δανείων πήγαν στις τσέπες διεθνών τοκογλύφων, κοκ; Μα από τους Ισολογισμούς Χρέους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και φυσικά τα διαθέσιμα στοιχεία από τον ΟΔΔΗΧ. Αν ο κ. Μπινιάρης τα αγνοεί, αυτό δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Όσον με αφορά έχω γράψει και δημοσιεύσει πάνω από 30 σημειώματα σχετικά με το δημόσιο χρέος το τελευταίο τρίμηνο, όπου παρουσιάζω αναλυτικά τα στοιχεία αυτά. Κανείς δεν τόλμησε δημόσια να τα αμφισβητήσει, εκτός από κάποιους ελάχιστους που αποδεδειγμένα τρέφουν μαύρα μεσάνυχτα για το θέμα. Ας μου επιτρέψει ο κ. Μπινιάρης να μην τα επαναλαμβάνω κάθε φορά που γράφω ένα άρθρο.
Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου της περιόδου 2005-2010 ανήκουν κατά 43% σε επενδυτικές τράπεζες, κατά 22% σε διαχειριστές κεφαλαίων, κατά 15% σε Ασφαλιστικά Ταμεία και Εταιρείες, κατά 8% σε διαχειριστές ενεργητικού, κατά 5% σε κεντρικές τράπεζες, κατά 4% σε Hedge Funds και κατά 4% σε λοιπούς επενδυτές. Αν από τα 15% των Ασφαλιστικών Ταμείων και Εταιρειών αφαιρέσουμε τουλάχιστον το 5% που ανήκει σε ασφαλιστικές εταιρείες και προσθέσουμε το 4% των «λοιπών επενδυτών» υποθέτοντας ότι όλοι τους είναι μικροκαταθέτες, συνάγεται ένα 14%, το οποίο για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το υπόλοιπο κομμάτι που ανήκει σε τυπικούς κερδοσκόπους της διεθνούς αγοράς. Χωρίς βέβαια να έχουμε την αυταπάτη πώς οι διαχειριστές των ασφαλιστικών ταμείων και οι διάφοροι ιδιώτες καταθέτες δεν λειτούργησαν κερδοσκοπικά αγοράζοντας ελληνικά ομόλογα. Να πώς προκύπτουν τα νούμερα που αναφέρω, τα οποία δεν είναι καθόλου «τυχαία» όπως, εν τη αγνοία του, νομίζει ο κ. Μπινιάρης. Εκτός κι αν ο εν λόγω κύριος τρέφει τέτοια σύγχυση επί του θέματος ώστε να νομίζει ότι οι επενδυτικές τράπεζες, οι διαχειριστές κεφαλαίων και ενεργητικού, κλπ. δεν λειτουργούν ως κερδοσκόποι στην αγορά. Κάτι βέβαια που ούτε καν οι «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται δεν τολμούν να αρνηθούν.
Επιπλέον, έχει γίνει και πιο αναλυτικός υπολογισμός για το που πήγαν τα δάνεια αυτά – τουλάχιστον για την τελευταία δεκαετία – στο άρθρο του Θανάση Σούμπλη που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Εμπρός. Απ’ όπου πάλι προκύπτει αυτό το 15% που αναφέρεται στο άρθρο μου. Τέλος γνωρίζουμε από τα επίσημα στοιχεία ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δις ευρώ για εξυπηρέτηση δανείων. Αν σκεφτεί κανείς ότι το τρέχον χρέος ήταν στις 31/12/2009 κοντά στα 300 δις ευρώ, αυτό σημαίνει ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το έχουμε πληρώσει ήδη μιάμιση φορά. Αν αυτό δεν είναι τοκογλυφία, τότε τι είναι;

Υπάρχει άραγε διαφθορά;

Μπορεί κάποιοι να προσγειώθηκαν στον πλανήτη γη μόλις προσφάτως, αλλά όλοι όσοι κατοικοεδρεύουν σε τούτο τον τόπο τουλάχιστον από την μεταπολίτευση έως σήμερα, γνωρίζουν πολύ καλά που πήγαν τα λεφτά και το αν έγιναν έργα, ή τι σόι «έργα» έγιναν. Την εποχή της εκτίναξης του δημόσιου δανεισμού είχαμε ταυτόχρονα την ολοκληρωτική διάλυση του ήδη ασθενικού παραγωγικού ιστού της ελληνικής οικονομίας, τη διαρκή συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την μονιμοποίηση της μαζικής ανεργίας και της ανέχειας σε πολύ πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη είχαμε τα σκάνδαλα των προβληματικών, του χρηματιστηρίου, της ολυμπιάδας, των μεγάλων έργων, την κορύφωση της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς σε επίπεδα πρωτόγνωρα ακόμη και για την Ελλάδα, κοκ. Είναι λοιπόν περίεργο να υποθέσει κανείς – ακόμη κι αν δεν γνωρίζει τα στοιχεία των δανείων – ότι ο δανεισμός της χώρας χρηματοδότησε ένα άθλιο και σάπιο καθεστώς ρεμούλας και κερδοσκοπίας; Είναι περίεργο να πει κανείς ότι ο λαός και η χώρα δεν είχε καμμιά ωφέλεια από το δανεισμό αυτόν;
Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε επακριβώς που πήγαν τα δανεικά και ποιος επωφελήθηκε από αυτά; Όχι βέβαια. Πρώτα και κύρια γιατί οι συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, αλλά και οι διαδρομές των ελληνικών ομολόγων στην αγορά, δεν δημοσιοποιούνται. Το κράτος δεν δημοσιοποιεί – ως όφειλε – αναλυτικά στοιχεία, ανά σύμβαση δανείου και έκδοσης ομολόγων, για να ξέρουμε ποιος εμπλέκεται, με ποιους όρους, από ποια χέρια περνούν τα ομόλογα, που καταλήγουν, κοκ. Γι’ αυτό τον λόγο εγώ μαζί με αρκετούς άλλους, ειδικούς και μη, έχουμε διατυπώσει εδώ και καιρό τα εξής θεμελιώδη αιτήματα:
1. Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος συγκεκριμένα επωφελήθηκε από αυτές.
2. Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Και μάλιστα με αναδρομική ισχύ. Όποιος πολιτικός ή επιχειρηματίας, κόμμα ή επιχείρηση, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.
Βέβαια, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Που το ξέρουμε ότι υπήρξε λεηλασία του δημόσιου πλούτου από πολιτικούς και επιχειρηματίες; Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να θέσει στα σοβαρά ένα τέτοιο ερώτημα, δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτό το ερώτημα χρήζει και σοβαρής απάντησης.

Μπορεί μια κυβέρνηση σαν τη σημερινή να δώσει λύση;

Το μόνο πραγματικό ερώτημα που υπάρχει – τουλάχιστον για όσους έχουν αίσθηση της πραγματικότητας – είναι αν μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση μέσα από το σημερινό πολιτικό σύστημα που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τα παραπάνω αιτήματα. Μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση; Και βέβαια όχι. Όχι μόνο γιατί το σημερινό δικομματικό πολιτικό σύστημα με όλες τις εφεδρείες του στα δεξιά και τα αριστερά είναι τόσο διεφθαρμένο, διάτρητο και ανάξιο, αλλά και γιατί ένα τέτοιο άνοιγμα του κράτους στην κοινωνία μέσα από την κατάργηση όλων των στεγανών και των απορρήτων προϋποθέτει αληθινή δημοκρατία, δηλαδή λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Κι έτσι καταλήγουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: Οι διαφορετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους δεν διαχωρίζονται στη βάση των οικονομικοτεχνικών τους χαρακτηριστικών, ή ως προς την εκτίμηση των δυσκολιών, αλλά από το κατά πόσο θεωρούν εφικτή και επιθυμητή τη δημοκρατία για τον τόπο. Όποιος θεωρεί ότι δημοκρατία δεν είναι παρά ο κοινοβουλευτικός μανδύας που καλύπτει τα απόκρυφα μιας διεφθαρμένης απολυταρχίας της εκάστοτε κυβέρνησης και ενός κράτους που έχει παραδοθεί σε ντόπια και ξένα μεγάλα συμφέροντα, τότε είναι αδύνατο να καταλάβει την πρόταση για άρνηση του χρέους.
Τώρα, υπάρχουν ορισμένοι που ενώ καταπίνουν την κάμηλο, αναζητούν εναγωνίως συνενόχους σε κοινωνικά στρώματα που επωφελήθηκαν από το καθεστώς λεηλασίας της χώρας. Υπήρξαν τέτοια στρώματα; Φυσικά και υπήρξαν. Όμως πρόκειται για μια συντεταγμένη πολιτική των κυβερνήσεων ώστε να οικοδομήσουν μια κοινωνία συνενόχων. Μάθανε στον αγρότη να παίρνει την επιδότηση χωρίς να νοιάζεται για την παραγωγή του. Εθίσανε τον δημόσιο υπάλληλο στην αξία της λούφας και του λουφέ, ώστε να μην νοιάζεται για την άθλια κατάσταση της δημόσιας διοίκησης και του κράτους. Ενθαρρύνανε την επαγγελματική διανόηση να κάνει βουτηχτικές στα γνωστά κοινοτικά κονδύλια ώστε να μην ασχολείται στα σοβαρά με τη διαρκή κατάπτωση της επιστήμης, της έρευνας και της ίδιας της χώρας. Και σήμερα οι ίδιες δυνάμεις που στήσανε όλο αυτό το κόλπο, που έκαναν τα πάντα για να χάσει η κοινωνία κάθε αίσθηση αξιοπρέπειας και φιλότιμου, γυρίζουν και κατηγορούν την ίδια την κοινωνία για τη δική τους αθλιότητα και διαφθορά.
Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να ανακτήσει η κοινωνία τη χαμένη της τιμή. Κι αυτός είναι να πιστέψει στη δύναμη της, να αντιληφθεί την αξία του συλλογικού αγώνα, να ξεπεράσει τους μπαμπούλες που σκόπιμα σπέρνουν ορισμένοι στις τάξεις των λαϊκών μαζών ώστε να μην ξεσηκωθούν και ξεριζώσουν το κακό από τη ρίζα του. Όσο όμως προχωρά αυτή η αδιέξοδη κατάσταση, όσο η ίδια ή επιβίωση του λαού και της χώρας θα τίθεται επί τάπητος, όσο θα πολώνεται εξ αντικειμένου η κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου, τόσο οι λαϊκές μάζες θα ξεπερνούν την αμηχανία και το αίσθημα συνενοχής που σπέρνει καθημερινά η κυρίαρχη προπαγάνδα. Και τότε είναι σίγουρο ότι θα ζήσουμε αληθινά ηρωικές εποχές, εποχές ανάτασης και ελπίδας για ολόκληρη την κοινωνία που θα μείνουν στην ιστορία. Όποιο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ;

Κι ερχόμαστε τώρα στο κυρίως επίδικο ζήτημα. Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη; Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει; Θα έρθει η συντέλεια του κόσμου; Θα χάσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε; Θα μας λιώσουν οι κολοσσοί των αγορών; Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμη έχουμε να πάθουμε στη νοσηρή φαντασία όσων νομίζουν ότι το να τα βάλουμε με τις αγορές, την ευρωζώνη και τους ισχυρούς αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Όμως ας ηρεμίσουμε λίγο και ας σοβαρευτούμε.
Καταρχάς, από πού προκύπτει ότι με το να φύγουμε από το ευρώ και να επανέλθουμε σε εθνικό νόμισμα θα οδηγηθούμε σε απανωτές υποτιμήσεις και θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός; Επειδή μας το λένε όλοι εκείνοι που ευθύνονται σήμερα για την κατάντια της ελληνικής οικονομίας και το παπαγαλίζουν άνθρωποι σαν τον κ. Μπινιάρη; Δεν θα έπρεπε να μας το αποδείξουν αντί να το θεωρούν ως δεδομένο, ως θέσφατο; Που πήγαν οι «αυθεντίες» του κ. Μπινιάρη σ’ αυτό το ζήτημα, όταν αρκετοί απ’ αυτούς υποστηρίζουν την ανάγκη εξόδου από το ευρώ χωρίς να ισχυρίζονται ότι θα επέλθουν οι γνωστοί λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί για την Ελλάδα;
Για να καταλάβει κανείς πόσο παραμύθι είναι η επίκληση της καταστροφής της Ελλάδας λόγω εξόδου από το ευρώ, θα αναφέρουμε απλά την περίπτωση των Βρετανών οικονομικών συμβούλων του Centre for Economics and Business Research (CEBR) που κάλεσε η ίδια η κυβέρνηση πριν λίγες εβδομάδες για να τους συμβουλευτεί τι θα συμβεί αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ. Σύμφωνα με τους Times του Λονδίνου (30/5), ο επικεφαλής του CEBR, Νταγκ ΜακΓουίλλιαμς, απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το τι θα υποστεί το νέο νόμισμα της Ελλάδας μετά την έξοδο από το ευρώ: «Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%.» Αποτελεί καταστροφή μια υποτίμηση κατά 15%; Με εξαίρεση τα επίσημα και ανεπίσημα παπαγαλάκια της ΕΚΤ και της ΕΕ, που όμως δεν προσκομίζουν κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο μιας και ο σκοπός τους είναι μόνο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, δεν υπάρχει κανείς σοβαρός οικονομικός αναλυτής ανά τον κόσμο που να θεωρεί ότι θα υποστεί καταστροφή η Ελλάδα αν φύγει από το ευρώ. Αυτό που λένε είναι ότι η Ελλάδα θα περάσει μια περίοδο νομισματικής αστάθειας που άλλοι την προσδιορίζουν σε λίγους μήνες και άλλοι σε ένα με δυο χρόνια, έως ότου η συναλλαγματική αξία της νέας δραχμής θα σταθεροποιηθεί μέσα από την ανάκαμψη της οικονομίας της. Σ’ αυτό που συμφωνούν όλοι είναι ότι αυτός που πιθανόν να υποστεί την καταστροφή είναι το ίδιο το ευρώ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο νόμισμα;

Κι όλα αυτά από αναλυτές που δεν υιοθετούν τα μέτρα ή την κατεύθυνση πολιτικής που προτείνουμε για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας γνωρίζει ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δημιουργήσεις νόμισμα: Ο πρώτος είναι να το ρίξεις στις αγορές, βορά και έρμαιο των κερδοσκόπων και να περιμένεις που, πότε και πώς θα σταθεροποιηθεί η αξία του. Με ότι συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία σου. Αυτό συμβαίνει με το ευρώ, που είναι εκ φύσεως τέτοιο νόμισμα. Όμως αυτό συνέβαινε και με την παλιά δραχμή που οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ραγδαίας υποτίμησης της εθνικής οικονομίας και των εισοδημάτων από εργασία προς όφελος των ντόπιων και ξένων κερδοσκόπων.
Ο δεύτερος είναι να δημιουργήσεις ένα εθνικό νόμισμα που να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτίστως της παραγωγικής της βάσης. Αν θέλει πραγματικά κάποιος την παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτό παρά μόνο έχοντας το δικό του νόμισμα. Ούτε η οικονομική θεωρία, αλλά ούτε και η ιστορική εμπειρία έχει να επιδείξει άλλο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σχήματα παγκόσμιου χρήματος, όλες οι νομισματικές ενώσεις, όλα τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών και σταθερής νομισματικής αξίας, με πιο γνωστό εκείνο του χρυσού κανόνα, απέτυχαν παταγωδώς αφήνοντας πίσω τους ερείπια εκείνες ειδικά τις χώρες που ήταν πιο αδύναμες και εξαρτημένες από την παγκόσμια αγορά.
Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, προσπαθώντας να αντλήσει συμπεράσματα από την τραγωδία της επίσημης χρεωκοπίας του 1932 τόνιζε την «ανάγκη οικονομικής αυτονομίας», έναντι του μοντέλου της νομισματικά σταθερής δραχμής κλειδωμένης με τη χρυσή βρετανική λίρα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια αγορά και στις κυρίαρχες δυνάμεις της: «Η Ελλάς πρέπει απαραιτήτως να φροντίση πώς θα ζη, θα τρέφεται, θα κινήται, θα εργάζεται, με ίδια κατά το πλείστον εφόδια. Πως θ’ ασφαλίση με δυνάμεις αντλουμένας εκ του ιδίου αυτής τόπου, σχετικήν τουλάχιστον ισορροπίαν και μείζονα ή κατά το παρελθόν οικονομικήν αυτοτέλειαν. Αι προσπάθειαί της πρέπει προς αυτό το αποτέλεσμα να τείνουν.» Δεν ήταν οπαδός της οικονομικής αυτάρκειας, αλλά πίστευε ότι αν δεν σταματήσει η εξάρτηση της οικονομίας από το εξωτερικό, αν δεν στηριχθεί η ελληνική οικονομία πρωτίστως σε εσωτερικούς όρους συσσώρευσης και ανάπτυξης δεν πρόκειται να πάψει να είναι έρμαιο των συγκυριών στην παγκόσμια αγορά που αναγκαστικά οδηγούν τη χώρα στην χρεωκοπία όταν ξεσπούν μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.
Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν διαθέτει η οικονομία το δικό της νόμισμα, ένα νόμισμα που να ελέγχει και να προσαρμόζει κάθε στιγμή στις ανάγκες της; Φυσικά και όχι. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο είτε είναι παντελώς άσχετος με το θέμα, είτε είναι πολύ μεγάλος απατεώνας. Μπορεί το ευρώ να λειτουργήσει ως τέτοιο νόμισμα για την ελληνική οικονομία; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει την ιδιοσυστασία και την λειτουργία του ευρώ, ή απλά προτάσσει άλλες σκοπιμότητες, μπορεί να απαντήσει θετικά στο ερώτημα. Μπορεί να έχουμε ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία με το ευρώ; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει τι συναίβει τη δεκαετία του ευρώ μπορεί να θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφικτό. Άλλωστε στον κόσμο της φαντασίας όλα είναι εφικτά. Όμως στον αληθινό κόσμο έχει αποδειχτεί ότι το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί η χώρα, όσο και για την χρεωκοπία της.

Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις διαρκείς υποτιμήσεις;

Πώς μπορεί να υπάρξει ένα εθνικό νόμισμα που να μην υποτιμιέται διαρκώς και να μην πυροδοτεί τον πληθωρισμό; Πρώτα και κύρια χτυπώντας τις εσωτερικές αιτίες των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού και αυτές δεν είναι νομισματικές, αλλά έχουν άμεση σχέση αφενός με την συνολική κατάσταση και τις εξαρτήσεις της οικονομίας και αφετέρου με τις μονοπωλιακές καταστάσεις στην εσωτερική αγορά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει με πολύ απλά λόγια ότι το χτύπημα των μονοπωλίων και των καρτέλ, ντόπιων και ξένων, που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία, η αντιστροφή της σχέσης ιδιωτικών κερδών και αμοιβών που υπάρχει σήμερα, η άμεση ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ιδίως στους τομείς της παραγωγής, η εθνικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας και πρωτίστως του τραπεζικού συστήματος, ο πολλαπλασιασμός του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με όρους άμεσης απόδοσης και στήριξης της εθνικής οικονομίας, όπως και η γενναία αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου, μαζί με μια ριζικά διαφορετική πολιτική ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσα κυρίως από διακρατικές προγραμματικές συμφωνίες, εναλλακτικές μορφές εμπορικών σχέσεων, ανοίγματα σε χώρες και περιοχές όπου η Ελλάδα σήμερα είναι απούσα και την επιβολή ενός επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλαισίου για την προστασία των πιο σημαντικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που να μην αφήσει το νόμισμά της να κατρακυλά στις διεθνείς αγορές, ούτε να επιτρέψει την εκδήλωση πληθωριστικών πιέσεων. Την απόδειξη γι’ αυτό κ. Μπινιάρη θα την βρείτε στις εργασίες του Άγγελου Αγγελόπουλου, του Ξενοφών Ζολώτα, του Δημήτρη Μπάτση και εκατοντάδων άλλων οικονομολόγων όχι μόνο της αριστεράς, που μετά το τέλος του πολέμου τόλμησαν να είναι αρκούντως έντιμοι και ανεξάρτητοι στη σκέψη τους ώστε να μην δεχθούν ότι οι εκάστοτε θεωρίες της «ψωροκώσταινας» απηχούν την πραγματικότητα.
Όλα αυτά τα μέτρα έχουν διατυπωθεί και αναλυθεί πολλές φορές. Τόσες φορές που δεν δικαιολογείται ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης να κάνει πώς δεν τα γνωρίζει. Άλλωστε, ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος απ’ όσους υποστηρίζουν την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ δεν είπαμε ποτέ ότι αρκούν αυτά από μόνα τους για να λύσουμε τα προβλήματά μας. Αυτό που ισχυριζόμαστε από την αρχή είναι ότι αυτά αποτελούν την απαρχή, την αφετηρία μιας ριζικά διαφορετικής πορείας στην οικονομία και την πολιτική του τόπου. Μόνο έτσι έχουν νόημα.
Τώρα, επειδή βλέπω ότι ο κ. Μπινιάρης έχει ιδιαίτερο καημό με τις καταθέσεις στις τράπεζες, έχω να του πω να μην ανησυχεί. Πριν προλάβουμε εμείς, που προτείνουμε όλα αυτά τα καταστροφικά, να εξανεμίσουμε τις καταθέσεις, θα το έχουν κάνει οι σημερινοί κρατούντες. Η πολιτική που ασκείται είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα «στεγνώσει» την οικονομία από κάθε ρευστότητα. Είναι κάτι που συμβαίνει ήδη και κλιμακώνεται μέρα τη μέρα. Με την κάλυψη της τρόικας και της κυβέρνησης η καταθετική βάση των τραπεζών, όση έχει απομείνει, λεηλατείται ασύστολα από τις ίδιες τις τράπεζες προκειμένου να καλύψουν τις «μαύρες τρύπες» του ενεργητικού τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα προχωρήσουν σε δέσμευση των καταθέσεων με τη μια ή την άλλη μορφή. Κι αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί μαζί με την ανακοίνωση του πλάνου αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο δεν προτείνουν απλά οι καθόλου ανιδιοτελείς και ανεξάρτητες «αυθεντίες» που υπονοεί ο κ. Μπινιάρης, αλλά επεξεργάζονται ήδη το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, έστω κι αν επίσημα το αρνούνται.
Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε αν και όποτε κληθούμε να εφαρμόσουμε την πολιτική που προτείνουμε. Θα έχουμε να αναστηλώσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς διαλυμένη, χωρίς ίχνος ρευστότητας στην αγορά και τις τράπεζες, με εισοδήματα πείνας και μαζική ανεργία πρωτοφανή, με κατεστραμμένους τους τρεις από τους τέσσερεις ελευθεροεπαγγελματίες, βιοτέχνες, αγρότες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Κι από πάνω φορτωμένη με τα υπέρογκα βάρη του αναδιαρθρωμένου χρέους της και των ιδιωτικοποιημένων υποδομών της. Μπορεί να αναστηλωθεί μια οικονομία σ’ αυτή την κατάσταση δίχως δικό της νόμισμα, δίχως να αποκτήσει τον έλεγχο στους διαθέσιμους πόρους και στις υποδομές της; Μπορεί να γίνει με δεδομένο το καθεστώς εξάρτησης και υποταγής της χώρας που υπάρχει σήμερα;

Η ιδεολογία της υποτέλειας και της υποταγής

Κάποιοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει. Δικαίωμά τους. Άλλωστε όταν ένα έθνος, ένας λαός βρίσκεται σε ιστορική καμπή, όπως βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όταν καλείται να ανατρέψει την τυραννία είτε του οθωμανικού ζυγού τον 19ο αιώνα, είτε του ναζιστικού και φασιστικού ιμπεριαλισμού στη δεκαετία του 1940, είτε των αγορών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα, υπάρχουν πάντα κάποιοι που θεωρούν αδιανόητο για έναν μικρό και ασήμαντο λαό να τα βάλει με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Όμως από πότε η λιποψυχία, η αδυναμία να στρατευθείς σ’ αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο λαός και ο τόπος αποτελεί επιχείρημα;
Δεν με ξαφνιάζει που ο κ. Μπινιάρης αδυνατεί να κατανοήσει την πολιτική μου θέση. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν οι ομοϊδεάτες του στην κατοχή την πολιτική θέση όσων στρατεύονταν στο ΕΑΜ και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της εποχής. Τα ίδια νομικά, πολιτικά και οικονομικά επιχειρήματα επικαλούνταν και τότε, όπως και σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την πάλη για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία τις πολλές δεκαετίες των «πέτρινων χρόνων» που ακολούθησαν τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την σαφή εντολή για αλλαγή πλεύσης της χώρας που έδωσε ο λαός το 1981. Γι’ αυτό και δικαιολόγησαν τους ληστοσυμμορίτες κυβερνώντες που ανέλαβαν να εξαγοράσουν τη συνείδηση ενός ολόκληρου λαού για να ξεχάσει τι του είχαν υποσχεθεί όταν του έκλεψαν την ψήφο.
Σήμερα επικαλούνται κυριολεκτικά ανοησίες. Ας δούμε μερικές. Δεν προβλέπεται νομική διαδικασία αποχώρησης από την ευρωζώνη, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων των χωρών-μελών, οπότε θα μας πνίξουν με αγωγές και άλλα τέτοια φαιδρά. Πρώτον, η καταγγελία της σχέσης μας μπορεί και πρέπει να είναι μονομερής. Κι αυτό γιατί είναι αποδεδειγμένα ετεροβαρής, καταχρηστική σε βάρος της χώρας μας και θέτει ανεπίτρεπτους περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας μας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η ΕΕ και η ευρωζώνη μας έχουν επιβάλλει ένα καθεστώς εποπτείας και κηδεμονίας που δεν προβλέπεται ούτε καν από τη συνθήκη της Λισαβόνας. Εδώ δεν μπορεί να σταθεί ούτε καν σαν επιχείρημα η αποδοχή από την κυβέρνηση της χώρας, μιας και δεν πήρε εντολή για να αποδεχτεί ούτε το μνημόνιο, ούτε την αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση που μας επέβαλε η τρόικα. Και μόνο αυτά αρκούν για να αποχωρήσουμε μονομερώς από την ευρωζώνη χωρίς να ακολουθήσουμε καμμιά προβλεπόμενη διαδικασία. Αρκεί να έχουμε μια κυβέρνηση που υπηρετεί στα αλήθεια το λαό και το συμφέρον της χώρας και όχι μια δράκα δωσίλογους όπως σήμερα.
Σε μια τέτοια περίπτωση τι μπορούν να μας κάνουν; Τίποτε απολύτως. Οι φλυαρίες περί αγωγών εναντίον μας αποτελούν αποκυήματα φαντασίας και ανοησίας άνευ προηγουμένου. Πρώτα και κύρια γιατί μια τέτοια κίνηση της Ελλάδας θα έχει σοβαρό αντίχτυπο στο εσωτερικό των χωρών-μελών της ευρωζώνης. Δεν θα υπάρξει χώρα στην ευρωζώνη όπου δεν θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα παραμονής της στο ευρώ. Ειδικά στις χώρες του Νότου. Όχι μόνο γιατί θα το θέτουν οι ίδιοι οι λαοί, που σήμερα παρά το γεγονός ότι καταγράφουν σε όλες τις σφυγμομετρήσεις την αντίθεσή τους με το ευρώ δεν έχουν θέσει θέμα εξόδου, αλλά γιατί οι ίδιες οι εξελίξεις θα το επιβάλουν. Μια αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ θα επιταχύνει δραματικά τις διαδικασίες διάλυσης που ενυπάρχουν και εκδηλώνονται ήδη στην ευρωζώνη. Κι αυτό είναι προς όφελος όχι μόνο του λαού μας, αλλά και των άλλων λαών που βρίσκονται φυλακισμένοι στην ευρωζώνη. Όποιος νομίζει, ειδικά στις σημερινές συνθήκες βαθύτατης κρίσης του ευρώ, ότι η αποχώρηση της Ελλάδας με τους όρους που θα επιβάλει ο λαός της, θα γίνει αναίμακτα για την ευρωζώνη, τότε χρειάζεται ταχύτατα αποτοξίνωση από τις δόσεις ηλιθιότητας που διοχετεύει η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Η ανάγκη επανίδρυσης του κράτους και της δημοκρατίας

Αυτό τρέμουν οι ευρωκρατούντες γι’ αυτό και έχουν βάλει διάφορους δήθεν αντικειμενικούς «αναλυτές» να σπέρνουν το φόβο με βλακώδη επιχειρήματα. Όπως και να ‘χει υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα με το κατά πόσο μπορεί ή πρέπει να αναγνωρίσει ο λαός τη «συνέχεια του κράτους» με το σημερινό διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μου η ανάδειξη μιας ριζικά διαφορετικής διακυβέρνησης του τόπου προϋποθέτει το κόψιμο της «συνέχειας του κράτους» , δηλαδή τη νομικοπολιτική αποσύνδεσή της με τις προκάτοχες κυβερνήσεις και το πολιτικό σύστημα που τις στήριζε. Δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση που σέβεται και προασπίζει τα αληθινά συμφέροντα της χώρας, αν δεν κόψει τον ομφάλιο λώρο με όλο το προηγούμενο καθεστώς. Κι αυτό δεν θα γίνει μόνο ρηματικά, ούτε μόνο με την άμεση εφαρμογή ριζικά διαφορετικών πολιτικών, σαν κι αυτών που προτείνουμε, αλλά και μέσα από την «επανίδρυση του κράτους». Όχι όπως το εννοούσε και έπραττε ο Καραμανλής, αλλά με την έννοια της κατάκτησης της δημοκρατίας. Πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο με την προκήρυξη Συντακτικής Συνέλευσης ή Εθνοσυνέλευσης κατά τα ειωθότα της ελληνικής ιστορίας, με μοναδικό σκοπό την υιοθέτηση ενός νέου αληθινά δημοκρατικού Συντάγματος, ενός νέου «ιδρυτικού νόμου» του ελληνικού κράτους που θα θεσπίζει και θα προασπίζει την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Με αυτή την έννοια το ελληνικό κράτος που θα προκύψει μέσα από αυτή τη διαδικασία θα είναι ένα νέο κράτος, τόσο ως νομικό πρόσωπο, όσο και ως πολιτική συγκρότηση, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω.
Όσο για το «νέο άγνωστο πολιτικό μοντέλο» που υποτίθεται ότι προτείνω κατά τον κ. Μπινιάρη, απλά θα του πω ότι πρόκειται για τη δημοκρατία όπως την παλεύει ο ελληνικός λαός σ’ ολόκληρη την ιστορία του. Προφανώς δεν μπορεί να συγκινήσει όποιον νιώθει τέτοια χαμέρπεια προς τα κυρίαρχα «πολιτικά μοντέλα» που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας και τα οποία την έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάντια. Ελπίζουμε ότι πολύ σύντομα ο ίδιος ο λαός, που τόσο καταφανώς περιφρονεί ο κ. Μπινιάρης, να του δώσει ορισμένα πολύ άμεσα και πρακτικά μαθήματα για το πώς εννοεί τη δημοκρατία και τι νιώθει πραγματικά για το «γνωστό πολιτικό μοντέλο» που υπάρχει σήμερα.

Ο ενδοτισμός στον τρόπο αντιμετώπισης του χρέους

Τέλος, ενώ ο κ. Μπινιάρης αρέσκεται να ερωτά, δεν του αρέσει καθόλου να απαντά. Έτσι δεν απαντά σε κανένα από τα ερωτήματα του άρθρου μου, αλλά δεν πειράζει. Η υπόθεση του κ. Μπινιάρη ότι μπορεί να γίνει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας με επιτόκιο 1% πάνω από το επιτόκιο της Γερμανίας, δείχνει για μια ακόμη φορά με πόση ελαφρότητα και προχειρότητα χειρίζεται το όλο θέμα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μπορεί να συμβεί αυτό σε μια διεθνή αγορά όπου κυριαρχεί η γενικευμένη αναταραχή και η πρωτοφανής αμφιβολία για την προοπτική του δημόσιου χρέους όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, τότε θα πρέπει η χώρα μας να πληρώνει επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο της τάξης του 4%. Μπορεί να εξυπηρετήσει η Ελλάδα ένα δημόσιο χρέος σήμερα με επιτόκιο της τάξης του 4%; Ακόμη και αν υποστεί «κούρεμα» της τάξης του 30%; Τα στατιστικά δεδομένα λένε ότι δεν μπορεί. Να δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε κατανοητοί. Το 2001, τον πρώτο χρόνο της ένταξής μας στο ευρώ, το δημόσιο χρέος της χώρας βρισκόταν στα 145,9 δις ευρώ. Το 2009 το δημόσιο χρέος της χώρας είχε αυξηθεί κατά 152,6 δις ευρώ και είχε φτάσει αισίως τα 298,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια μέσα στα χρόνια του ευρώ το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε, παρά το γεγονός ότι το μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού κυμάνθηκε αυτή την περίοδο γύρω στο 4,04%. Κι έτσι από 23,3 δις ευρώ (ή το 16% του ΑΕΠ) που στοίχιζε στο ελληνικό δημόσιο η εξυπηρέτηση του χρέους το 2001, έφτασε αισίως να υπερβαίνει τα 77,2 δις ευρώ (ή το 32% του ΑΕΠ) το 2009.
Τι σημαίνουν αυτά τα νούμερα; Σημαίνουν ότι με μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού γύρω στο 4% ετήσια, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά μέσο όρο γύρω στα 17 δις ευρώ κάθε χρόνο και η ετήσια εξυπηρέτησή του γύρω στα 6 δις ευρώ. Αν λοιπόν το δημόσιο χρέος της Ελλάδας υποστεί ένα «κούρεμα» της τάξης του 30% και κατέβει από τα 300 δις ευρώ στα 210, θα καλυτερέψουν τα πράγματα; Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο οι αγορές αποφασίσουν να κατεβάσουν τα επιτόκια από το 7% και πλέον που είναι σήμερα, στο 4% μόνο και μόνο γιατί έτσι θέλει ο κ. Μπινιάρης, τότε τι θα συμβεί; Αυτό που θα συμβεί είναι ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα έχει επανέλθει στο σημερινό επίπεδο μέσα σε λιγότερο από μια πενταετία. Κι όλα αυτά θεωρώντας ότι θα έχουμε τις συνθήκες δανεισμού που υπήρχαν στις διεθνείς αγορές την περίοδο 2001-2009. Πράγμα αδιανόητο για όλους τους αναλυτές ανά τον κόσμο. Το καλύτερο δυνατό σενάριο αναδιάρθρωσης που μπορεί να σκεφτεί ο κ. Μπινιάρης είναι να αναβάλει την επίσημη πτώχευση της χώρας για μια πενταετία. Εύγε.
Κι εν τω μεταξύ; Τι θα έχει συμβεί εν τω μεταξύ; Τι «αποζημιώσεις πιστωτικού κινδύνου» θα δοθούν στους κατόχους των ελληνικών ομολόγων που θα δεχθούν το «κούρεμα»; Ή μήπως θα το κάνουν για την ψυχή της μάνας τους; Εκτός κι αν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που πιστεύει τον ισχυρισμό του κ. Μπινιάρη ότι «δεν θα έχουν άλλη επιλογή». Λες και μιλάμε για τον μπακάλη της γειτονιάς που δεν μπορεί να εισπράξει βερεσέδια. Όσο βρισκόμαστε εντός του ευρώ οι δανειστές έχουν πάντα εναλλακτική επιλογή. Κι αυτή είναι η κατοχή και η δήμευση της χώρας. Αυτό δηλαδή που γίνεται σήμερα με το καθεστώς της τρόικας.
Χώρια το γεγονός ότι εντός του ευρώ, η χώρα ακόμη κι αν το επιθυμούσε δεν θα μπορούσε να αναδιαπραγματευτεί το χρέος της. Το κάνει η τρόικα στο όνομά της. Και η αναδιάρθρωση που θα υπάρξει δεν θα πάρει καθόλου υπόψη της το αν μπορεί ή όχι να σηκώσει το βάρος η χώρα και ο λαός της. Το βασικό κριτήριο είναι τι συμφέρει τις ευρωπαϊκές τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και το ευρώ. Γι’ αυτό και σήμερα ο Έλληνας εργαζόμενος χάνει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα που είχε κατακτήσει από την εποχή της πρώτης κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Γι’ αυτό και συντρίβεται το εισόδημα του και καταργείται η κοινωνική ασφάλιση. Γι’ αυτό και καταδικάζεται στην ανεργία και την ανέχεια. Γι’ αυτό και ο ελευθεροεπαγγελματίας, ο βιοτέχνης, ο αγρότης και ο μικρομεσαίος αντιμετωπίζει τον απόλυτο αφανισμό. Γι’ αυτό και ολόκληρη η χώρα έχει βγει στο σφυρί. Πόσο Μπινιάρης πρέπει να είναι κανείς για να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να υπάρξει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους έστω και κατά φαντασία υπέρ της χώρας και του λαού;
Τέλος, να μου επιτρέψετε να θεωρώ τον χρόνο μου αρκετά πολύτιμο για να τον καταναλώνω με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ούτε καν τα βασικά στοιχεία του προβλήματος και αρκούνται να αναμασούν ότι διαβάζουν στον τύπο και μάλιστα σ’ ένα μόνο κομμάτι της διατεταγμένης δημοσιογραφίας. Όσο για τα περί παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, δεν θεωρώ ότι ο κ. Μπινιάρης έχει τα προσόντα για να συζητήσει μαζί μου τόσο σοβαρά προβλήματα θεωρίας με τα οποία ασχολούμαι από εικοσαετίας, δηλαδή από την εποχή ακόμη που οι «αυθεντίες» του έλεγαν ότι το ζήτημα της κρίσης έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας. Μπορεί το κραχ του 2008 να τους ξύπνησε από τον λήθαργο της νεοφιλελεύθερης αποχαύνωσης που είχαν βυθιστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν στα σοβαρά να προσεγγίσουν τα ζητήματα που αναδεικνύει η σύγχρονη παγκόσμια κρίση.