Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Απεργία; Κλείνω το μαγαζί! (συμβαίνει στην Πάτρα)
Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Εκπληκτικές διαστάσεις λαμβάνει η πραγματοποίηση της 24ωρης απεργίας που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, με την καθολική συμμετοχή των συναδέλφων, στις εφημερίδες «Αλλαγή», «Γεγονότα», «Ημέρα» και «Σημερινή» της Πάτρας σε ένα κοινό μέτωπο της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου – Ηπείρου – Νήσων και της Ένωσης Υπαλλήλων και Γραφικών Τεχνών.

Η ιδιοκτησία της εφημερίδας «Ημέρα» είχε ανακοινώσει ότι αν δεν αναστελλόταν η προχθεσινή απεργία, θα προχωρούσε στην οριστική αναστολή έκδοσης της εφημερίδας. Συγκεκριμένα, ο μεγαλοεπιχειρηματίας ιδιοκτήτης της, Θ. Καμπέρος, με ένα κατάπτυστο άρθρο στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας του», την Τετάρτη, είχε απειλήσει ανοιχτά τους εργαζόμενους πως αν συμμετάσχουν στην προχτεσινή απεργιακή κινητοποίηση θα τους απολύσει (ολόκληρη η απειλή του, στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας του, βρίσκεται στο εξώφυλλο που δημοσιεύουμε).

«Εχουν λυσσάξει τα συνδικάτα με τις “καθυστερήσεις καταβολής μισθών" και κάποιες διακοπές συνεργασίας και δεν αναλογίζονται, σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία, ότι το δάσος είναι πολύ μεγαλύτερο από μερικά δέντρα» σημειώνει ανάμεσα σε άλλα ευτράπελα για να δικαιολογήσει τις αδικαιολόγητες μπίζνες του (θέμα για το οποίο θα επανέλθουμε).

Απ’ ότι μαθαίνουμε, οι εργαζόμενοι θα προχωρήσουν τώρα στην εκλογή μίας τριμελούς επιτροπής, προκειμένου να τους εκπροσωπεί στην διαπραγμάτευση με την ιδιοκτησία για την διαδικασία ομαδικής απόλυσης . Η εκδοτική εταιρεία έχει ήδη ξεκινήσει την διαδικασία εκκαθάρισης από χθες το πρωί (κατά τα λοιπά περίμενε την απεργία…).

Μπορεί μια 24ωρη απεργία να έχει ως φυσιολογικό αποτέλεσμα την αναστολή λειτουργίας ενός μέσου ενημέρωσης;

Με τίτλο «Οι εργαζόμενοι δε θα επιτρέψουν να κλείσει η ιστορική εφημερίδα ΗΜΕΡΑ» εκδόθηκε, χθες, και η ακόλουθη ανακοίνωση:

«Τα Διοικητικά Συμβούλια της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου – Ηπείρου – Νήσων και της Ένωσης Υπαλλήλων και Γραφικών Τεχνών χαιρετίζουν την καθολική συμμετοχή των συναδέλφων στην 24ωρη απεργία της Τετάρτης 21 Οκτωβρίου, στις εφημερίδες «Αλλαγή», «Γεγονότα», «Ημέρα» και «Σημερινή» της Πάτρας».

«Το μήνυμα που εστάλη ήταν σαφές. Οι εργαζόμενοι στον Τύπο δεν πρόκειται να δεχθούν πρακτικές που παγιώνουν καταστάσεις αυθαιρεσίας και παρανομίας και θα συνεχίσουν τους αγώνες τους έως ότου επέλθει καθεστώς πλήρους νομιμότητας σε ό,τι αφορά στην κανονική καταβολή των αμοιβών, στην ασφαλιστική κάλυψη των συναδέλφων, στην απαρέγκλιτη τήρηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και στην διασφάλιση των θέσεων εργασίας».

«Η ενότητα του κλάδου είναι η μεγάλη ισχύς του, κάτι που επιβεβαιώθηκε στην συνέλευση των εργαζομένων στις τέσσερις εφημερίδες, το μεσημέρι της Τετάρτης στα γραφεία της ΕΣΗΕΠΗΝ και φυσικά στην απεργία της ίδιας μέρας.
Οι εργαζόμενοι στον Τύπο διεκδικούν το αυτονόητο και το νόμιμο. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Διεκδικούν την αξιοπρεπή διαβίωση τους, την εργασιακή τους ασφάλεια και το δικαίωμα σε μια κανονική σύνταξη».

«Σε ό,τι αφορά στην παράνομη και προσχηματική απόφαση του ιδιοκτήτη της εφημερίδας «Ημέρα» κ. Θεόδωρου Καμπέρου να αναστείλει την έκδοση της εφημερίδας, με άλλοθι την απεργία των εργαζομένων, τα Διοικητικά Συμβούλια της Ένωσης Συντακτών και της Ένωσης Υπαλλήλων Τύπου και Γραφικών Τεχνών, διαμηνύουν στον κ. Καμπέρο ότι αν αναζητεί άλλοθι και προσχήματα ας ψάξει αλλού να τα βρει και όχι στην δίκαιη απεργία των εργαζομένων».

«Η απόφαση αυτή εξωθεί στην ανεργία περίπου 50 εργαζόμενους, μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί το πείσμα της ιδιοκτησίας. Δεν είναι δυνατόν η κοινή γνώμη της πόλης να δεχθεί ότι η κήρυξη μιας 24ωρης απεργίας μπορεί να έχει ως φυσιολογικό αποτέλεσμα την αναστολή λειτουργίας ενός μέσου ενημέρωσης».

«Καλούμε τον κ. Θεόδωρο Καμπέρο να ανακαλέσει την απόφαση του, καλούμε επίσης τους φορείς της πόλης να υποστηρίξουν το αίτημα επαναλειτουργίας της εφημερίδας, με τον ίδιο αριθμό εργαζομένων και στην βάση της τήρησης όλων των προβλεπομένων απο τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας όρων και προϋποθέσεων».

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΝΑΡ 17-10-2009

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΝΑΡ 17-10-2009
Α. ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ 4/10

1. Οι εκλογές της 4/10 –όπως και οι ευρωεκλογές- σφραγίστηκαν από την επίδραση της κρίσης, «της δεύτερης μεγαλύτερης κρίσης του καπιταλισμού», το βάθος, η έκταση και η διάρκεια της οποίας επιδρούν καθοριστικά στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Η ανάκαμψη από την κρίση –ύφεση που προωθεί η αστική πολιτική αφορά τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος και των πολυεθνικών (πχ αυτοκινητοβιομηχανίες), αφορά την κατανάλωση και όχι την εργασία και συνοδεύεται από αύξηση της ανεργίας και μείωση των κοινωνικών δαπανών. Η διάθεση σημαντικών κονδυλίων από τον κρατικό προϋπολογισμό στην κατεύθυνση αυτή (πχ 28 δις στις Τράπεζες) μεταφέρει τα κρισιακά φαινόμενα στη δημοσιονομική σφαίρα και ενισχύει τις διεργασίες επανάκαμψης της κρίσης με οξύτερο τρόπο. Ο ελληνικός καπιταλισμός λόγω των ιδιαίτερων δομικών προβλημάτων του, με το αστικό κράτος σε κατάσταση χρεοκοπίας και συνεχούς –όλο και πιο τοκογλυφικού- δανεισμού αντιμετωπίζει οξύτατο πρόβλημα γι αυτό και οι κραυγές των αστών για μέτρα υπέρ της «οικονομίας, της αγοράς, της ανταγωνιστικότητας».
Για το ξεπέρασμα της, η αστική τάξη ακολουθεί μια επιθετική πολιτική σκληρής και βάρβαρης εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Η πολιτική αυτή σε σύμπλεξη με τις συντηρητικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που προωθούν οι κυβερνήσεις όλων των χρωμάτων και συμμαχικών συνδυασμών δημιουργεί ένα εκρηκτικό μίγμα αντιδραστικής πολιτικής που τη φέρνει αντιμέτωπη με την μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία των εργαζομένων και της νεολαίας. Η εμπειρία και από τις εκλογές σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης δείχνει ότι οι κυβερνήσεις φθείρονται πιο γρήγορα από ποτέ, λόγω της βαθύτερης αδυναμίας του καπιταλισμού για μονιμότερες απαντήσεις, στο έδαφος της σχετικής κοινωνικοπολιτικής αστάθειας που διαμορφώνεται. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσονται, με τη μορφή της άμπωτης και πλημμυρίδας, εργατικοί και νεολαιίστικοι αγώνες οι οποίοι ασκούν τη δική τους επίδραση στις πολιτικές εξελίξεις.
Οι τάσεις αυτές αποκαλύπτονται με χαρακτηριστικό τρόπο και στην χώρα μας με την προκήρυξη των πρόωρων εκλογών και την όσο το δυνατόν γρηγορότερη «αλλαγή φρουράς» με το ΠΑΣΟΚ που επιβλήθηκε από σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο ανεξέλεγκτων κοινωνικών συγκρούσεων. Η μαζική λαϊκή καταδίκη και η εκλογική αποδοκιμασία της πολιτικής της ΝΔ, δεν σηματοδοτεί, με το ανάλογο της επίθεσης βάθος, απόρριψη για τα νεοσυντηρητικά – νεοφιλελεύθερα δόγματα, πάνω στα οποία η ΝΔ στήριζε την πολιτική της και την ιδιαίτερα επιθετική θατσερική προεκλογική της εκστρατεία. Ωστόσο, το μαζικό κίνημα στην εξέλιξη του, δημιούργησε ρωγμές κυρίως στην κοινωνική συναίνεση απέναντι στην εφαρμοζόμενη πολιτική, την οποία θα βρει μπροστά της η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ . Δεν έριξαν, βεβαίως. την κυβέρνηση Καραμανλή οι αγώνες, αλλά –ειδικά οι πιο ριζοσπαστικοί απ’ αυτούς- έφθειραν και απονομιμοποίησαν την πολιτική της. Γιατί οι αγώνες παίζουν σοβαρό πολιτικό ρόλο, ακόμα και όταν έχουν αδυναμία να εκφράσουν ένα συνολικό ανατρεπτικό περιεχόμενο ώστε μαζί με μια άλλη Αριστερά να ανοίγουν ένα άλλο δρόμο για τα εργατικά συμφέροντα.
Η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ δεν είναι τόσο ισχυρή όσο παρουσιάζεται. Η αδυναμία του να εμπνεύσει και να στρατεύσει μαζικά σε ένα σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό σχέδιο, η σχετική του υστέρηση στις πόλεις και στους μισθωτούς εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, το γεγονός πως είναι η κυβέρνηση που εκλέγεται με το χαμηλότερο ποσοστό κυβερνητικής εναλλαγής από τη μεταπολίτευση είναι στοιχεία που πρέπει να σημειωθούν.
Η συμβολή της έκρηξης του Δεκέμβρη στην κατάρρευση της ΝΔ είναι πολύ σημαντική. Το γεγονός όμως ότι δεν μπόρεσε να τροφοδοτήσει μια συνολική αριστερή στροφή έχει να κάνει και με τα όρια των ίδιων των γεγονότων, αλλά και πολύ περισσότερο με την αδυναμία της Αριστεράς να εκφράσει την εξεγερτική δυναμική του, γεγονός που το πληρώνει.
Τα αποτελέσματα τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ ξεπέρασαν τους σχεδιασμούς και τις εκτιμήσεις των κομμάτων αυτών και των αστικών κέντρων ακριβώς διότι η λαϊκή αγανάκτηση και οργή βρήκε –έστω αυτόν -τον τρόπο να εκδηλωθεί, συντρίβοντας εκλογικά τη ΝΔ και δίνοντας άνετη αυτοδυναμία στο ΠΑΣΟΚ.
Από τη σκοπιά αυτή δεν συμφωνούμε με τάσεις απογοήτευσης, ότι η δικομματική εναλλαγή λειτούργησε ανεμπόδιστα, ότι το αστικά μεταλλαγμένο ΠΑΣΟΚ (που είχε διωχθεί το 2004) ψηφίζεται ως εναλλακτική λύση στην καταρρέουσα Δεξιά, ότι γενικά στο κίνημα και στην Αριστερά υπάρχει μια από τα ίδια. Ούτε με την γραμμική αντίληψη «οι αγώνες έριξαν τον Καραμανλή, το ίδιο περίπου θα γίνει με τον Παπανδρέου, οι μάζες θα στραφούν αριστερά» κοκ.
Επιχειρούμε να δούμε διαλεκτικά το αποτέλεσμα, προσεγγίζοντας πιο συγκεκριμένα τη δύναμη αλλά και τις ανοικτές αδυναμίες του αστικού πολιτικού συστήματος, την αδυναμία αλλά και τις μεγάλες δυνατότητες του εργατικού κινήματος με έμφαση στις δυνατότητες.

2. Η ΝΔ γνώρισε μία εκλογική συντριβή και έφτασε στο χαμηλότερο εκλογικό σημείο από την ίδρυσή της. Έχασε 699.012 ψήφους από τους 2.994.979 ψήφους ή το 8,36%. Από το 41,84% του 2007 και κατακρημνίστηκε στο 33,48%, ενώ από τις εκλογές του 2004 οι απώλειες προσεγγίζουν τους 1.100.000 ψήφους.
Η καταδίκη αυτή έχει έντονα ταξικό χρώμα καθώς ειδικά στις εργατικές – λαϊκές περιοχές Αθήνας και Πειραιά οι εργαζόμενοι την «μαυρίζουν», ακυρώνοντας την μακρόχρονη προσπάθεια της ΝΔ να κυριαρχήσει σε αυτές τις περιοχές. Στη Β’ περιφέρεια Αθηνών χάνει 8,64%, φτάνοντας στο 26,63%, ενώ στη Β’ Πειραιά έπεσε στο 23,07% (-8,33%). Σύμφωνα με τα στοιχεία η εκλογική καταγραφή της ΝΔ στους μισθωτούς συρρικνώθηκε: ιδιωτικός τομέας 25%, δημόσιος τομέας 30%. Στους άνεργους 27%, ενώ και στους επιστήμονες ελεύθερους επαγγελματίες (πολλοί είναι «κρυμμένοι» μισθωτοί) παίρνει 28%. Αλλά και ο Δεκέμβρης «πυροβολεί» τη ΝΔ, καθώς στους 18άρηδες που ψήφισαν για πρώτη φορά παίρνει μόνο 21%!
Μεγάλη είναι η πτώση της και σε αστικές περιοχές, αφού μεσαία και ανώτερα στρώματα την εγκατέλειψαν: Βριλήσσια 30,99, (–9,9%) Γλυφάδα 31,2% (-9%), Π. Φάληρο 33,58% (-9,9%), ενώ κρατά Εκάλη με 55% (αλλά με –14,5%) και Φιλοθέη 47,8 (-13,5%). Σύμφωνα με την ανάλυση τω αποτελεσμάτων η ΝΔ κρατιέται στους «επιχειρηματίες-εργοδότες» (42%) και στον μη οικονομικά ενεργό πληθυσμό: συνταξιούχοι Δημοσίου 49%, συνταξιούχοι ιδιωτικού 40% και νοικοκυρές 43%. Εμφανίζεται ιδιαίτερα «γερασμένη», αφού στους άνω των 65 ετών έλαβε ποσοστό 49%.
Η ΝΔ κάηκε κυριολεκτικά στα καμένα, αφού στην Ηλεία έπεσε -9,32%, στην Αττική 9,78%, στην Εύβοια 9,52%. Βούλιαξε στο Αιγαίο της εγκατάλειψης, με πρώτα τα Δωδεκάνησα του Παυλίδη (-10,88%), τις Κυκλάδες (-9,47%), τη Χίο (-9,87%). Κάπως κρατήθηκε στους αγρότες (38%) και στη Μακεδονία (αρκετοί νομοί με ελάχιστες ποσοστιαίες απώλειες).
Οι ψηφοφόροι της ΝΔ που έφυγαν κατευθύνθηκαν στο ΠΑΣΟΚ (περίπου 200.000 υπολογίζουν οι δημοσκόποι), λιγότεροι από 100.000 στο ΛΑΟΣ, αρκετοί στους Οικολόγους Πράσινους, ενώ υπολογίζεται ότι πάνω από 250.000 έκαναν αποχή.
Η ΝΔ πλήρωσε την βάρβαρη αντιλαϊκή πολιτική της, τις προκλητικές αντεργατικές εξαγγελίες περί «παγώματος μισθών για την αντιμετώπιση της κρίσης», τη συνολική χειροτέρευση της ζωής των εργαζομένων, αλλά και την τραγική διάψευση των εξαγγελιών για «χρηστή διαχείριση» και «καθαρά χέρια».
Η κατακρήμνισή της, ειδικά στην εργατική τάξη, αντανακλά την βαθιά και καθολική κρίση (οικονομική, κοινωνική, πολιτική, οικολογική, ηθική) του σύγχρονου καπιταλισμού, η οποία, όπως δείχνει και η διεθνής εμπειρία, χρεώνεται, πρώτα από όλα, στον κάθε φορά διαχειριστή του.
3. Το ΠΑΣΟΚ συγκέντρωσε 43,92%, το οποίο είναι μακριά –κυρίως ποιοτικά- από το 48% του ’81 ή το 47% του 1993, ακόμα και από το 45,5% του Καραμανλή το 2004.
Πάντως το κόμμα του Γ. Παπανδρέου εκτινάχθηκε κατά 5,8% από το 38,1% του 2007 (αλλά μόλις 3,37% από το 40,55% του 2004). Η εικόνα είναι όμως πιο γκρίζα εάν δει κανείς τις ψήφους: Οι 3.012.373 του 2009 είναι μόλις 285.094 παραπάνω από τις 2.727.279 το 2007 και περίπου οι ίδιοι με τις 3.003.920 του 2004, όταν το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι «στα ίδια» αλλά δείχνει τη ρηχή δυναμική που έχει το ΠΑΣΟΚ, παρά το ντοπάρισμα των ΜΜΕ.
Αυτό γίνεται φανερό ειδικά όταν δει κανείς από που έρχεται η άνοδος του ΠΑΣΟΚ.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη η εργατική τάξη και τα πιο δυναμικά στρώματα του πληθυσμού) ο ρυθμός ανόδου μόλις ξεπερνά το μέσο όρο ή βρίσκεται και κάτω: Α’ Αθήνας 5,55%, Β’ Αθήνας 6,17%, Α’ Πειραιά 6,27%, Β’ Πειραιά 6,43%, Α’ Θεσσαλονίκης 4,49%. Αντίθετα, η μεγαλύτερη άνοδος καταγράφηκε στην Κρήτη (Ρέθυμνο 14,07%, Ηράκλειο 8,11%), στα νησιά (Δωδεκάνησα 8,16%, Χίος 8,09%), σε τμήμα της Ηπείρου (Θεσπρωτία, Άρτα 6,8%), την Ηλεία 8,1%, τη Φθιώτιδα και τη Θράκη εκτός Έβρου.
Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει μαζικά τα αγροτικά στρώματα (46%, με επιστροφή ύστερα από πολλά χρόνια), τους μισθωτούς του Δημοσίου Τομέα (47%), τους οποίους ο Κ. Καραμανλής έβαλε στον μισθολογικό πάγο, ενώ έχει μεγάλη επιρροή στις κατηγορίες του μη ενεργού πληθυσμού. Αντίθετα, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα είναι πολύ επιφυλακτικοί (37%), δεν έχουν πειστεί από τις διακηρύξεις του Παπανδρέου.
Το ανεβασμένο εκλογικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ δεν συνιστά ένα θετικό, επιθετικό όραμα αλλαγής, αλλά μια αμυντική στάση μειωμένων προσδοκιών, χωρίς να λείπουν ελπίδες και αυταπάτες για κάτι καλύτερο στην εποχή της κρίσης.
Οι εργαζόμενοι, μέσα στην κρίση, στράφηκαν στην κοινοβουλευτική λύση του «μικρότερου κακού», καθώς το εργατικό λαϊκό κίνημα και η Αριστερά, παρά τις αντιστάσεις τους, δεν έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να αλλάζουν την κατάσταση και να συγκροτούν μια άλλη πολιτική διέξοδο.
4. Ο ΛΑΟΣ ανέβηκε σημαντικά από τις 271.809 ψήφους (3,8%) το 2007 και πολύ περισσότερο από τις 162.494 ψήφους (2,19%) το 2004. Στην εκτίμηση της συνολικής δύναμης του αστικού συνασπισμού πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενισχυμένο ΛΑΟΣ, του οποίου μπορεί να ανακόπηκε η ορμή που είχε καταγραφεί στις ευρωεκλογές, μπορεί να πήρε ένα μικρότερο ποσοστό απ’ αυτό που επεδίωκε από τις απώλειες της ΝΔ, αλλά είναι πλέον τέταρτο κόμμα, με ισχυρή παρουσία 5,63% και 386.152 ψήφους. Το ΛΑΟΣ κατάφερε να αυξήσει τις ψήφους από τις ευρωεκλογές λιγότερο από 20.000 (366.637 τον Ιούνη), παρότι εκατοντάδες χιλιάδες περισσότεροι προσήλθαν στην κάλπη με αποτέλεσμα πτώση από το 7,15% των ευρωεκλογών.
Το πιο σοβαρό όμως είναι ότι αναδεικνύεται ως μια σύγχρονη ακροδεξιά δύναμη, πολυσυλλεκτική μεν αλλά ρατσιστική και αντιδραστική στην ουσία της, που εκφράζει τους κατοίκους των πόλεων και των μεγάλων αστικών κέντρων και όχι κάποιες καθυστερημένες παραδοσιακά δεξιές περιοχές. Στην Α’ Αθήνας πήρε 7,59%, στη Β’ Αθήνας 7,28%, στην Α’ Πειραιά 7,56%, στη Β’ Πειραιά 7,59%, στην Αττική 8,29%, στην Α’ Θεσσαλονίκης 8,86%. Αντίθετα, σε περιοχές με παραδοσιακά ισχυρή ακροδεξιά τα ποσοστά του ΛΑΟΣ είναι χαμηλότερα: Φλώρινα 3,55% Μεσσηνία 5,07%, Λακωνία 5,57%.
Ταυτόχρονα, παρά το ότι ο Γ. Καρατζαφέρης προσπαθεί να παρουσιάσει το κόμμα του ως «λαϊκό», έχει εντυπωσιακά υψηλά αποτελέσματα σε εύπορους δήμους της Β’ Αθηνών, αποκαλύπτοντας ότι ψηφίζεται από μεσαία και ανώτερα στρώματα, επιχειρηματίες και κομμάτι της αστικής τάξης: Ψυχικό 8,04%, Φιλοθέη 7,53%, Νέο Ψυχικό 7,96%, Π. Φάληρο 8,30%, Γλυφάδα 8,44%, Εκάλη 8,71. Βεβαίως, ψηλά ποσοστά «κτυπά» και σε εργατικές περιοχές όπως η Καισαριανή 9,4% (!), ο Άι Γιάννης Ρέντη 8,37%, το Πέραμα 7,58%.

5. Οι Οικολόγοι Πράσινοι, αν και δεν κατάφεραν να μπουν στη βουλή, υπερδιπλασίασαν τους ψηφοφόρους τους από 75.502 το 2007 στους 173.388.
Υπερψηφίστηκαν στις εύπορες περιοχές, δείχνοντας ότι η περιβαλλοντική τους πολιτική δεν είναι καθόλου απειλητική (κάθε άλλο) για τους θιασώτες του συστήματος. Έτσι, αναδείχθηκαν τρίτο κόμμα σε Ψυχικό (8,05%) και Φιλοθέη (8,54%), ενώ ψηλά ποσοστά πήραν στην Εκάλη 7,48%, Κηφισιά 5,82%, Παπάγου 6,03% και Πεντέλη 6,4%.
Ενισχύθηκε από τμήματα του κατεστημένου στα πλαίσια της αναζήτησης ενός ‘μπαλαντέρ’ στο πολιτικό σύστημα. Το ρεύμα αυτό έχει σαν περιεχόμενό του μια λογική πράσινης –καπιταλιστικής- ανάπτυξης και επιδιώκει καθαρά να συμβάλλει ακόμα και σε κυβερνητικές λύσεις με οποιοδήποτε από τα δύο μεγάλα κόμματα. Εντούτοις η άνοδός του αντανακλά και την αυξανόμενη σημασία στη συνείδηση των εργαζόμενων του οικολογικού προβλήματος.
6. Αν και στις βουλευτικές εκλογές της περασμένης Κυριακής ψήφισαν 1.783.124 περισσότεροι από τις ευρωεκλογές του Ιουνίου (7.044.479 έναντι 5.261.355) -μη επαληθεύοντας όσους στη θερινή έκρηξη της αποχής είχαν αναζητήσει ένα πιο σταθερό πολιτικό μήνυμα μαζικής αποστασιοποίησης-, η τάση μείωσης της συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες συνεχίζεται.
Το 2009 ψήφισε το 70,94% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους, έναντι 74,14% το 2007 (7.355.026 είχαν ψηφίσει τότε).
Η διαρκώς μειούμενη συμμετοχή είναι ένδειξη μιας διολίσθησης της πολιτικής εκπροσώπησης και κινητοποίησης, που προς το παρόν οδηγεί περισσότερο σε κανάλια ατομικά, παρά συλλογικής αμφισβήτησης.
Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της αποχής στις βουλευτικές του 2009 οφείλεται σε απογοητευμένους ψηφοφόρους της ΝΔ.

7. Δίδυμη πτώση είχαν τα δύο κόμματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς, με περίπου ανάλογες απώλειες, διατηρώντας μέρος των κερδών του 2004. Παρά το γεγονός ότι η πίεση από το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν πολύ έντονη, καθώς είχε αρκετά νωρίς διαμορφωθεί εικόνα αυτοδυναμίας, η αιμορραγία –περισσότερο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΚΚΕ- προς το ΠΑΣΟΚ ήταν σημαντική.
Το ΚΚΕ πήρε στις φετινές εκλογές 517.154 ψήφους (7,54%), σημειώνοντας καθαρή πτώση από το 2007 (583.750 ψήφοι και 8,15%). Συνολικά, χάνει 66.500 ψήφους με το 40% αυτών των απωλειών στην Αθήνα- Πειραιά- Αττική.
Οι απώλειες του είναι πολύ μεγαλύτερες στα αστικά κέντρα, δηλαδή εκεί που βρίσκεται συγκεντρωμένη η εργατική τάξη. Έτσι, στην Α’ Αθήνας πέφτει 0,96%, στη Β’ Αθήνας 1,27%, στην Α’ Πειραιά 0,85%, στη Β’ Πειραιά 1,69% και στο υπόλοιπο Αττικής 1,02%. Σημαντικές είναι οι απώλειες και στην Α’ Θεσσαλονίκης (0.78%), στη Β’ Θεσσαλονίκης (0,58%), στο νομό Λάρισας (0,59%) και Μαγνησίας (0,57%). Αντίθετα κρατήθηκε σε ποσοστά σε ορισμένους επαρχιακούς νομούς, ειδικά της Βόρειας Ελλάδας. Σύμφωνα με τα στοιχεία το προφίλ του ψηφοφόρου του είναι ιδιωτικός υπάλληλος 25-34 ετών, φοιτητής ή άτομο με ανώτερη εκπαίδευση.
Το ΚΚΕ βρέθηκε σε πολιτική απόσταση από σημαντικούς αγώνες της περιόδου και από την πλατιά λαϊκή αντι-ΝΔ διάθεση, παρά την συμβολή του σε επιμέρους εργατικές και λαϊκές διεκδικήσεις. H «αντικαπιταλιστική ρητορική», η πολιτική αντιπαράθεση με τα αστικά κόμματα, την ΕΕ και τον υποταγμένο συνδικαλισμό χάνει την θετική της σημασία καθώς συνοδεύονται σε πολλές περιπτώσεις από μια συντηρητική πρακτική- δεν έβαλε θέμα ανατροπής της κυβέρνησης ΝΔ «από κάτω και αριστερά»- (με αποκορύφωμα τα εύσημα που πήρε από την αστική τάξη λόγω της στάσης του τον Δεκέμβρη), και φόβο μπροστά στην κατάχτηση μιας αυτοτελούς πολιτικής δυναμικής από το κίνημα των εργαζόμενων και της νεολαίας. Έτσι συσπειρώνει σε μεγάλο βαθμό δυνάμεις στην βάση της γενικής κοινοβουλευτικού χαρακτήρα πολιτικής διαμαρτυρίας, που με τη σχετική όξυνση των διλημμάτων επιστρέφουν στις κυβερνητικές λύσεις. Οι παραπάνω αντιφάσεις, μαζί με την υπεράσπιση των εκμεταλλευτικών καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ενίσχυσαν τις τάσεις αριστερής αναζήτησης σε αγωνιστές του χώρου αυτού.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 45.600 ψήφους σε σχέση με το 2007 (315.627 – 4,6%, έναντι 361.101 και 5,04%). Και ο ΣΥΡΙΖΑ κρατήθηκε ή ανέβηκε σε μια σειρά επαρχιακούς νομούς, όπου έχει σχετικά μικρή επιρροή (Ροδόπη, Ξάνθη, Άρτα, Θεσπρωτία, Καβάλα, Χαλκιδική και γενικά βόρεια Ελλάδα), αλλά πέφτει σημαντικά εκεί που είναι τα στηρίγματά του: Α΄ Αθήνας -1,29%, Β΄ Αθήνας -1,53%, Α΄ Πειραιά -0,92%, Β’ Πειραιά -0,73%, Αττική -0,86%, Αχαΐα -1,03%, Μεσσηνία -1,01% κλπ . Όσον αφορά την κοινωνική του αναφορά, έχει αυξημένη καταγραφή σε περιοχές με μεσαία στρώματα (έστω και της μισθωτής εργασίας): Νέο Ψυχικό 8,55% Χαλάνδρι 8,65%, Χολαργός 9,46%, Μελίσσια 8,49%, Βριλήσσια 8,94%, Αγία Παρασκευή 8,33%. Από την άλλη στο Ίλιο παίρνει 5,78%, στο Καματερό 5,23%, στους Αγίους Αναργύρους 6,43%, στην Αγία Βαρβάρα 4,75%, στο Πέραμα 4,69%. Η V-PRC σημειώνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποσπά το 11% της φοιτητικής ψήφου, 9% στους ελεύθερους επαγγελματίες, 8% στους ιδιωτικούς και 7,5% στους δημόσιους υπαλλήλους.
Παρά τη συμμετοχή τμημάτων του στους αγώνες δεν μπορεί να υπερβεί μια ρηχή «αντινεοφιλελεύθερη» λογική, χωρίς αμφισβήτηση της ΕΕ και των βασικών πυλώνων της αστικής πολιτικής. Δεν διαφοροποιείται από τον υποταγμένο συνδικαλισμό, ενώ παραμένει ανοιχτός στην διαπραγμάτευση με την μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία και ο σοσιαλιστικός του ορίζοντας δεν υπερβαίνει τον ‘ανθρώπινο καπιταλισμό’. Οι πολιτικές διαφορές που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του δεν αφορούν δύο ποιοτικά διαφορετικά προγράμματα, αλλά κινούνται σε μια κοινή κατεύθυνση «μεταρρυθμισμού», αποδοχής της ΕΕ και «αριστερού κυβερνητισμού», με διαφοροποιήσεις στους δρόμους και τα μέσα προώθησης της. Έτσι σε μεγάλο βαθμό το ρεύμα που συγκροτεί είναι ανοιχτό προς την σοσιαλδημοκρατία. Σημαντικό στοιχείο του εκλογικού του αποτελέσματος είναι η ενίσχυση της πιο δεξιάς του πτέρυγας σε όλα τα επίπεδα και η πολιτική υποβάθμιση της παρουσίας των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ (ΚΟΕ, ΑΚΟΑ κλπ).
8. Η αντικαπιταλιστική και επαναστατική Αριστερά, τόσο με τη συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αμέσως μετά την εξεγερτική πυρκαγιά του Δεκέμβρη, όσο και με την προσπάθεια επεξεργασίας και προβολής μιας πολιτικής γραμμής που συνδέει την ανατροπή της διαρκούς επίθεσης του κεφαλαίου και της κλιμάκωσης της για να βγει από την κρίση με την επαναστατική δυνατότητα της εποχής μας, έκανε κάποια βήματα (μικρά και ασταθή ακόμα) για να απαντήσει στις νέες προκλήσεις, με ριζοσπαστικό περιεχόμενο και μετωπικό τρόπο. Αυτή η προσπάθεια πήρε ένα «πράσινο φως» για να συνεχίσει και με το αποτέλεσμα των εκλογών. Οι 25.000 ψήφοι δεν σπάνε βεβαίως το περίβλημα που κρατά μακριά από τις ευρύτερες μάζες των εργαζομένων την επαναστατική Αριστερά, ούτε αλλάζουν σημαντικά τους συσχετισμούς εντός της Αριστεράς και του κινήματος. Δείχνουν όμως ότι συσπειρώνεται μια πρωτοπορία αγωνιστών που διεκδικεί αποφασιστικά και με σχετική επιτυχία το άνοιγμα ενός άλλου δρόμου. Δημιουργεί ένα μέτωπο, που διεκδικεί –καταρχήν μέσα στους αγώνες, εκεί που τελικά κρίνονται τα πράγματα- να έχει ένα άλλο βηματισμό από τη ρεφορμιστική Αριστερά και μάλιστα στη σωστή κατεύθυνση.
Η συνολική επιρροή της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς δεν μεταβλήθηκε, αλλά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκέντρωσε το μεγαλύτερο μέρος της, ενώ οι άλλες δυνάμεις σημείωσαν μείωση της εκλογικής τους επιρροής. Είναι φανερό ότι η μετωπική λογική έχει πάρει προβάδισμα μεταξύ των αγωνιστών της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Αυτή τη μικρή αλλά υπαρκτή δυναμική δεν την είχαμε εκτιμήσει από την αρχή της εκλογικής εξόρμησης και γι αυτό ως ΝΑΡ, στην Πολιτική Επιτροπή, είχαμε θέσει ως εκλογικό στόχο την υπέρβαση του αθροίσματος των ψήφων ΜΕΡΑ- ΕΝΑΝΤΙΑ του 2007 και –δειλά- «βλέπαμε τις 25 χιλιάδες. Είναι φανερό ότι μέσα στις ίδιες πολιτικές και κινηματικές συνθήκες, με μια σχετικά καλύτερη συγκρότηση –παρέμβαση του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα είχαμε ένα ακόμα καλύτερο αποτέλεσμα.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα από την συγκρότηση της, κατόρθωσε να γίνει ένα σημείο αναφοράς για χιλιάδες αγωνιστές γιατί, με όποια κενά και αδυναμίες, έκφρασε μια ενωτική αντικαπιταλιστική δυναμική. Εξέπεμψε ένα σχετικά διακριτό αντικαπιταλιστικό στίγμα ανατροπής της επίθεσης με στοιχεία μιας σύγχρονης επαναστατικής και κομμουνιστικής αναφοράς. Έδωσε, από αυτή τη σκοπιά, δείγματα γραφής σε εργατικούς αγώνες και μέτωπα, όπου είχε, παρά τις αντιφάσεις της, ανεξάρτητη από το σύστημα αγωνιστική πρακτική. Γι αυτό στηρίχτηκε από την μεγάλη πλειοψηφία των αγωνιστών του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, του κόσμου των εργατικών σχημάτων - παρεμβάσεων και του νεολαιίστικου κινήματος. Προκάλεσε ενδιαφέρον και σε ένα μικρό βαθμό, μετατόπιση ορισμένων δυνάμεων που εκφράζονταν ως τώρα με την ρεφορμιστική αριστερά και παρουσίασε μια ορισμένη τάση αύξησης στις πιο εργατικές-λαϊκές περιοχές. Και τελικά ξεπέρασε σε ψήφους το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και το άθροισμα των ψήφων των συνιστωσών της στις βουλευτικές εκλογές του 2007. Το αποτέλεσμα της είναι ελπιδοφόρο για τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής -επαναστατικής και της κομμουνιστικής Αριστεράς, χωρίς να υπερβαίνει την ανεπάρκεια της για την αναγκαία τομή στην εποχή μας και να αλλάζει ουσιαστικά το συσχετισμό στην αριστερά.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε και έχει ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες. Οι αντιφάσεις που εμφάνισε τους πρώτους έξι – εφτά μήνες της συγκρότησής της απέτρεψαν την ακόμα μεγαλύτερη συσπείρωση κόσμου. Στο βαθμό που καταφέρνει να τις λύνει προωθητικά, να ενοποιείται στην παρέμβασή της στο μαζικό κίνημα (στη βάση του καταχτημένου πλαισίου της και ακόμα παραπέρα), να συγχωνευθεί με τα πρωτοπόρα εργατικά τμήματα, να λύσει εργατοδημοκρατικά από τη βάση μέχρι την «κορυφή» το ζήτημα της οργανωτικής της συγκρότησης και να ανοίξει τη συζήτηση για τα μεγάλα στρατηγικά ερωτήματα του κομμουνιστικού κινήματος, μπορεί να γίνει χώρος συσπείρωσης και αγωνιστών που ασφυκτιούν μέσα στα όρια του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ ή του κινηματισμού.
Η ανάγκη να καλυφθεί το χάσμα ανάμεσα στην στρατηγική ανεπάρκεια της αριστεράς και στις απαιτήσεις της περιόδου καθώς και οι ανεβασμένες απαιτήσεις του δυναμικού που στρατεύτηκε για μια ανώτερη πολιτική παρέμβαση είναι προβλήματα που απασχολούν χιλιάδες αγωνιστές και εργαζόμενους που στήριξαν κριτικά και υπό όρους την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και πρέπει να γίνουν αντικείμενο ανοικτής δημοκρατικής συζήτησης και συλλογικής αντιμετώπισης. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη, που έχει θέσει επίμονα το ΝΑΡ και άλλες δυνάμεις (και αποτελούσε και κεντρική πολιτική επιλογή του ΜΕΡΑ), να γίνουν βήματα για τον ανεξάρτητο πόλο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς της νέας κομμουνιστικής προοπτικής. Σε κάθε περίπτωση, το επόμενο διάστημα είναι ανάγκη να προχωρήσει ο διάλογος και η κοινή δράση μεταξύ των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, να παρθούν πρωτοβουλίες μετωπικής πολιτικής δράσης.

9. Το αστικό πολιτικό σύστημα, με την ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, δεν ξεπέρασε την κρίση εκπροσώπησης και αξιοπιστίας απέναντι στους εργαζόμενους. Στη βάση αυτή και η πολιτική γεωγραφία αναδιαμορφώνεται.
Το συνολικό ποσοστό του δικομματισμού (77,4%) είναι το χαμηλότερο στην ιστορία του. Παρότι η δικομματική εναλλαγή λειτούργησε, η αυτοδυναμία εξασφαλίσθηκε, είναι φανερή μια αργή αλλά σταθερή φθορά του δικομματισμού, αφού στις εκλογές του 2007 ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είχαν φτάσει το 79,95%, ενώ το 2004 το 85,9% και το 2000 το 86,53%. Το δικομματικό σύστημα δυσλειτουργεί, όχι μόνο γιατί χάνει ψηφοφόρους από τα δύο κόμματα, αλλά γιατί δεν μπορεί να εκφράσει προσδοκίες και να απορροφά τόσο αποτελεσματικά όσο παλιότερα την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση θα επιχειρήσει να άρει ορισμένα, τριτεύουσας προτεραιότητας και αμφιβόλου χρησιμότητας για τους αστούς νεοφιλελεύθερα μέτρα για να συνεχίσει την επίθεση στα λαϊκά δικαιώματα και ανάγκες. Με αυτά που υπόσχεται ως ‘φιλολαϊκά΄ μέτρα καλλιεργεί και συντηρεί τις «μικρές προσδοκίες» και «αγοράζει» πολιτικό χρόνο για την σταθεροποίηση της εξουσίας του και την αποτροπή του λαϊκού παράγοντα να δράσει ανεξάρτητα. Επιδιώκει, με τον τρόπο αυτό, να προωθήσει απρόσκοπτα τις πιο «στρατηγικές», τις βαθύτερες αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις που έχει ανάγκη το κεφάλαιο για το ξεπέρασμα της κρίσης. Τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα που εκφράζει ως αστικό κόμμα, οι μέχρι τώρα τοποθετήσεις του, οι δρακόντειες δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμφώνου Σταθερότητας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δεν αφήνουν το παραμικρό περιθώριο αυταπατών για την κατεύθυνση της πολιτικής του υπέρ της εργοδοσίας και των δυνάμεων της αγοράς. Ακρογωνιαίοι λίθοι της πολιτικής του είναι η μείωση των πραγματικών μισθών (πιθανόν με μικρότερο ρυθμό από ότι επί Ν.Δ.), η παγίωση της απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων, η αναδιάρθρωση και ο εκσυγχρονισμός των αγορών ώστε να είναι ευκολότερη η λειτουργία και διείσδυση των πολυεθνικών μονοπωλίων, η οριστική αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος στην κατεύθυνση μείωσης των συντάξεων, αύξησης των εργατικών εισφορών και επιδείνωσης των όρων θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, η ανασυγκρότηση του κράτους με τον «Καποδίστρια 2» και η στερέωση των ιδιωτικοποιήσεων – επιχειρηματικοποιήσεων της παιδείας – υγείας- πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλισης.
Η εκλογική ήττα έχει φέρει τη Ν.Δ. σε κατάσταση κρίσης που την οδηγεί σε ισχυρή διαπάλη των ρευμάτων που την συγκροτούν με παρέμβαση της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστικών κέντρων και με άδηλες προς το παρόν επιδράσεις στο πολιτικό σύστημα. Φυσικά τα αστικά κέντρα δεν επιθυμούν μια «διαλυμένη» ΝΔ, και για αυτό έχει αρχίσει η επιχείρηση αναστήλωσής της.
Ωστόσο αυτές καθ’ αυτές οι δυσκολίες στα δύο κόμματα άσκησης της αστικής πολιτικής, οι εναλλαγές στις κρίσεις που πέφτουν πότε το ΠΑΣΟΚ και πότε η Ν.Δ., με τη Ν.Δ. σε κρισιακή κατάσταση σε αυτή την συγκυρία, οδηγούν την αστική τάξη να διαβλέπει σαν δυνατότητα το πέρασμα από το δικομματισμό στον διπολισμό με συμμαχικές κυβερνήσεις διαφόρων συνδυασμών γεγονός που ερμηνεύει τη στάση και παρεμβάσεις της σε κόμματα που φιλοδοξούν να «αναλάβουν κυβερνητικές ευθύνες». (ΛΑΟΣ, Οικολόγοι Πράσινοι, ΣΥΝ).
Στην Αριστερά, η κρίση και η μη αντίστοιχη εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση της στις πολιτικές απαιτήσεις, ανακόπτουν την ανοδική πορεία της που είχε εμφανίσει στις εκλογές του 2007.
Στις εκλογές του 2007 το ΚΚΕ εκτινάσσεται στο 8,15% με 583750 ψήφους και ο ΣΥΡΙΖΑ στο 5,04% και στους 361.101. Το ΚΚΕ επανασυσπειρώνει σε τρία χρόνια, από το 2004 ως το 2007, 147000 ψηφοφόρους, τους διπλάσιους περίπου από όσους είχε συσπειρώσει την δεκαετία 1994 – 2004. Ανάλογη είναι η εικόνα και στον ΣΥΡΙΖΑ.

Στις εκλογές του 2007 και στο γενικότερο μετεκλογικό συσχετισμό αποτυπώνεται και μορφοποιείται, στο πλαίσιο μιας περιόδου στην οποία δεσπόζει ακόμα η υπεραντιδραστική στρατηγική του κεφαλαίου, η τάση αναγέννησης μιας πλατύτερης, αντιφατικής, πολιτικής απονομιμοποίησης της εφαρμοζόμενης αστικής πολιτικής και μιας σχετικά μεγαλύτερης επίδρασης του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος στις πολιτικές εξελίξεις. Τα αμέσως προηγούμενα χρόνια με το βάλτωμα των αμερικάνων στο Ιράκ, την Παλαιστινιακή αντίσταση, τις ριζοσπαστικές ανακατατάξεις στη Λατινική Αμερική, τους μαζικούς αγώνες στη χώρα μας και στην Ευρώπη είχαμε μια σειρά από βαθύτερες ανακατατάξεις και συγκρούσεις με τη αντιδραστική, ιμπεριαλιστική, τρομοκρατική εκστρατεία του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων του.
Οι εκλογικές αναμετρήσεις του 2009 διεξάγονται σε μια νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει η εμφανιζόμενη κρίση του καπιταλισμού. Η βάρβαρη καπιταλιστική στρατηγική «διεξόδου από την κρίση» οδηγεί στην απότομη και απόλυτη επιδείνωση της οικονομικοκοινωνικής και πολιτικής θέσης των εργαζομένων. Στις συνθήκες αυτές αναδείχνεται πιο μαζικά η ανάγκη μιας κοινωνίας πέρα από τον καπιταλισμό και, ταυτόχρονα, η δυνατότητα νέων, ποιοτικά ανώτερων, εργατικών αντικαπιταλιστικών επαναστάσεων για μια νέα κομμουνιστική προοπτική. Αυξάνουν, επομένως, οι απαιτήσεις για όλες τις πολιτικές δυνάμεις και κυρίως στην Αριστερά για την ανασυγκρότηση της πολιτικής και της στρατηγικής τους.
Στο πλαίσιο αυτό, η ανεπάρκεια της Αριστεράς και η πολιτική αδυναμία του εργατικού κινήματος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της περιόδου, επιδρά και στις εκλογικές τάσεις στην αριστερά. Στις ευρωεκλογές, παρότι θεωρούνται πιο χαλαρές, το ΚΚΕ χάνει, σε σχέση με τις εθνικές του 2007, 155000 ψήφους και ο ΣΥΡΙΖΑ 120000! Στις εθνικές της 4ης Οκτώβρη το ΚΚΕ εξακολουθεί να έχει απώλειες 66000 ψήφων ( ένας στους εννιά) σε σχέση με το 2007 παρόλο που κατάφερε να επαναπατρίσει εκλογικά τους 90000 από τους 155000 που είχαν απομακρυνθεί στις ευρωεκλογές του περασμένου Ιούνη. Ανάλογα και ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί την απώλεια 56000 ψήφων ( ένας στους εφτά στο σύνολο) σε σχέση με το 2007 παρόλο που επανασυσπείρωσε 70.000 περίπου ψηφοφόρους σε σχέση με τις ευρωεκλογές. Ο τρόπος, μάλιστα, που αναλύουν τα εκλογικά τους αποτελέσματα –με τη λογική της αυτοεπιβεβαίωσης- αναδείχνει εκ νέου την ιστορική αδυναμία τους να αναπτύξουν μια ανατρεπτική επαναστατική στρατηγική και τακτική στη νέα εποχή.
Η κρίση όμως και η εφαρμοζόμενη πολιτική δημιουργούν νέες δυσκολίες (λόγω των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, της υπονόμευσης των συλλογικών συμβάσεων, της τεράστιας ανεργίας) που πιέζουν ασφυκτικά την εργατική τάξη και επιδρούν κατασταλτικά στην κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά της. Ωστόσο, οι λαϊκές αντιστάσεις, τα εργατικά και νεολαιίστικα αγωνιστικά κινήματα της προηγούμενης περιόδου, τα οποία είναι, ακόμα, κάτω από το αναγκαίο πολιτικό μαζικό κίνημα ανατροπής, έχουν προοπτικές. Στο έδαφος της κρίσης οι εργαζόμενοι συνειδητοποιούν, σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος, την αναγκαιότητα της ενότητας σε ένα ανώτερο επίπεδο συντονισμένων πολιτικών αγώνων για την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών της. Οι εξάρσεις και υποχωρήσεις του κινήματος, οι αναστατώσεις στο πολιτικό σκηνικό, θα είναι παρούσες και την περίοδο. Η ταξική πάλη θα οξυνθεί –αποτελεί όρο επιβίωσης των εργαζόμενων. Η αντιφατική τάση ευρύτερων μαζών για αμφισβήτηση- αντιπαράθεση με την κυρίαρχη πολιτική, είναι αυτή που προκαλεί φόβο στις αστικές δυνάμεις και δυνατότητες για την εργατική πολιτική και γι αυτό είναι αναγκαία μια πρωτοπόρα και νέας ποιότητας συλλογική και ατομική δράση και στράτευση.