Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Μεσαίωνας με τις συμβάσεις μαθητείας

Πολύ συχνά, αναφέρεται ότι τα αντιλαϊκά μέτρα οδηγούν σε έναν εργασιακό μεσαίωνα.

Αν αυτό μέχρι σήμερα μπορούσε να εκληφθεί ως σχήμα λόγου, ή ως καθ' υπερβολή διατύπωση, ή ακόμη για να υποδηλώσει την επιστροφή σε μια παρακμιακή περίοδο υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων, η κυβέρνηση με τα νέα μέτρα βάλθηκε να το μετατρέψει σε κυριολεξία.

Εξηγούμαι: Οσοι έχουν πάει στις Βρυξέλλες θα έχουν επισκεφτεί την περίφημη Grande Place (Μεγάλη Πλατεία), που, αν και όχι τόσο μεγάλη, είναι σίγουρα όπως έγραφε μεταξύ άλλων και ο Victor Hugo μία από τις ωραιότερες πλατείες του κόσμου.

Αυτή λοιπόν η περίφημη πλατεία πέρα από το δημαρχείο και το βασιλικό μέγαρο, περιστοιχίζεται από τα σπίτια των συντεχνιών τα οποία στις προσόψεις τους έχουν σκαλισμένα και τα εμβλήματα της κάθε μιας από αυτές που δεν είναι άλλα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί.

Αυτές λοιπόν οι συντεχνίες που έκαναν την εμφάνισή τους στις πόλεις της μεσαιωνικής-φεουδαλικής κοινωνίας κατά τον 11ο και 12ο αιώνα και είχαν την πλήρη ανάπτυξή τους κατά τον 13ο και τον 14ο αιώνα, είχαν μια πολύ συγκεκριμένη δομή και ιεραρχία.

Τα εργαστήρια αυτών των συντεχνιών αποτελούνταν από τους μαστόρους που ήταν και οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, τους καλφάδες που είχαν κάποιο μισθό και ήταν οι άμεσοι βοηθοί τους και τους μαθητευόμενους, οι οποίοι άρχισαν να εργάζονται στη συντεχνία από μικρά παιδιά, παρέμεναν σε αυτή τη θέση για πολλά χρόνια εκτελώντας τις πιο βαριές δουλειές, κέρδιζαν μικρά ποσά από φιλοδωρήματα, ενώ τους παρέχονταν δωρεάν διαμονή και διατροφή.

Στην εποχή μας στο όνομα πάντοτε του να «σωθεί η πατρίς», φαίνεται ότι αυτή πρέπει να επιστρέψει σε αυτόν τον εργασιακό μεσαίωνα. Αυτό αποδεικνύουν μεταξύ άλλων και όσα, πέρα της διευκόλυνσης των απολύσεων, προβλέπονται περί μαθητείας στον πρόσφατο νόμο για τα εργασιακά, της αυτόκλητης εθνοσωτήριου κυβέρνησης.

Μεταξύ άλλων, λοιπόν, στο άρθρο 8 προβλέπονται ειδικές συμβάσεις μαθητείας για τους νέους:«Μεταξύ εργοδοτών και ατόμων που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος μέχρι και το 18ο έτος της ηλικίας τους, δύνανται να καταρτίζονται ειδικές συμβάσεις μαθητείας, μέχρι ενός (1) έτους, με σκοπό την απόκτηση δεξιοτήτων.

Οι εν λόγω μαθητευόμενοι λαμβάνουν το εβδομήντα (70) τοις εκατό του κατώτατου ημερομισθίου ή μισθού της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ( ΕΓΣΣΕ) και ασφαλίζονται στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας σε είδος και 1% κατά του κινδύνου ατυχήματος.

Οσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους, καθώς και όσοι φοιτούν σε γυμνάσια, λύκεια κάθε τύπου ή τεχνικές επαγγελματικές σχολές δημόσιες ή ιδιωτικές αναγνωρισμένες από το κράτος, δεν μπορεί να μαθητεύουν περισσότερο από έξι (6) ώρες την ημέρα και τριάντα (30) ώρες την εβδομάδα.

Για τους έχοντες συμπληρώσει το 16ο έτος η μαθητεία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες την ημέρα και τις σαράντα (40) την εβδομάδα. Απαγορεύεται η μαθητεία να πραγματοποιείται από την 22α ώρα μ.μ. έως και την 6η π.μ. Τα άτομα αυτά, με εξαίρεση τις διατάξεις για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας».

Είναι σαφές ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν κυριολεκτική επιστροφή στον μεσαίωνα και γενικότερα σε προκαπιταλιστικές μορφές ασύδοτης εκμετάλλευσης, ανοιχτή επίθεση κατά των δικαιωμάτων των νέων και δη των ανηλίκων και μάλιστα σε μια εποχή αυξημένης σημασίας της γνώσης , στυγνή αυταρχική κρατική παρέμβαση στις εργασιακές σχέσεις που παραμερίζει συνδικάτα, συλλογικές συμβάσεις, εργατική νομοθεσία. Αν έτσι πρόκειται να σωθεί η πατρίς τότε ας χαθεί εκείνη, μπας και σωθούνε τα παιδιά μας που πάνε να τα μετατρέψουν σε κολίγους του 21ου αιώνα.



























Τί είναι αυτό που χρειάζεται επειγόντως σήμερα;

Του Δημήτρη Καζάκη*
Στην Αριστερά κυριαρχούσε, ανέκαθεν, μια ιδιότυπη έπαρση. Για κάποιον περίεργο και μεταφυσικό λόγο θεωρείται, ως δεδομένο από πολλούς, ότι ο λαός, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη έχουν απόλυτη ανάγκη την Αριστερά και, μάλιστα, ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση της ίδιας της Αριστεράς.
Επομένως, το κυρίαρχο ζήτημα είναι πρώτα να κάνει διάλογο η Αριστερά, να τα βρει με τον εαυτό της και κατόπιν να αναλάβει τα ηνία του λαού, ο οποίος υποτίθεται ότι δεν τον απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από το πότε και το πώς θα τεθεί επικεφαλής η Αριστερά.
Μέχρι, όμως, να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει υπομονετικά να περιμένει πότε θα είναι έτοιμη η αριστερά για να ηγηθεί του αγώνα.

Το σκηνικό είναι γνώριμο από παλιά. Το έργο έχει παιχτεί πολλές φορές από την εποχή της «ενωμένης αριστεράς» του 1974, του πάλαι ποτέ ενιαίου συνασπισμού της δεκαετίας του '80 και πάει λέγοντας μέχρι της μέρες μας.Κάθε φορά που η ζωή και η ταξική πάλη επιτάσσει να στραφούμε στον κόσμο, στους απλούς εργαζόμενους, να οργανώσουμε τη μαζική πάλη τους, να βοηθήσουμε στο ξεκαθάρισμα των άμεσων στόχων και των αιτημάτων εκείνων που θα επιτρέψουν να γεννηθεί ένα αληθινό πλειοψηφικό κίνημα μέσα στο λαό και την εργατική τάξη, ορισμένοι αναζητούν καταφύγιο στο διάλογο της Αριστεράς στη βάση του «όλοι αριστεροί είμαστε, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός».

Η περίοδος στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι συνηθισμένη. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές και αδυσώπητες. Δεν αφήνουν περιθώρια για γενικές αναζητήσεις στο χώρο της Αριστεράς. Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Ή θα κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης, των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, ή θα ζήσουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις κοινωνικής αποσύνθεσης και διάλυσης.
Πώς όμως θα γίνει να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία του λαού; Με εκκλήσεις για να βγει στο δρόμο και να ανατρέψει την κυβέρνηση και τα μέτρα; Αρκεί αυτό, ή αποτελεί ένα βολικό άλλοθι για να χρεωθεί στου ίδιους τους εργαζόμενους η ήττα, σύμφωνα με το γνωστό «εμείς τα λέγαμε, καλούσαμε τον κόσμο να ξεσηκωθεί, αλλά αυτός είναι βλάκας και δεν καταλαβαίνει».
Απαιτείται ενότητα δράσης του λαού
Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η ενότητα της Αριστεράς, ούτε ένα αριστερό μέτωπο, όπως κι αν το εννοεί κανείς, αλλά η ενότητα δράσης της πλειοψηφίας του λαού. Και η πλειοψηφία αυτή δεν βρίσκεται σήμερα στην Αριστερά, ούτε καν έχει εμπιστοσύνη στην Αριστερά.

Όχι γιατί η Αριστερά είναι διασπασμένη, αλλά γιατί δεν απαντά στα άμεσα προβλήματα του με τρόπο πειστικό και ρεαλιστικό από τη σκοπιά των συμφερόντων του. Γι' αυτό και η ενότητα δρασης του λαού δεν περνά αναγκαστικά μέσα από την κοινή δράση της Αριστεράς, αλλά μέσα από ένα ενιαίο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων.

Κι αυτό απαιτεί μια εντελώς διαφορετική ενότητα. Όχι μια ενότητα για την ενότητα. αλλά μια ενότητα ανοιχτή σε όλους, σε όλες τις δυνάμεις του λαού, που αποδέχονται την κοινή δράση ενάντια στον κοινό εχθρό στη βάση των πιο άμεσων και ζωτικών αιτημάτων για την επιβίωση των εργαζομένων και της χώρας.

Για να κατακτηθεί μια τέτοια ενότητα στην πράξη πρέπει πρώτα να χωρίσουμε για να ενωθούμε. Όχι για να ενωθούμε μεταξύ μας, αλλά για να ενωθούμε πρώτα και κύρια με τον απλό κόσμο. Και πρέπει πρώτα να χωρίσουμε με όλους εκείνους που μπορεί να φωνάζουν πιο δυνατά απ' όλους ενάντια στην κυβέρνηση, τα μέτρα, το ΔΝΤ, το Μνημόνιο, αλλά δεν τολμούν να απαντήσουν ανοιχτά και ξεκάθαρα -από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και του λαού- τι πρέπει να κάνουμε με το χρέος και με το ευρώ.

Αυτό το ενιαίο μέτωπο της πλειοψηφίας των εργαζομένων δεν μπορεί να το εκφράσει κανένα σχέδιο της «παναριστεράς», όσο ριζοσπαστικό κι αν εμφανίζεται στα λόγια, όπως άλλωστε δεν το εξέφρασε ποτέ έως τώρα. Όσοι συναρπάζονται με τέτοια εγκεφαλικά σχέδια, αρνούνται ή αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η Αριστερά έχει μόνο ένα χρέος: Να φανεί χρήσιμη στον αγώνα που διεξάγει σήμερα η εργατική τάξη και γενικά ο λαός για την επιβίωση του.

Αν δεν μπορεί να το κάνει αυτό, οφείλει να καταλήξει στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.

Υπάρχει Αριστερά, σήμερα, που μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει σ' ένα τέτοιο ενιαίο μέτωπο: Ναι υπάρχει. Δεν θα τη βρείτε στις ηγεσίες και τους μηχανισμούς των κομμάτων της, ούτε στους διαλόγους των «επωνύμων» επί παντός επιστητού, θα την βρείτε να αναπτύσσεται ραγδαία μέσα στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, εκεί όπου αρχίζουν να ξεπετάγονται για πρώτη φορά τα "έμβρυα" μιας αυθεντικής λαϊκής οργάνωσης, μέσα από επιτροπές και πρωτοβουλίες μέχρι χτες ανένταχτων, αλλά και ενταγμένων, που ψάχνουν να βρουν τρόπους κοινής δράσης με τους γείτονες και τους συναδέλφους τους για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα πιο κρίσιμα και επείγοντα προβλήματα της περιόδου.

Πρόκειται για μια κρίσιμη μάζα αγωνιστών που διατρέχει οριζόντια τα κόμματα και τις οργανώσεις της Αριστεράς και ξέρει να θέτει τα πιο άμεσα αιτήματα της κοινής δράσης πάνω από τις γενικότερες ιδεολογικοπολιτικές διαφορές. Εκεί βρίσκεται η ελπίδα. Κι εκεί μόνο μπορεί να στηριχθεί μια αληθινή πολιτική πρωτοβουλία που δεν θα αναλώνεται με τα όποια κοινά σημεία της Αριστεράς, αλλά θα θέτει ως άμεση και επείγουσα ανάγκη το ενιαίο μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων, της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού.

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος, αναλυτής και το κείμενο του δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Δρόμος της Αριστεράς".

ΚΟΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ0001.tif

Γιατί δεν πληρώνουμε διόδια

Αρνιέμαι, αρνιέμαι, αρνιέμαι
να είσαι συ και να μην είμαι εγώ
που τη δική μου μοίρα διαφεντεύεις
με τη δική μου γη και το νερό.

Αρνιέμαι, αρνιέμαι, αρνιέμαι
να βλέπω πια το δρόμο μου κλειστό
αρνιέμαι να 'χω σκέψη που σωπαίνει
να περιμένει μάταια τον καιρό.

Η ποίηση, λένε αυτοί που ξέρουν και την εκτιμούν, είναι αφοπλιστική.

Το ποίημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη θα ήταν αρκετό να αποτελεί από μόνο του μια πλήρης απάντηση στα όσα ισχυρίζεται η εταιρεία ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΕ, δια χειρός της υπευθύνου δημοσίων σχέσεων κ.Ζαβριδου (Ελευθερία 3/7/10).

Σε κλίμα πανικού και απόγνωσης από το διογκούμενο κύμα αμφισβήτησης της εκχώρησης της δημόσιας περιουσίας σε ιδιώτες, το κίνημα κατά των διοδίων έχει όντως τρομάξει από τη δυναμική του και το κυριότερο με την αποτελεσματικότητά του. Παράλληλα, τα δυσάρεστα νέα για το μέλλον των εκχωρήσεων δημόσιων έργων (ΑΕΓΕΚ, Προοδευτική, ΑΤΤΙ-ΚΑΤ) που καταλήγουν στις τράπεζες, δανειστές των εταιριών, δημιουργούν ένα πρόσθετο λόγο ανησυχίας. Το γεγονός ότι ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, δηλώνει ότι οι ανησυχίες δεν αφορούν μόνο τις εταιρίες διοδίων αλλά ολόκληρη την Ευρώπη.

Αμφισβητώντας την ευαισθησία όλων αυτών που διαφεντεύουν τη μοίρα μας και αυτών που τα κέρδη είναι η ζωή τους, είμαστε αναγκασμένοι να υπερασπιστούμε τα αυτονόητα:

1. Όλη η πρώτη παράγραφος τη εταιρείας εξηγεί τη νομιμότητα του έργου και πως ο θεσμός των συμβάσεων παραχωρήσεων εφαρμόζεται ευρέως σε παγκόσμιο επίπεδο από τα τέλη του 1970.

Όσον αφορά την παραχώρηση, καλό θα ήταν να γίνει κατανοητό πως έχει παραχωρηθεί το ΕΘΝΙΚΟ οδικό δίκτυο. Ο εθνικός χαρακτήρας του οδικού δικτύου φτάνει από μόνος του να δικαιολογήσει την άρνηση πληρωμής εκ μέρους των χρηστών της. Η δε παγκόσμια εφαρμογή αυτού του συστήματος τόσα χρόνια πριν, μόνο λύπη μπορεί να μας προκαλέσει μιας και αργήσαμε τόσα χρόνια για διαφωτιστούμε για τον «εκσυγχρονισμό» που πρέπει να υποστούμε μέσω της αφαίμαξης του εισοδήματός μας.

Φρόνιμο θα ήταν όμως να ενημερώσουμε για όλες τις παγκόσμιες πρωτοτυπίες που έχουμε ως εκσυγχρονισμένο έθνος:

Α) Για παράδειγμα πως είμαστε οι πρώτοι σε παγκόσμιο επίπεδο που προπληρώνουμε ένα έργο που ΘΑ κατασκευαστεί.

Β) Πως είμαστε οι πρώτοι σε παγκόσμιο επίπεδο όπου το αντίτιμο των διοδίων δεν έχει χαρακτήρα απόσβεσης, δηλαδή δεν μειώνεται το ύψος του αντιτίμου με την πάροδο των χρόνων όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο.

Γ) Πως ενώ σε όλο τον κόσμο μόλις γίνει απόσβεση του κόστους κατασκευής ενός δρόμου οι σταθμοί διοδίων αποσύρονται, ενώ εδώ ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια μετά τη βροχή όλο και περισσότεροι σταθμοί.

Δ) Πως έχουμε την παγκόσμια πρωτιά να πληρώνουμε πανάκριβα διόδια και πανάκριβα τέλη κυκλοφορίας που ισοδυναμούν πλέον με ολόκληρους μισθούς.

2) Με περίσσιο ζήλο, η ανακοίνωση καλύπτει με έναν μανδύα νομιμότητας όλο το χαράτσωμα που έχει υποβάλει το κράτος μέσω των εταιριών τον λαό εδώ και αρκετούς μήνες και χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό ενημερωνόμαστε πως το χαράτσι θα έχει ισχύ τουλάχιστον για 30 χρόνια.

Και όλα αυτά με μια χωρίς προηγούμενο επίθεση που καθημερινά δέχεται όλος ο εργαζόμενος πληθυσμός στα εργασιακά και ασφαλιστικά μας κεκτημένα, σε όλους τους όρους της επιβίωσής μας.

Γι αυτό από την αρχή του αγώνα μας, παρά την ανάγκη να μιλήσουμε την «νομικήν γλώσσαν», την οποία εξ’ ανάγκης μελετήσαμε (βλ. www.epitropesdiodiastop.blogspot.com), υποστηρίζουμε πως το θέμα των διοδίων είναι καθαρά κοινωνικό και πολιτικό και πως η επίκληση «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» έχει μπει δια παντός στο χρονοντούλαπο της μαύρης ιστορίας αυτού του τόπου.

Ούτε φυσικά η επίκληση των συναλλακτικών ηθών μπορεί να σώσει τα επιχειρήματά, όταν τα «νέα συναλλακτικά ήθη» που καθιερώθηκαν από τις ιδιωτικές εταιρείες διοδίων, σημαίνουν τον αποκλεισμό των πολιτών από τη χρήση του εθνικού οδικού δικτύου εξαιτίας των μοναδικών κριτηρίων που τίθενται, που είναι η χρηματοδότηση ενός έργου, η αποπληρωμή των τραπεζιτών και φυσικά η κερδοφορία των κοινοπραξιών.

3) Πλατιά λαϊκά στρώματα αντέδρασαν, συστρατεύθηκαν με το κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ και το έκαναν πράξη. Υψώσαμε το ανάστημα μας και δηλώνουμε πως δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να περιχαρακώσει την ζωή μας πίσω από μπάρες.

Ο ισχυρισμός ότι ο οδηγός είναι υποχρεωμένος να δηλώσει τα στοιχεία του όταν αρνείται την καταβολή του αντιτίμου βασίζεται στο εγχειρίδιο λειτουργίας του έργου που έχει εκδώσει …η κοινοπραξία.

Απαντάμε ρητά και κατηγορηματικά πως κανένα εταιρικό εγχειρίδιο δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σύνταγμα της χώρας, ακόμα κι αν το έργο έχει παραχωρηθεί στην εταιρία από το κράτος.

Δεν υφίσταται κανένα δικαίωμα να ζητούνται προσωπικά δεδομένα των πολιτών και πρέπει να γίνει αντιληπτό πως στις εταιρείες παραχωρήθηκε η κατασκευή ενός έργου και όχι η αστυνόμευση της ζωής μας.

4) Η διαρκής αναφορά και επίκληση για παρέμβαση της αστυνομίας αποδεικνύει ότι όταν δεν υφίσταται κοινωνική συναίνεση, ο μόνος «δημοκρατικός» δρόμος είναι η καταστολή.

Προς το παρόν οι αστυνομικές αρχές και οι κατά τόπους επικεφαλείς της τροχαίας (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), δηλώνουν τόσο την άρνηση τους να μετατραπούν από δημόσια όργανα, σε υπαλλήλους των εταιριών διοδίων, επικαλούμενοι παράλληλα το νομικό κώλυμα που δεν επιτρέπει την εμπλοκή τους σε μια αστική διαφορά, όπως είναι η περίπτωση άρνησης καταβολής του αντιτίμου των διοδίων.

Η στάση τους ίσως να οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν θέλουν να ανοίξουν ένα μέτωπο εκατοντάδων χιλιομέτρων, κατά μήκος όλου του οδικού άξονα ή μπορεί να έχουν γνώση της εξέγερσης των λαϊκών μαζών κατά μήκος των εθνικών οδών της Αργεντινής κατά την αντίστοιχη περίοδο της χρεοκοπίας της.

Τέλος σχετικά με τις απειλές κατά των «παραβατών», που δεν έχουν άλλο σκοπό από τον εκφοβισμό και την τρομοκράτηση των ανυπότακτων πολιτών, οργισμένων όχι μόνο για τα διόδια αλλά για όλες τις μπάρες και τους φραγμούς που τίθενται στη ζωή μας από τις κυβερνήσεις, τις τρόικες και τις ιδιωτικές εταιρίες, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι το φυτίλι της κοινωνικής έκρηξης δεν το ανάψαμε εμείς αλλά οι εταιρίες των διοδίων, οι τραπεζίτες που τις δανείζουν και οι κυβερνήσεις που χρεοκόπησαν τη χώρα.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ & ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ 9-7-2010