Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Ρούσσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Ρούσσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Πολιτικό γεγονος η παρουσίαση του νεου βιβλίου του Γιώργου Ρούσση !! Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων»


http://vathikokkino.com/wp-content/uploads/2012/12/rousis-biblio5.jpg

Πολιτικό γεγονός η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γιώργου Ρούσση !!

Ολόκληρη η εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Γ. Ρούση (6 βίντεο)


Την Τρίτη 11 Δεκεμβρίου έγινε με μεγάλη επιτυχία η εκδήλωση της παρουσίασης του νέου βιβλίου του καθηγητή Γιώργου Ρούση: «Από την Κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».

Το βιβλίο παρουσίασαν οι Αλέκος Αλαβάνος, Παναγιώτης Λαφαζάνης, Διονύσης Τσακνής και Άγγελος Χάγιος. Την εκδήλωση συντόνιζε ο Μίλτος Βασιλείου.
Μπορείτε να διαβάσετε ρεπορτάζ από την εκδήλωση εδώ και ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του σημαντικού αυτού βιβλίου εδώ.

 ολόκληρη την εκδήλωση με πλήρεις τις ομιλίες και των έξι ομιλητών με τη σειρά που αυτές έγιναν.
 
Τη συζήτηση άνοιξε ο συντονιστής Μίλτος Βασιλείου ενώ, παρά τα καθιερωμένα, αμέσως μετά ακολούθησε ο συγγραφέας.
Ζητώντας συγγνώμη για την ‘αγένεια’ να μη μιλήσει τελευταίος, όπως είθισται, ο Γιώργος Ρούσης διευκρίνισε πως η  εμπειρία του τόσα χρόνια στην οργανωμένη αριστερά, του έχει αφήσει μια “απέχθεια για τα κλεισίματα’, καθώς συνήθως αυτά περιορίζονται να επαναλαμβάνουν την αρχική εισήγηση, όπως είπε.
Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Διονύσης Τσακνής που έδωσε μετά τη σκυτάλη στον Παναγιώτη Λαφαζάνη. Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τις ομιλίες του Άγγελου Χάγιου και του Αλέκου Αλαβάνου.
Σημειώνουμε ότι κατά τη γνώμη μας όλες οι ομιλίες, από τη σκοπιά της η καθεμία,  παρουσιάζουν εξαιρετικό πολιτικό και όχι μόνον ενδιαφέρον.
αναδημοσίευση όλα τα βίντεο θα τα βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο!
 http://vathikokkino.com/
η εδώ τα βιντεο της παρουσίασης


βιντεο Νο 1   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης 
βιντεο Νο 2   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης
βιντεο Νο 3   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης 
 βιντεο Νο 4   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης
 βιντεο Νο 5   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης
βιντεο Νο 6   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης 



Καμία ανατροπή δεν έγινε με ανάθεση


Άγγελος Χάγιος*
Ο Γ. Ρούσης με το νέο βιβλίο του παρεμβαίνει πολιτικά στις εξελίξεις και στις διεργασίες της αριστεράς και δημιουργεί ήδη “αναταράξεις’.
Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι επιχειρεί -και κατορθώνει- να συμβάλει ουσιαστικά και προωθητικά, στη συζήτηση για τη διαμόρφωση ενός επαναστατικού σχεδίου ανατροπής του καπιταλισμού στην εποχή της μεγαλύτερης δομικής κρίσης του και ενός πολιτικού προγράμματος αντιμετώπισης της κανιβαλικής στρατηγικής επίθεσής του στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.
Μια συζήτηση που απασχολεί όλους τους μαχόμενους αριστερούς και είναι ανάγκη να «απελευθερωθεί» από τα όποια ιδεολογικά και πολιτικά δεσμά την καθηλώνουν.
Αυτό το επιτυγχάνει αξιοποιώντας την ανατρεπτική σκέψη του Γκράμσι, και αναδείχνοντας την ουσία του “πολέμου θέσεων” ως δρόμου για την επανάσταση. Σε αντιπαράθεση με το ρεφορμιστικό “τρόπο χρήσης” του Γκράμσι. Τον “πόλεμο θέσεων” για την επαναστατική ανατροπή, οι ευρωκομμουνιστές τον υποβάθμισαν σε τακτική για την κατάκτηση θέσεων εντός των θεσμών του αστικού κρατικού πολιτικού συστήματος-στους Δήμους και την κυβέρνηση- και σε θεωρία για το λεγόμενο ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό.
Αυτό πήρε μεγάλες διαστάσεις και στη χώρα μας, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του  ’70 και του ’80. Με αυτοκριτικό τρόπο να υπογραμμίσουμε ότι το παραδοσιακό ΚΚ με το δογματισμό και τη θεωρητική του φτώχεια αδυνατούσε να αξιοποιήσει ανατρεπτικά τη σκέψη του Γκράμσι.
Σήμερα είναι πολιτικά αναγκαίο να ανακαλύψουμε- μελετήσουμε τον Γκράμσι.
Την επεξεργασία του για την επαναστατική ανατροπή του κράτους σε αντιπαράθεση με τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Την ανάδειξη της εργατικής τάξης ως της βασικής επαναστατικής δύναμης ανατροπής και ηγετικής δύναμης στο ευρύτερο μέτωπο κατά του καπιταλισμού.
Το πώς συνδυάζει, με όποιες αντιφάσεις και κενά, την επαναστατική στρατηγική με τη μάχιμη πολιτική παρέμβαση.
Τον Γκράμσι, που έδινε όλες τις δυνάμεις του για την οικοδόμηση αυτοτελούς επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος, ως σύγχρονου Ηγεμόνα, σε διαχωρισμό και ρήξη με το ρεφορμιστικό σοσιαλιστικό Κόμμα, με την παρέμβασή του στα εργοστασιακά συμβούλια του Τορίνο με το Ordine Nuovo.
Αυτός ο Γκράμσι, επαναστάτης και λενινιστής, είχε τη θεωρητική- πολιτική δυνατότητα και το κύρος να είναι αποφασιστικός πολέμιος κάθε περιχαράκωσης στις γενικές ιδεολογικές θέσεις και κάθε αριστερίστικης και σεχταριστικής τάσης. Μπορούσε και προωθούσε στην πράξη την κοινή δράση των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων στο μαζικό αγώνα της εργατικής τάξης και των σύμμαχων λαϊκών στρωμάτων.
Στην παρούσα κρίσιμη  για το εργατικό κίνημα περίοδο, σε συνθήκες αναζωπύρωσης, με διάφορους δρόμους και προσανατολισμούς, της αναζήτησης για τη μαρξιστική θεωρία και την κομμουνιστική προοπτική, η παρέμβαση του Ρούση αναδείχνει ένα γενικότερο καθήκον: Να υπερασπίσουμε και να αναπτύξουμε δημιουργικά το κεκτημένο της επαναστατικής θεωρίας μας, για τον κομμουνισμό  και την κομμουνιστική πολιτική.
Στη συζήτηση λόγου χάρη για τη στάση της αριστεράς απέναντι στην κυβερνητική εξουσία, τους θεσμούς του αστικού κράτους, τους υπερεθνικούς θεσμούς, προκύπτει η ανάγκη να ξαναδιαβάσουμε τον Λένιν μέσα από το «Κράτος και επανάσταση» και τον «Ιμπεριαλισμό», τον Γκράμσι απο τα Τετράδια της Φυλακής και τις Θέσεις της Λυών. Και, βεβαίως, να συζητήσουμε και να επεξεργαστούμε συλλογικά αυτές τις ιδέες στην εποχή της βαθύτερης, πιο αντιδραστικής από ποτέ, μετάλλαξης της αστικής δημοκρατίας. Να συμβάλουμε ώστε να αναπτυχθεί- δυναμώσει- διεκδικήσει την ηγεμονία η μαρξιστική αντίληψη και πρακτική απέναντι στις κυρίαρχες τάσεις στην αριστερά που υποτάσσουν την επαναστατική θεωρία στις τρέχουσες επιλογές είτε διαχειριστικών “αριστερών λύσεων” είτε δογματικών-  ρεφορμιστικών στρατηγικών.
Ο Ρούσης, αξιοποιεί την ανατρεπτική σκέψη του Γκράμσι και διατυπώνει ανοικτά την άποψή του για το προγραμματικό πολιτικό περιεχόμενο ενός πολέμου θέσεων στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και της αντεργατικής επίθεσης του κεφαλαίου,  λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο συνείδησης των εργατικών λαϊκών δυνάμεων της ανατροπής, τον κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό, την κατάσταση της αριστεράς.
Για το σκοπό αυτό παραθέτει, με βάση τη μαρξιστική θεωρία, την άποψή του για τον δομικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης και την ανάγκη στρατηγικών απαντήσεων.
Διατυπώνει με σαφήνεια το συμπέρασμά του ότι αποτελεί Χίμαιρα η αναμονή λύσης μέσα στο σύστημα και στην ΕΕ με κυβερνήσεις διαχειριστικές. Ιδιαίτερη αξία έχει ότι απορρίπτει και την περιχαράκωση στις γενικές αρχές και στον επαναστατικό βερμπαλισμό.
Πρόκειται για μάχιμη παρέμβαση -καθόλου ακαδημαϊκή. Με επιμονή στην ανάγκη της ποιοτικής τομής, του άλματος της επανάστασης που, χωρίς να ταυτίζεται με την τακτική, καθοδηγεί τον αντικαπιταλιστικό αγώνα.
Στη βάση αυτή διατυπώνει την πολιτική του πρόταση για το Αντικαπιταλιστικό αντιιμπεριαλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο που αποτελεί ουσιαστική συμβολή στις διεργασίες της αριστεράς.
Συμβάλλει, κυρίως, σε μια ανατρεπτική εργατική απάντηση στην κρίση.
Η κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή στη χώρα μας οφείλεται στην πιο βίαιη και βαθιά αναδιάρθρωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού μετά από τον πόλεμο που προωθείται από τη συμμαχία της αστικής τάξης με την ΕΕ. Πρόκειται για στρατηγικού χαρακτήρα επίθεση του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών  του στον κόσμο της εργασίας για την αντιμετώπιση της ιστορικού χαρακτήρα κρίσης του συστήματος.
Η πάλη για την επιβίωση, για τα δικαιώματα του λαού, των εργαζομένων, της νεολαίας,
Δεν μπορεί να περιμένει:
- την αντιδιαλεκτική- δογματική αντίληψη που παραπέμπει κάθε ρήξη με την ΕΕ, κάθε στόχο ανατροπής της αστικής πολιτικής στη “λαϊκή εξουσία’.
- ούτε βέβαια την αναζήτηση «ευρωπαϊκής λύσης» για το χρέος, την ανάπτυξη κλπ που θα προωθήσει με διαπραγμάτευση μια κυβέρνηση διαχείρισης της σημερινής άθλιας κατάστασης.
Αποκτά βαθύτερο, ανατρεπτικό πολιτικό χαρακτήρα η μάχη για τα εργατικά αιτήματα για αυξήσεις στους μισθούς, απαγόρευση των απολύσεων και προστασία των ανέργων, διαγραφή στα χρέη ανέργων και φτωχών, για το μπλοκάρισμα του μνημονιακού εφιάλτη και την ανατροπή της άθλιας συγκυβέρνησης και της πολιτικής της,
Ο αγώνας ζωής συνδέεται στενά με την ανατροπή της αντιλαϊκής επίθεσης του κεφαλαίου και την επιβολή μιας μεγάλης πολιτικής στροφής υπέρ των εργαζομένων και των συμφερόντων τους.
Αυτή η στροφή μπορεί να πραγματοποιηθεί έξω από τη φυλακή του κέρδους, του χρέους και της ΕΕ, με αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης.
Στις σημερινές συνθήκες, κατά τη γνώμη μου, ο πόλεμος θέσεων είναι ανάγκη να συνδυάζεται με κινήσεις επίθεσης και ανατροπής.
Με βασικούς στόχους πάλης:
-την αποδέσμευση από την ΕΕ και τη διαγραφή του χρέους
-να πληρώσει την κρίση το κεφάλαιο με πλούτο, ιδιοκτησία και δύναμη
-για δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες και πραγματική δημοκρατία ενάντια στο σύγχρονο απολυταρχικό καθεστώς ελληνικής ολιγαρχίας και ιμπεριαλισμού. Για λαϊκή κυριαρχία, ακηδεμόνευτη και ανεξάρτητη πορεία του τόπου ενάντια σε κάθε ξένη παρέμβαση, εποπτεία, επέμβαση και καταπίεση από ΕΕ, ΔΝΤ και ΝΑΤΟ.
Ο ρόλος της αριστεράς δεν είναι να αναλάβει, με ανάθεση, την ανατροπή. Η συζήτηση και προώθηση του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού μετώπου, η συμβολή στην οικοδόμηση σύγχρονου επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος δεν είναι αυτοσκοπός για την τακτοποίηση των προβλημάτων της αριστεράς.
Στόχος είναι να συγκροτηθεί η δύναμη της ανατροπής: Το πολιτικά ανατρεπτικό, ανώτερα οργανωμένο, ταξικά ανασυγκροτημένο μαζικό εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα, με τα ανεξάρτητα όργανα αγώνα κι επιβολής της λαϊκής – εργατικής θέλησης.
Για τον αναγκαίο, για την ίδια τη ζωή μας, πανεργατικό – παλλαϊκό ξεσηκωμό και τη συνειδητή εξέγερση ανατροπής, προτείνουμε σε όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς για κοινή δράση στο πλαίσιο ενός αγωνιστικού μετώπου ρήξης κι ανατροπής.
Οι αλλαγές, οι ανατροπές και οι επαναστάσεις, το γνωρίζουμε από την ιστορία και τη θεωρία, πραγματοποιούνται από τις εργατικές λαϊκές μάζες.  Οι μεγάλες αναγκαίες τομές δεν γίνονται από κυβερνήσεις εντός της ΕΕ και του συστήματος, αλλά από μεγάλα κινήματα, στηριγμένα στα δικά τους δημοκρατικά όργανα, που διεκδικούν όχι τη διαχείριση αλλά την ανατροπή, όχι μέρος της εξουσίας (κυβέρνηση) αλλά όλη την εξουσία και τον πλούτο για τους εργαζόμενους. Για την εξυπηρέτηση αυτής της πολιτικής αποκτά περιεχόμενο η παρέμβαση και στους αστικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς και όχι το αντίστροφο.
Η ιστορική δυνατότητα είναι πραγματική, περισσότερο από ποτέ. Οι σύγχρονες κοινωνικές, παραγωγικές, διεθνιστικές δυνατότητες της εργατικής τάξης είναι τεράστιες, όπως και ο παραγόμενος πλούτος που μπορεί και πρέπει να απαλλοτριωθεί. Μια τομή αντικαπιταλιστικής ανατροπής στην Ελλάδα, θα προκαλέσει παλιρροιακά κύματα σε όλη τη νότια Ευρώπη και όχι μόνο, ανοίγοντας περιθώρια κοινής διεθνιστικής πάλης και συνεργασίας των λαών.
Το ζητούμενο είναι η συνειδητοποίηση αυτής της δυνατότητας από τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της εργασίας.
Η κρίση προκαλεί ήδη ανατροπές στο πολιτικό σύστημα, έχει βάλει σε δοκιμασία και την αριστερά. σε όλες τις εκδοχές της.
Η αριστερά ποτέ δεν ήταν ενιαία. Μέσα στην αριστερά υπάρχουν πάντα αντιπαραθέσεις και διαμάχες επαναστατικών και ρεφορμιστικών απόψεων. Είναι έκφραση της ταξικής πάλης, αποτέλεσμα της σύγκρουσης των τάξεων. Και αυτές οι επαναστατικές και ρεφορμιστικές τάσεις,  δεν υποστηρίζω ότι είναι στεγανά οριοθετημένες ανάλογα με τα κόμματα. Διατρέχουν και διαπερνούν οριζόντια, στη διαλεκτική σχέση αντιπαράθεσης και ενότητας και με διαφορετικούς τρόπους βέβαια, όλες τις δυνάμεις της αριστεράς.
Επιδίωξη μας: Να αλλάξει το τοπίο -ο συσχετισμός στο χώρο της αριστεράς υπέρ των πρώτων. Για αυτή την ανάγκη ενδιαφέρονται και συζητούν όλο και περισσότεροι πρωτοπόροι αγωνιστές και αριστεροί από όλο το φάσμα.
Απαιτείται συγκρότηση και οργάνωση ταξικής, αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής, κομμουνιστικής πρωτοπορίας σε όλα τα επίπεδα.
Ένα ισχυρό αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο και ένας πόλος της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστερά, με την αυτοτέλεια και την ενωτική του πολιτική, αποτελεί όπλο για να συνεχίσει ο αγώνας για την ανατροπή συνολικά της επίθεσης, για να ανοίξει ο δρόμος για βαθύτερες επαναστατικές αλλαγές, για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού.
Απαιτούνται αποφασιστικά βήματα σχεδιασμού και οικοδόμησης σύγχρονου φορέα-  ΚΟΜΜΑΤΟΣ για τον κομμουνισμό της εποχής μας. Απαραίτητος και αποφασιστικός όρος:
Για να ενώνεται σε ανώτερο επίπεδο και να αποκτά ανατρεπτικό πολιτικό ρόλο το κίνημα.  
Για να αναπτύσσεται στρατηγικά και να πλαταίνει κοινωνικά και πολιτικά το αντικαπιταλιστικό μέτωπο
Είναι πράγματι ιστορική στιγμή. Η ιστορική εμπειρία του αριστερού κινήματος του τόπου μας είναι συγκλονιστική και πλούσια.
Η αστική τάξη και οι ιμπεριαλιστές σύμμαχοι της κινδύνευσαν να χάσουν τρεις τουλάχιστον φορές την εξουσία τους και έχουν βγάλει συμπεράσματα. Και αυτά τα αξιοποιούν και είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα με τους συμμάχους τους για να τσακίσουν οποιαδήποτε άνοιξη και ελπίδα. Χρειάζεται να προετοιμάζουμε το λαό, δεν μπορεί να υπάρχουν και να καλλιεργούνται αυταπάτες για εύκολες διαδρομές και ομαλές εξελίξεις για το κίνημα και την αριστερά.
Το αριστερό κίνημα, με τη διπλή επανάσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ,  έφτασε στο επίπεδο της δημιουργίας κυβέρνησης και θεσμών δυαδικής εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα, με στήριγμα το ένοπλο τμήμα του λαϊκού κινήματος. Η κατάρρευση και η ήττα ήρθε διότι δεν είχε στρατηγική κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, όχι απλά απο το κόμμα αλλά ως επαναστατικό κίνημα. Κάτι ανάλογο επαναλήφθηκε και το 1965 στα Ιουλιανά και το 73 στο Πολυτεχνείο.
Αντίθετα η αριστερά τρεις φορές μπήκε στον πειρασμό και συμμετείχε σε αστικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα ήττες και διασπάσεις.
Θα ήθελα λοιπόν να κλείσω λέγοντας, ότι κοντά στον Τσε Γκεβάρα, εμείς πρέπει να τιμήσουμε στο πρόσωπο του Άρη του Βελουχιώτη και το ρεύμα εκείνο που, αδύνατο και μειοψηφικό τότε αλλά συγκλονιστικό, διεκδικούσε όλη την εξουσία για το επαναστατικό κίνημα. Το ρεύμα εκείνο που είναι ανάγκη σήμερα να γίνει ηγεμονικό, να φέρει στο προσκήνιο τις τάσεις ανατροπής απέναντι στο δογματισμό και τη διαχείριση, αναδεικνύοντας τις τάσεις χειραφέτησης απέναντι στην υποταγή.

*Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Ρούση ''ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ''


Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Η αναγκαιότητα της αριστερής κριτικής στον ΣΥΡΙΖΑ

Printer-friendly version
   Γιώργος Ρούσης
Το τελευταίο διάστημα, πέρα από την απολύτως δικαιολογημένη αντίδραση  όσων  με απαράδεκτο τρόπο αντιμετωπίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως την άλλη όψη του νομίσματος του μαύρου μετώπου, αναπτύσσεται  μια όλο  και πιο  έντονη επιθετικότητα ενάντια  σε όσους  τολμούν να του ασκήσουν κριτική από τα αριστερά.
 
Αυτή στοχεύει όλους εκείνους, πρόσωπα ή συνιστώσες της ριζοσπαστικής αριστεράς , που  υποστηρίζουν ότι οι προτάσεις του  είναι ανεπαρκείς  για μια φιλολαϊκή έξοδο από την κρίση, και τούτο διότι κινούνται εντός των τειχών του οικοδομήματος μέσα στο οποία   δημιουργήθηκε η κρίση.
 
Μάλιστα το βασικό επιχείρημα αυτής της κριτικής είναι ότι οι εξ’ αριστερών επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ, κουβαλούν νερό στο μύλο των μνημονιακών δυνάμεων,  γιατί φοβίζουν τον κόσμο ο οποίος χρεώνει και στον ΣΥΡΙΖΑ τις «εξτρεμιστικές» τους απόψεις, και έτσι τον αποδυναμώνει εκλογικά, τη στιγμή που η μάχη ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι θα κριθεί οριακά.
 
Έτσι λοιπόν κάθε αναφορά σε έξοδο από το ευρώ, -τη στιγμή που οι  ίδιοι οι Ευρωπαίοι οδεύουν προς πολλές ευρωζώνες - ή  σε ρήξη με την ΕΕ, πολύ περισσότερο η αναφορά σε αντικαπιταλιστικά –αντιμπεριαλιστικά μέτρα, και βεβαίως η αναφορά σε όρους  όπως  καπιταλισμός (ως υπαίτιος της παγκόσμιας κρίσης ) ή  σοσιαλισμός (ως προοπτική),  αποφεύγονται επιμελώς.
 
Ταυτόχρονα  ουδείς από τους κριτικούς της αριστερής κριτικής δεν έχει αρθρώσει μια λέξη για να  αποδείξει  ότι δεν πρόκειται ο ΣΥΡΙΖΑ να εξελιχθεί σε νέο αριστερό ανάχωμα του συστήματος , κάτι που είναι σαφές ότι επιδιώκει τόσο η ντόπια αστική τάξη, όσο και οι ξένοι δυνάστες μας.
 
Έτσι, και μάλιστα όχι από κυβερνητική θέση ,   απέναντι στις πιέσεις των ξένων , την τρομολαγνεία και τον πιο χυδαίο αντικομμουνισμό του Σαμαρά, ο ΣΥΡΙΖΑ υπογράφει  πιστοποιητικά  νομιμοφροσύνης σε ευρώ, ΕΕ, και υπόσχεται ότι πασχίζει για την «ευρωπαϊκή κοινωνική συνοχή».
 
Παράλληλα: 
 
- δεν θεωρεί σκόπιμο να προβεί σε καμιά  αυτοκριτική για παρελθούσες αμαρτίες, τύπου υπερψήφισης του  Μάαστριχτ,  ή για πιο πρόσφατες μικρότερες νοθείες όπως πχ η συμμετοχή νυν βουλευτών και άλλων στελεχών του  στις εκλογές για τα όργανα των ΑΕΙ με βάση το νόμο  Διαμαντοπούλου ,
 
- αμβλύνει  σε καθημερινή σχεδόν βάση τις αρχικές του τοποθετήσεις, πόσω μάλλον τις προγραμματικές δεσμεύσεις του,
 
-εξοβελίζει από το λεξιλόγιο του τον όρο καταγγελία,
 
-απευθύνεται  στην καθεστωτική ΔΗΜΑΡ για σχηματισμό κυβέρνησης και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτή να λειτουργήσει με την ανοχή των πιο συντηρητικών δυνάμεων,
 
-νεκρανασταίνει τον καταδικασμένο στη λαϊκή συνείδηση Αρσένη και τον  προτείνει για υπηρεσιακό πρωθυπουργό, 
 
-προβάλλει  όλο και περισσότερο τα πιο δεξιά στελέχη του, ενώ  τα αριστερά του όλο και πιότερο αυτολογοκρίνονται,
 
-εναγκαλίζεται με τέως συμβούλους των Τσοχατζόπουλου και Γ. Παπανδρέου,
 
-προαναγγέλλει το μετασχηματισμό του σε νέα μεγάλη  δημοκρατική παράταξη,
 
-φαντασιώνεται ότι θα αλλάξει τους συσχετισμούς στην Ευρώπη σε συμμαχία με τους υποστηριχτές του  Ολάντ, τη  στιγμή που ο ίδιος  καλεί την Ελλάδα να εκπληρώσει όλες  τις υποχρεώσεις της.
 
Μια τέτοια στάση όμως, δεν μπορεί παρά να γεννήσει τον ακόλουθο προβληματισμό στον καλοπροαίρετο αριστερό που έχει τη πολιτική διαύγεια να τον απασχολεί  κι’ ένα βήμα παραπέρα από το ντέρμπυ των εκλογών.
 
Έστω  ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατορθώνει να σχηματίσει κυβέρνηση με τη συνεργασία άλλων δυνάμεων όπως η ΔΗΜΑΡ. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η κυβέρνηση είναι αδύνατον να κοντράρει έστω και κατ’ ελάχιστο το ξένο  και ντόπιο κεφάλαιο, κάτι απαραίτητο αν θέλει να πάρει τα όποια φιλολαϊκά μέτρα, δίχως τη στήριξη ενός ισχυρού  λαϊκού κινήματος. Όταν όμως στο όνομα της απόσπασης μιας ψήφου πίσω από το παραβάν, η ριζοσπαστικοποίηση αυτού του κινήματος σε αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση , αντί  να προωθείται, γίνεται προσπάθεια να μετριαστεί, ή ακόμη χειρότερα  όταν θεωρείται ότι θα φοβίσουμε το λαό αν ορίσουμε με σαφήνεια ποιοι είναι οι στόχοι και οι αντίπαλοι του, τότε με μαθηματική ακρίβεια το παιγνίδι της επόμενης μέρας έχει χαθεί.
Ακόμη λοιπόν και αυτή  η οπορτουνιστική, επιφανειακή και κοντόφθαλμη κριτική της αριστερής κριτικής στον ΣΥΡΙΖΑ,  αποτελεί ένα επιπρόσθετο λόγο άσκησης της,  ένας επιπρόσθετο λόγο  για να καταδειχτεί ότι  αυτή, όχι  μόνον δεν βλάπτει  τα λαϊκά συμφέροντα, αλλά τα ενισχύει.
 
Από την ίδια οπτική γωνία και η ψήφος σε ριζοσπαστικές δυνάμεις όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όχι μόνον δεν είναι χαμένη ψήφος, όπως διατείνονται όσοι πρόσφατα ενστερνιστήκαν αυτό το κλασικό επιχείρημα του δικομματισμού,  άλλα είναι μια άλλη ποιοτικά ψήφος που σε βάθος χρόνου, και όχι μόνον εκλογικά, ενισχύει το ριζοσπαστισμό και αποδυναμώνει την προσπάθεια διαμόρφωσης μιας ενσωματώσιμης  αριστεράς .
Το βέβαιο είναι ότι αν ευοδωθεί αυτή η προσπάθεια, αυτό θα είναι αρνητικό και όσοι  αναμένουν κάτι τέτοιο για να δικαιωθούν θα πρέπει να γνωρίζουν ότι μια ήττα μιας κυβέρνησης υπό τον ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από τη δικαίωση τους,   θα χρεωθεί στη σύμπασα αριστερά, και το πιο σημαντικό είναι ότι θα οδηγήσει σε βαθειά απογοήτευση όλο αυτόν τον κόσμο που μέσα στο μαύρο σκοτάδι, είδε στον ΣΥΡΙΖΑ κάποια αχτίδα φωτός.
 
Γι’ αυτό και πρέπει να πασχίσουμε να διασώσουμε και να ενισχύσουμε τον αριστερό  ριζοσπαστισμό, μόνο ικανό να διαφυλάξει  αυτήν την  ελπίδα και να  μετατρέψει το όνειρο  σε πραγματικότητα, μόνο ικανό να συγκρατήσει το τσουνάμι της απογοήτευσης, που θα προκληθεί  κατά την απευκταία αλλά λίαν πιθανή περίπτωση, που ο ΣΥΡΙΖΑ θα  ενσωματωθεί και το ΚΚΕ θα καταβαραθρωθεί.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

.Ωρα εκλογικής ανατροπής

Ώρα εκλογικής ανατροπής

Να υπερνικήσουμε τη φοβερή δύναμη της συνήθειας

Η δύναμη της συνήθειας εκατομμυρίων και δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων είναι η πιο φοβερή δύναμη», έγραφε ο Λένιν στο Ο Αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού. Και αυτή η δύναμη αποτελεί έναν βασικό παράγοντα διαμόρφωσης μιας συντηρητικής συνείδησης, η οποία με τη σειρά της λειτουργεί υπέρ της διατήρησης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.
του Γιώργου Ρούση
Έτσι για παράδειγμα αντιμετωπίζεται από τους περισσότερους ανθρώπους ως κάτι εντελώς φυσιολογικό η κρατική μορφή οργάνωσης της κοινωνίας ή ακόμη η μισθωτή εργασία και η σχέση κεφαλαίου εργασίας. Μάλιστα συχνά, ακόμη και άνθρωποι οι οποίοι πρεσβεύουν μια ριζοσπαστική αλλαγή, ανακουφίζονται όταν μετά από μια έντονη αμφισβήτησή της η κυρίαρχη τάξη επικρατεί και πάλι. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις μαζικών συντηρητικών αντανακλαστικών μετά από εξεγερτικές περιόδους, όπως για παράδειγμα ο Μάης του ’68.

Ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, που μέχρι σήμερα τουλάχιστον ακόμη και η εργατική τάξη πέρα από τις αλυσίδες της είχε και πολλές κατακτήσεις, και ένα τμήμα της αποτελούσε σε σχέση με τους κατοίκους του υπόλοιπου πλανήτη μια εργατική αριστοκρατία, ήταν πολύ δύσκολο να απαγκιστρωθεί από τις συνήθειές της.

Πώς όμως λειτουργεί αυτή η δύναμη της συνήθειας σε περιπτώσεις κρίσης όπως αυτή που διανύουμε; Ο Ερνστ Μπλοχ με τον ιδιαίτερο γλαφυρό και συνάμα υπαινικτικό τρόπο που διακρίνει τη γραφή του, δίνει μια πρώτη έμμεση απάντηση σε αυτό το ερώτημα, περιγράφοντας με ποιο τρόπο αυτή η δύναμη μπορεί να μετατραπεί στο αντίθετό της.

Ας τον παρακολουθήσουμε. «Οι συνήθειες –γράφει– προσφέρουν το πολύ μια ορισμένη ανακούφιση, όμοια με ένα πολύ ελαφρύ ναρκωτικό που δύσκολα εντοπίζεται ως τέτοιο. Όλη η ζωή στην αστική κοινωνία είναι διαποτισμένη από αυτό, κάτι που την καθιστά ανεκτή. Όταν όμως η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη, όχι μόνο μονότονη, αλλά καταστροφική, τότε διαμορφώνεται ένα πολύ πιο ισχυρό αντίβαρο σε αυτές τις συνήθειες το οποίο προέρχεται από μας τους ίδιους. Πρόκειται για την ελαφρά ζαλάδα που νοιώθουν ήδη τα κολεγιόπαιδα όταν οι βαθμοί τους γίνονται όλο και χειρότεροι και υπάρχει πραγματικά καταστροφή στον αέρα».

Αυτό το αντίβαρο λειτουργεί, κατά τον Μπλοχ, ως μια ελαφρά μέθη η οποία αποτελεί μια σπίθα μέσα στη δυστυχία, αποτελεί την απόλαυση μιας πρόκλησης η οποία έστω και στιγμιαία απελευθερώνει. Υπάρχει εν προκειμένω ένα κρυμμένο στοιχείο, «το οποίο δεν είχε λειτουργήσει, σαν στοιχείο διαβίωσης και σαν φως αλλά μόνον σαν εσωτερικό φως».

Βεβαίως αυτό το αίσθημα που περιγράφει ο Μπλοχ από μόνο του είναι ανεπαρκές για να υπερνικηθεί η τρομερή δύναμη της συνήθειας. Και στη γενικότερη συλλογιστική του Μπλοχ δεν αποτελεί παρά το ίχνος ενός πραγματικού εξανθρωπισμού που δεν υπάρχει ακόμη.
Αν όμως αξιοποιηθεί δεόντως, είναι δυνατόν να αποτελέσει το έναυσμα αμφισβήτησης της συνήθειας και να μετατραπεί από εσωτερική μικροαγαλλίαση σε εξωτερικευμένη επαναστατική αντίδραση. Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί αυτή η πρώτη αντίδραση για να προκληθεί η έκρηξη της θαμμένης επαναστατικής μελωδίας και να παραμεριστεί το συναίσθημα του αποτυχημένου μικροαστού που διέπει τμήματα του προλεταριάτου. Και έτσι μπορεί να οδηγηθούμε στον πραγματικό χειραφετημένο άνθρωπο.

Και αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος μιας επαναστατικής πρωτοπορίας. Όχι να απαξιώνει, αλλά να αξιοποιεί ακόμη και την πλέον μηδαμινή, την πλέον μερική αντίδραση και να την μετατρέπει σε γενικευμένη αμφισβήτηση. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η ρήξη όχι μόνον με το συντηρητικό κατεστημένο, αλλά και με όλες εκείνες τις δυνάμεις οι οποίες επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη δύναμη της συνήθειας σαν δύναμη αδράνειας και παραμονής εντός των τειχών του υπάρχοντος συστήματος.

Στο επίπεδο της εκλογικής συμπεριφοράς αυτή η δύναμη της συνήθειας μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους. Ο πρώτος και ιδιαίτερα μαζικός τρόπος, είναι να συνεχίζει κάποιος να ψηφίζει προς μια πολιτική κατεύθυνση ή και ένα συγκεκριμένο κόμμα, όχι λογικά σκεπτόμενος με βάση το είναι του, αλλά επειδή αυτό απαιτεί η οικογενειακή παράδοση ή η παλιότερη στάση του ίδιου του ψηφοφόρου. Πρόκειται για μια θρησκευτική, οπαδική αντιμετώπιση της πολιτικής.
Ο δεύτερος τρόπος είναι να μετακινούνται οι ψηφοφόροι ανάμεσα σε κόμματα, που όπως οι ίδιοι, ενστερνίζονται τις κυρίαρχες αξίες και τα διαφοροποιεί η υποσχόμενη καλύτερη διαχείριση στα πλαίσια του συστήματος που διέπεται από αυτές τις αξίες.

Ο τρίτος τρόπος ο οποίος όπως αποδεικνύεται ιστορικά έχει ιδιαίτερη απήχηση σε περιόδους κρίσεων, είναι η μετατόπιση ψηφοφόρων προς δυνάμεις που ναι μεν αρνούνται αστικοδημοκρατικές αρχές, οι οποίες έχουν απαξιωθεί στη συνείδηση των ανθρώπων, όπως π.χ. ο κοινοβουλευτισμός, αλλά όχι μόνον δεν αρνούνται βασικές αρχές που διέπουν το σύστημα όπως ο ανταγωνισμός, η βία, ο εθνικισμός, ο κρατισμός, η τάξη, ο ρατσισμός, αλλά αντίθετα τις ωθούν στα άκρα τους.
Απέναντι σε αυτήν την πολυποίκιλα εκφρασμένη εκλογική αντίδραση της συνήθειας, καλούμαστε να παλέψουμε και σε τούτες τις εκλογές. Και ένα πρώτο βήμα για να την κατανικήσουμε είναι η ψήφος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κυρίως ως πολύτιμη υποθήκη για τους αγώνες που έρχονται, αγώνες ασυνήθιστους, που απαιτούν και συνάμα θα συμβάλουν στην υπέρβαση των δεσποζουσών συνηθειών.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ


Η δική μας κόκκινη γραμμή


Ο κρυφός ή δηλωμένος πόθος της μεγάλης μάζας των αριστερών για ενότητα της Aριστεράς είναι αναμφισβήτητος και δικαιολογημένος. Πέρα από συναισθηματικούς λόγους, αυτός ο πόθος πηγάζει από την αίσθηση της αναγκαιότητας, να ενισχυθεί η Aριστερά μέσω αυτής της ενότητας, τόσο γιατί αυτό θα προωθούσε την αντίσταση κατά της πρωτόφαντης επίθεσης του κεφαλαίου, όσο και γιατί θα προωθούσε τους συσχετισμούς που θα επέτρεπαν μια φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση.



του Γιώργου Ρούση*



Απέναντι σε αυτόν τον πόθο, υπάρχουν δυνάμεις, όπως το ΚΚΕ, που αρνούνται όχι μόνον την ενότητα, όχι μόνον την όποια μετωπική πολιτική, αλλά και την πιο στοιχειώδη συνεργασία των δυνάμεων της Aριστεράς, που αρνούνται ακόμη και τον μεταξύ τους διάλογο.
Και ναι μεν το γεγονός ότι οι δυνάμεις της Aριστεράς έχουν πραγματικές και συχνά σημαντικές μεταξύ τους διαφορές, μπορεί να αποτελεί θεμιτή αιτία για την άρνηση μιας οργανικής τους ενότητας, όχι όμως για την άρνηση όλων των υπολοίπων μορφών της μεταξύ τους συνεργασίας.
Στο άλλο άκρο, υπάρχουν δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου η κυρίαρχη συνιστώσα εκμεταλλευόμενη αυτό τον πόθο και επιδιώκοντας να συμμετέχει άμεσα σε κάποιο κυβερνητικό σχήμα, πέρα του ότι συστεγάζει στο εσωτερικό του δυνάμεις με διαμετρικά αντίθετες απόψεις σε θεμελιακά ζητήματα όπως π.χ. της στάσης απέναντι στην ΕΕ και το ευρώ, καλεί σε συνεργασία δυνάμεις όπως η Δημοκρατική Αριστερά, που όπως η ίδια δηλώνει, επέλεξε να ακολουθήσει έναν «τρίτο δρόμο» ανάμεσα στην αντικαπιταλιστική Aριστερά και τις κυρίαρχες δυνάμεις. Φτάνει μάλιστα ο ΣΥΡΙΖΑ να δηλώνει μέσω του προέδρου του, ότι θα αποδέχονταν ευχαρίστως ακόμη και την ανοχή του Καμμένου σε μια υπό τον ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνηση.

Και οι δυο αυτές στάσεις, δηλαδή της πλήρους άρνησης κάθε συνεργασίας ή της λογικής «πας μη Έλλην βάρβαρος», και της ενότητας δίχως αρχές ή της λογικής «όλοι χωράνε ό,τι κι αν πρεσβεύουν, φτάνει να αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί», αν και από αντίθετες οπτικές γωνίες, είναι βέβαιο ότι βλάπτουν την υπόθεση του αναγκαίου αριστερού μετώπου.

Αυτό για να είναι ουσιαστικό πρέπει να συγκροτηθεί στη βάση ενός ελάχιστου κοινού προγράμματος το οποίο θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε τρία βασικά κριτήρια και αυτά είναι που αποτελούν την κόκκινη γραμμή, πέρα από την οποία το αναγκαίο αριστερό Μέτωπο της εποχής μας, θα είναι μια παρωδία, που πρόσκαιρα μεν μπορεί να δημιουργήσει μια ευφορία στον κόσμο της Aριστεράς, σύντομα όμως θα τον απογοητεύσει βαθύτατα.

Το πρώτο κριτήριο είναι η αριστερή πρόταση να απαντά στις αιτίες της κρίσης. Στο βαθμό λοιπόν που γίνεται αποδεκτό ότι αυτή είναι μια κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και όχι μόνον ελληνική ή μια κρίση «λαθεμένης» νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, το πρόγραμμα αυτό δεν μπορεί παρά να έχει αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα. Και αυτός είναι και ο κρίκος που μπορεί να συνδέσει τα λαϊκά κινήματα των διαφόρων χωρών. Ακόμη, εφόσον γίνεται αποδεκτό ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα υπό ιμπεριαλιστική εξάρτηση, το πρόγραμμα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αντιιμπεριαλιστικό και συνεπώς να στρέφεται ενάντια στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, όπως η ΕΕ.
Το δεύτερο κριτήριο είναι ότι η πρόταση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της και να πατάει στο επίπεδο συνειδητότητας του λαϊκού κινήματος, δίχως ούτε να υποτάσσεται σε αυτό, ούτε να αποτελεί έκφραση μιας αυθαίρετης υπερεκτίμησής της. Αυτό σημαίνει να έχει τέτοιο περιεχόμενο, που να μπορεί να γίνει πιο άμεσα αποδεκτό από ευρύτερες λαϊκές μάζες, απ’ ό,τι μια ριζική επαναστατική αλλαγή.

Το τρίτο κριτήριο –που αφορά στις δυνάμεις που στοχεύουν το σοσιαλισμό– είναι το πρόγραμμα αυτό, λαμβάνοντας υπόψη την ισχύουσα σήμερα, περισσότερο από ποτέ, λενινιστική αλήθεια, με βάση την οποία «ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, είναι το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας, που ανάμεσα σε αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός, δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια» (Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε), θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όχι ως ένα ακόμη στάδιο ανάμεσα σε καπιταλισμό και σοσιαλισμό, αλλά ως μια κατάληψη ενός θεμελιακού οχυρού του αντιπάλου, σε ένα πόλεμο θέσεων που επαναστατικά οδηγεί στον σοσιαλισμό.

Σε αυτήν τη λογική κινείται το πρόγραμμα που πρότεινε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως βάση για συζήτηση στις άλλες συνιστώσες της Αριστεράς. Θυμίζω ότι σε αυτό γίνεται λόγος για «πρώτο, κατάργηση όλων των Μνημονίων και των νόμων που τους συνοδεύουν, δεύτερο, άμεση παύση πληρωμών προς τους πιστωτές, μη αναγνώριση και μονομερή διαγραφή του χρέους, τρίτο, έξοδο από ευρώ, ΟΝΕ και Ευρωπαϊκή Ένωση, τέταρτο, εθνικοποίηση - κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και όλων των μεγάλων επιχειρήσεων που κλείνουν, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό, λαϊκό και κοινωνικό έλεγχο, πέπμτο, εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις σε βάρος των κερδών του κεφαλαίου και υπέρ του εργατικού - λαϊκού εισοδήματος, με αυξήσεις στους μισθούς, ριζική μείωση του χρόνου εργασίας, σταθερές συλλογικές συμβάσεις, προστασία των ανέργων, ριζική μείωση της φορολογίας των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων, ριζική αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου».

Δυστυχώς για διάφορους λόγους και με ανισομερή ευθύνη των δυνάμεων της Aριστεράς, η πρόταση αυτή δεν βρήκε ανταπόκριση πριν τις εκλογές. Παρόλ’ αυτά και παρόλο που η προεκλογική περίοδος είναι λογικό να εντείνει σε ένα βαθμό την ενδοαριστερή αντιπαράθεση, η προσπάθεια για την υλοποίησή της θα πρέπει να συνεχιστεί με επιμονή και μετεκλογικά και αυτό ασχέτως από το όποιο εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτό επιτάσσει η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του κόσμου της Αριστεράς, αυτό απαιτεί η κρισιμότητα των καιρών που διανύουμε.

*Επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

δήλωση του πανεπιστημιακού Γιώργου Ρούση για τη συμμετοχή του στo ψηφοδέλτιο Επικρατείας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ:

Επειδή παρά τις ήττες και τις χαμένες ελπίδες, πιστεύω ότι αξίζει να συνεχίζεις να αγωνίζεσαι για να ’ρθουν οι καλύτερες μέρες που λαχταρήσαμε.
Επειδή είναι πέρα από κάθε λογική, εκτός από εκείνη του καπιταλισμού, οι μελλούμενες γενιές να ζήσουν χειρότερα απ’ ότι η δικιά μας.
Επειδή ο σοσιαλισμός –όχι δα εκείνος που αρχικά επιχειρήθηκε, αλλά απέτυχε παταγωδώς, αλλά εκείνος που δεν γνωρίσαμε, και που είναι σήμερα εφικτός– είναι η μόνη λύση απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.
Επειδή τόσο η λογική του «όλα ή τίποτα», όσο και εκείνη των αποκομμένων από τη σοσιαλιστική προοπτική μεταρρυθμίσεων, οδηγούν στη διαιώνιση του υπάρχοντος συστήματος, μιας και η πρώτη αποστερεί τον σκοπό από τα μέσα επίτευξης του, και η δεύτερη παραμένει δέσμια του κυρίαρχου συστήματος.
Επειδή εκείνο που επιτάσσει η κρισιμότητα των καιρών είναι ένα αντικαπιταλιστικό- αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο, και όχι η λογική «το μοναστήρι να είναι καλά», ή εκείνη της ενότητας ως αυτοσκοπού, ή –ακριβέστερα– της ενότητας με σκοπό την πάση θυσία πρόσβαση στην εξουσία, ακόμη και σε συνεργασία με τους Πασόκους με πολιτικά.

Επειδή, όπως έλεγε ο σύντροφος Κώστας Τζιαντζής, νομίσαμε ότι έχουμε χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουμε ούτε λεπτό για χάσιμο.

Αποφάσισα να αποδεχτώ την άκρως τιμητική για μένα πρόταση να κατέβω υποψήφιος με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θέλοντας με την υποψηφιότητά μου αυτή να την ενισχύσω ολόπλευρα και ολόψυχα ως τη δύναμη εκείνη που ανταποκρίνεται με την μεγαλύτερη συνέπεια στα κριτήρια που ανέφερα παραπάνω, να την ενισχύσω ως την τη πιο συνεπή, αγωνιστική, μετωπική, αδογμάτιστη, αγνή, αριστερή δύναμη.

Γιώργος Ρούσης

19.4.2012

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Το ΠΑΣΟΚ γεννήτορας του αυγού του φιδιού


Το ΠΑΣΟΚ γεννήτορας του αυγού του φιδιού

Το ότι είναι αδίστακτοι και δίχως αιδώ καμία, αποδεικνύεται και μόνον από τη δίχως όρια αναίσχυντη διπλοπροσωπία του Βενιζέλου, που από τη μια εμφανίζεται ως εξωγήινος, που μόλις κατέφθασε σε τούτο εδώ τον κόσμο να μας σώσει από τα δεινά, στα οποία μας ενέπλεξαν κάποιοι άγνωστοί δυνάστες, και από την άλλη και στην πράξη είναι ο πρώτος από αυτούς τους δυνάστες.



Σημείωμα του Γιώργου Ρούση


Το ότι έχουν παράδοση να κάνουν τη βρώμικη δουλειά ενάντια στο λαϊκό κίνημα είναι πασίγνωστο από την εποχή που ο ομογάλακτός τους σοσιαλδημοκράτης Νόσκε, είναι εκείνος που ανέλαβε το ρόλο του «βρόμικου σκυλιού» και έσφαξε τους Γερμανούς προλετάριους και τους ηγέτες τους.

Το ότι στη Γαλλία βοήθησαν ανοιχτά την υποψηφιότητα του Λεπέν για να αποδυναμώσουν έτσι τον δεξιό Σιράκ και μετά καλούσαν σε αντιφασιστικό μέτωπο υπό τον Σιράκ για να αποτρέψουν τη νίκη του Λεπέν είναι επίσης γνωστό δείγμα της δίχως όρια ανευθυνότητας τους. Το ότι από τα σπλάχνα τους βγήκαν κουμάσια σαν το Μουσολίνι δεν είναι τυχαίο.

Το ότι με μεγάλη τους ικανοποίηση δέχτηκαν να συγκυβερνήσουν με το ΛΑΟΣ, τον τσεκουροφόρο διάδοχο του δικτάτορα Παπαδόπουλου Βορίδη, και το επί τω τσαρλατανικώτερο συμπλήρωμα του, φτάνει να σώσουν καμιά ψήφο τους και να ικανοποιήσουν την απαίτηση για ευρύτερη πολιτική συναίνεση των εντολοδόχων τους είναι ηλίου φαεινότερο.

Το ότι όμως οι αδίστακτοι, θα επιστράτευαν τον διδάκτορα της κωλοτούμπας Κύρτσο, ο οποίος μέχρι χθες αποκαλούσε αδιαλείπτως τον νυν αρχηγό του Καρατζαφέρη κωλοτούμπα, φτάνει να φθείρουν το Σαμαρά, και να βγάλουν πρώτο κόμμα το ΠΑΣΟΚ, ήταν κάπως δύσκολο να το διανοηθεί κανείς. Και όμως το έκαναν και αυτό.

Όσοι λοιπόν, δεν τρώμε κουτόχορτο, ή δεν στοχεύουμε να αποκομίσουμε κάτι από την πόρνη εξουσία, ας αποκαλύψουμε το ρόλο τους ως γεννητόρων του αυγού του φιδιού, και ας τους αντιμετωπίζουμε ως τέτοιους.

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Οι εκλογές και η κρίση αστικής νομιμοποίησης

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου grousis@ath.forthnet.gr

Αν δεχτούμε ότι, με αστικά πάντοτε κριτήρια, η νομιμότητα είναι η συμφωνία με το γράμμα του νόμου και η νομιμοποίηση η συμφωνία με το πνεύμα του, ή ακόμη με την κοινή λογική, τότε είναι προφανές ότι ακόμη και αυτή η αστική νομιμοποίηση περνάει βαθιά κρίση.

Τρία και μόνον παραδείγματα αρκούν για να τεκμηριωθεί αυτός ο ισχυρισμός:

1 Οπως προκύπτει από τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου των περιφερειακών εκλογών, οι περιφερειάρχες και οι δήμαρχοι που εκλέχθηκαν, με δεδομένο το ποσοστό της αποχής, των λευκών και των άκυρων, εκφράζουν την επιλογή μιας μικρής μειοψηφίας του εκλογικού σώματος. Ετσι, για παράδειγμα, κάποιος που πήρε το 51% των ψήφων στην Αττική, αν συνυπολογίσουμε αποχή, λευκά και άκυρα, που ήταν 75% (64% πανελλαδικά), πήρε στην πραγματικότητα 51% του 25% , δηλαδή κάτω από 13%! Και αν δίχως αμφιβολία με αυτό το ποσοστό και λίγο παραπάνω είναι αντίστοιχα νόμιμοι περιφερειάρχης ή δήμαρχος, άλλο τόσο έχουμε το δικαίωμα να τον αμφισβητούμε ως εκπρόσωπο της βούλησης της πλειοψηφίας του λαού της περιοχής του. Αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και αυτή η βούληση της πλειοψηφίας, όπως επεσήμανε ο Ρουσό μπορεί να απέχει κατά πολύ από τη γενική βούληση, δηλαδή τη δέουσα βούληση της πλειοψηφίας, αν αυτή ήταν πραγματικά ελεύθερη και όχι όπως είναι υπό τον καπιταλιστικό ζυγό, τότε καταλαβαίνουμε ότι αυτό το αποτέλεσμα είναι πολύπλευρα αμφισβητήσιμο· αν όχι στενά νομικά, σίγουρα λογικά, ηθικά και πολιτικά.

2 Ο κατά το αστικό μας σύνταγμα ανώτατος πολιτειακός άρχοντας, ή ο κατά Ρουσό ανώτατος υπηρέτης του λαού, δήλωσε ότι «μέμφεται (δηλαδή, κατηγορεί, ψέγει, κακίζει) όσους εκφράζουν την οργή τους από τον καναπέ», δηλαδή όσους απέχουν από τις εκλογές -εκτός κι αν εννοούσε ότι μέμφεται όσους δεν βγαίνουν να διαμαρτυρηθούν στους δρόμους, οπότε και ταπεινά του ζητάμε συγνώμη. Με αυτόν όμως τον τρόπο, ναι μεν υπερασπίζεται τόσο τον τυπικά υποχρεωτικό χαρακτήρα της ψήφου όσο, και κυρίως, την αστική περί δημοκρατίας αντίληψη, με βάση την οποία «οι πολίτες βγαίνουν για μια στιγμή από την εξάρτηση για να υποδείξουν τον αφέντη τους και ξαναμπαίνουν μέσα», από την άλλη όμως «μέμφεται» τους μισούς και βάλε ψηφοφόρους που απείχαν, θέτοντας θέμα δικής του νομιμοποίησης.

Και θέτει θέμα νομιμοποίησής του, διότι εκ του ρόλου του πρέπει να σέβεται και να υπηρετεί, και όχι να «μέμφεται», το μεγάλο εκείνο τμήμα του λαού που αποφάσισε να απέχει για να καταδείξει με αυτόν τον τρόπο τη δυσφορία του απέναντι σε μια πολιτική ξεπουλήματος και οδυνηρών μέτρων, την οποία μάλιστα και ο ίδιος αδιαμαρτύρητα προσυπογράφει.

3 Οταν ένα κόμμα γίνεται κυβέρνηση κρύβοντας τις πραγματικές του διαθέσεις και την άλλη μέρα της επικράτησής του εφαρμόζει μια πολιτική με την οποία διαφωνεί η συντριπτική πλειοψηφία, η ίδια κυβέρνηση φοράει στις περιφερειακές εκλογές τα προσωπεία των δήθεν ανεξάρτητων, με κορυφαία εκείνα του γίγαντα του σοσιαλισμού Τατούλη και του συνιδρυτή του κόμματος «Δράση», του ακραιφνούς νεοφιλελεύθερου Στέφανου Μάνου, και του Γιάννη Μπουτάρη (για να μην ξεχνιόμαστε), φτάνει να υφαρπάξει ψήφους, εξαντλεί και το τελευταίο κομματικό της απόθεμα, εκείνο των τέως ΠΑΣΟΚων με πολιτικά, της «Δημοκρατικής Αριστεράς», που φόρεσαν πια την κανονική στολή τους, και παρ' όλα αυτά δεν κατορθώνει παρά να αποσπάσει μια ισχνή μειοψηφία του εκλογικού σώματος, έχουμε σοβαρότατη κρίση νομιμοποίησης.

Αυτήν λοιπόν την πολύπλευρη κρίση της αστικής νομιμοποίησης καλούμαστε να την αποκαλύψουμε, να τη βαθύνουμε ακόμη παραπέρα, να συμβάλουμε για να γίνει συνείδηση του λαού μας, έτσι ώστε αυτός να αποβάλει κάθε δέος, σεβασμό και θετική προκατάληψη προς την αστική εξουσία και να επιδιώξει να την ανατρέψει.

Σημαντικό ρόλο προς αυτήν την κατεύθυνση καλείται να παίξει η αντικαπιταλιστική Αριστερά, μέσα από την κλιμάκωση των αγώνων, τον συντονισμό της δράσης της, τη μετωπική της πολιτική, την απαγκίστρωσή της από σεχταρισμούς και δόγματα, που την καθιστούν αφερέγγυα ως εναλλακτική λύση απέναντι στις δυνάμεις του κατεστημένου, μέσα από το άνοιγμα ενός διαλόγου για το σοσιαλιστικό μας μέλλον που θα το καταστήσει ελκτικό για τις λαϊκές δυνάμεις και κυρίως για τη νέα γενιά. Και όλα αυτά με το βλέμμα στραμμένο όχι δα, κατά τα πρότυπα του Lassalle, κυρίως στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, με στόχο την παγίωση των θετικών αποτελεσμάτων και την αύξησή τους, αλλά την επαναστατικοποίηση της λαϊκής συνείδησης.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Μαύρο στους ιδιοτελείς υποψηφίους

Παρακολουθώντας καθημερινά τους διαφόρους υποψηφίους των περιφερειακών εκλογών, εξαιρουμένων εκείνων της αριστεράς, οι οποίοι όσο πιο αριστερά τοποθετούνται τόσο λιγότερο προβάλλονται (αν και εδώ πια διακρίνω ουκ ολίγες προσωπικές φιλοδοξίες), να παρελαύνουν στα διάφορα κανάλια, σε εκπομπές διά πάσαν νόσο και πάσαν μαλακία, πείθομαι όλο και περισσότερο για τη φύση, το χαρακτήρα του «λειτουργήματος» που καλούνται να επιτελέσουν.

Πιο συγκεκριμένα, πείθομαι ότι όλο αυτό το συνονθύλευμα των χιλιάδων υποψηφίων μάλλον σε ίδιο οικονομικό, κοινωνικό ή άλλο όφελος αποβλέπει παρά στην ανιδιοτελή εξυπηρέτηση των λαϊκών συμφερόντων, τα οποία έτσι κι αλλιώς και δη στην παρούσα φάση μόνον με αγώνες και όχι με εκλογικές καμπάνιες μπορούν να εξυπηρετηθούν.

Ετσι λοιπόν όλοι τούτοι οι υποψήφιοι περιφερειακοί έστω κυβερνήτες μας μάλλον τίποτε δεν έχουν να κάνουν με εκείνους που ο Rousseau θεωρούσε ότι έπρεπε να είναι ένας αριθμός υπαλλήλων του κυρίαρχου λαού οι οποίοι ασκούν την εξουσία για λογαριασμό του ως απλοί διαχειριστές, μια εξουσία η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να περιοριστεί, να μετατραπεί ή να τους αφαιρεθεί(1).

Αντίθετα, πρόκειται μάλλον γι' αυτήν την κατηγορία ανθρώπων που ο μεγάλος αναρχικός επαναστάτης Μπακούνιν περιγράφει με τον ακόλουθο γλαφυρό και συνάμα ειρωνικό τρόπο:

«Η μυσταγωγική φράση για τη διακυβέρνηση των λαϊκών μαζών, για το καλό τους αναμφίβολα, για τη σωτηρία των ψυχών τους αν όχι και των σωμάτων τους [....] είναι : "Ολα για το λαό, τίποτα από το λαό"[...]

«[Οι κυβερνώντες] θυσιάζοντας τα συμφέροντα τους και παραμελώντας τις υποθέσεις τους, πρέπει να αφοσιωθούν στην ευτυχία του μικρού τους αδερφού του λαού. Η διακυβέρνηση δεν είναι απόλαυση, είναι ένα επώδυνο καθήκον: δεν αναζητά κανείς σ' αυτήν την ικανοποίηση της φιλοδοξίας ή της ματαιοδοξίας ή της προσωπικής του πλεονεξίας, αλλά μόνο την ευκαιρία να θυσιαστεί για την ευτυχία όλου του κόσμου. Γι' αυτό αναμφίβολα και ο αριθμός των ανταγωνιζομένων για τις ανώτερες δημόσιες θέσεις είναι τόσο μικρός, και γι' αυτό οι βασιλιάδες κι οι υπουργοί , καθώς και οι ανώτεροι και κατώτεροι δημόσιοι λειτουργοί, δέχονται την εξουσία με βαριά καρδιά»(2).

Αλλωστε δεν είναι μόνον ο αναρχικός Μπακούνιν που έχει αυτήν την άποψη περί εξουσίας αλλά ακόμη στοχαστές όπως ο Αριστοτέλης, ο Montesquieu, ο Rousseau.

Θυμίζω ότι ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά», θεωρώντας ως δεδομένο ότι οι κατέχοντες τα μεγάλα αξιώματα διαφθείρονται, προτείνει «ουδείς των πολιτών να ανέρχεται εις περιωπήν πολύ υπερέχουσα παρά την συμμετρίαν, αλλά τουναντίον να προσπαθούν όπως τα διδόμενα αξιώματα είναι μικρά κατά την δικαιοδοσίαν και μεγάλα κατά την διάρκειαν, ή μεγάλα κατά την δικαιοδοσίαν και μικρά κατά την διάρκειαν»(3). Ο Montesquieu από τη μεριά του υποστηρίζει ότι «αποτελεί αιώνια εμπειρία ότι ο κάθε άνθρωπος που κατέχει κάποια εξουσία έχει την τάση να την καταχραστεί»(4).

Τέλος ο Rousseau υποστήριζε ότι η όποια κυβέρνηση, εκτός από εκείνη στην οποία υπάρχει ταύτιση κυρίαρχου λαού και κυβέρνησης, έχει από τη φύση της ως επί μέρους και όχι γενικό σώμα την τάση να σφετεριστεί την εξουσία, ν' αποσπαστεί από τη γενική βούληση(5) και στην κάθε περίπτωση «όταν ο λαός έχει αρχηγούς που κυβερνούν αντί γι' αυτόν οι αρχηγοί τούτοι, όποιο όνομα και να 'χουν είναι πάντα αριστοκρατία.»(6)

Αν έτσι έχουν τα πράγματα ας βρει ο καθένας τον καλύτερο τρόπο να μαυρίσει πρώτα απ' όλα τους υπεύθυνους για το ξεπούλημα του λαού μας και για τα σκληρά μέτρα εναντίον του, και στη συνέχεια όλους τους επίδοξους σφετεριστές του.

(1) Ζαν Ζακ Ρουσό, «Το κοινωνικό συμβόλαιο» Εκδόσεις Δαρέμα, 1957 , σελίδα 106

(2) Μπακούνιν «Θεός και κράτος», Εκδόσεις Κατσάνος Θεσσαλονίκη , σελίδα 105

(3) Αριστοτέλης Πολιτικά V, vii & 7-&8 Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος σελίδα 539

(4) Μοντεσκιέ, «Το πνεύμα των νόμων», στο «Μοντεσκιέ επιλογή από το έργο του», Σύγχρονη Εποχή 1993, σελίδα 331

(5) Ζαν Ζακ Ρουσό, «Το κοινωνικό συμβόλαιο», ό.π. σελίδες 136 και επόμενες

(6) Στο ίδιο, σελίδα 137, υποσημείωση 1

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Μεσαίωνας με τις συμβάσεις μαθητείας

Πολύ συχνά, αναφέρεται ότι τα αντιλαϊκά μέτρα οδηγούν σε έναν εργασιακό μεσαίωνα.

Αν αυτό μέχρι σήμερα μπορούσε να εκληφθεί ως σχήμα λόγου, ή ως καθ' υπερβολή διατύπωση, ή ακόμη για να υποδηλώσει την επιστροφή σε μια παρακμιακή περίοδο υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων, η κυβέρνηση με τα νέα μέτρα βάλθηκε να το μετατρέψει σε κυριολεξία.

Εξηγούμαι: Οσοι έχουν πάει στις Βρυξέλλες θα έχουν επισκεφτεί την περίφημη Grande Place (Μεγάλη Πλατεία), που, αν και όχι τόσο μεγάλη, είναι σίγουρα όπως έγραφε μεταξύ άλλων και ο Victor Hugo μία από τις ωραιότερες πλατείες του κόσμου.

Αυτή λοιπόν η περίφημη πλατεία πέρα από το δημαρχείο και το βασιλικό μέγαρο, περιστοιχίζεται από τα σπίτια των συντεχνιών τα οποία στις προσόψεις τους έχουν σκαλισμένα και τα εμβλήματα της κάθε μιας από αυτές που δεν είναι άλλα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί.

Αυτές λοιπόν οι συντεχνίες που έκαναν την εμφάνισή τους στις πόλεις της μεσαιωνικής-φεουδαλικής κοινωνίας κατά τον 11ο και 12ο αιώνα και είχαν την πλήρη ανάπτυξή τους κατά τον 13ο και τον 14ο αιώνα, είχαν μια πολύ συγκεκριμένη δομή και ιεραρχία.

Τα εργαστήρια αυτών των συντεχνιών αποτελούνταν από τους μαστόρους που ήταν και οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, τους καλφάδες που είχαν κάποιο μισθό και ήταν οι άμεσοι βοηθοί τους και τους μαθητευόμενους, οι οποίοι άρχισαν να εργάζονται στη συντεχνία από μικρά παιδιά, παρέμεναν σε αυτή τη θέση για πολλά χρόνια εκτελώντας τις πιο βαριές δουλειές, κέρδιζαν μικρά ποσά από φιλοδωρήματα, ενώ τους παρέχονταν δωρεάν διαμονή και διατροφή.

Στην εποχή μας στο όνομα πάντοτε του να «σωθεί η πατρίς», φαίνεται ότι αυτή πρέπει να επιστρέψει σε αυτόν τον εργασιακό μεσαίωνα. Αυτό αποδεικνύουν μεταξύ άλλων και όσα, πέρα της διευκόλυνσης των απολύσεων, προβλέπονται περί μαθητείας στον πρόσφατο νόμο για τα εργασιακά, της αυτόκλητης εθνοσωτήριου κυβέρνησης.

Μεταξύ άλλων, λοιπόν, στο άρθρο 8 προβλέπονται ειδικές συμβάσεις μαθητείας για τους νέους:«Μεταξύ εργοδοτών και ατόμων που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος μέχρι και το 18ο έτος της ηλικίας τους, δύνανται να καταρτίζονται ειδικές συμβάσεις μαθητείας, μέχρι ενός (1) έτους, με σκοπό την απόκτηση δεξιοτήτων.

Οι εν λόγω μαθητευόμενοι λαμβάνουν το εβδομήντα (70) τοις εκατό του κατώτατου ημερομισθίου ή μισθού της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ( ΕΓΣΣΕ) και ασφαλίζονται στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας σε είδος και 1% κατά του κινδύνου ατυχήματος.

Οσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους, καθώς και όσοι φοιτούν σε γυμνάσια, λύκεια κάθε τύπου ή τεχνικές επαγγελματικές σχολές δημόσιες ή ιδιωτικές αναγνωρισμένες από το κράτος, δεν μπορεί να μαθητεύουν περισσότερο από έξι (6) ώρες την ημέρα και τριάντα (30) ώρες την εβδομάδα.

Για τους έχοντες συμπληρώσει το 16ο έτος η μαθητεία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες την ημέρα και τις σαράντα (40) την εβδομάδα. Απαγορεύεται η μαθητεία να πραγματοποιείται από την 22α ώρα μ.μ. έως και την 6η π.μ. Τα άτομα αυτά, με εξαίρεση τις διατάξεις για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας».

Είναι σαφές ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν κυριολεκτική επιστροφή στον μεσαίωνα και γενικότερα σε προκαπιταλιστικές μορφές ασύδοτης εκμετάλλευσης, ανοιχτή επίθεση κατά των δικαιωμάτων των νέων και δη των ανηλίκων και μάλιστα σε μια εποχή αυξημένης σημασίας της γνώσης , στυγνή αυταρχική κρατική παρέμβαση στις εργασιακές σχέσεις που παραμερίζει συνδικάτα, συλλογικές συμβάσεις, εργατική νομοθεσία. Αν έτσι πρόκειται να σωθεί η πατρίς τότε ας χαθεί εκείνη, μπας και σωθούνε τα παιδιά μας που πάνε να τα μετατρέψουν σε κολίγους του 21ου αιώνα.

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Οι κινητοποιήσεις τιμούν την Ελλάδα

Γνωστή καραμέλα που πιπιλίζουν διάφοροι αντιδραστικοί πολιτικοί, δημοσιογράφοι κ.λπ. λακέδες του συστήματος είναι ότι οι λαϊκές κινητοποιήσεις στο κέντρο της Αθήνας, ή η «οχλοκρατία», όπως τις χαρακτηρίζουν, εκθέτουν τη χώρα μας διεθνώς.

Πράγματι, στα μάτια ορισμένων ξένων και δη των ξένων κυβερνήσεων των οικονομικά κυρίαρχων, των συντηρητικών πολιτών και ΜΜΕ, αυτές οι κινητοποιήσεις εκθέτουν την Ελλάδα. Ομως, υπάρχουν και πολίτες ξένων χωρών που αντιμετωπίζουν αυτές τις κινητοποιήσεις όχι μόνον θετικά, όχι μόνον ως κάτι που τιμά τον ελληνικό λαό, αλλά και ως υπόδειγμα προς μίμηση.

Οπως για το εσωτερικό της χώρας είναι κάλπικη η έννοια της εθνικής ομοψυχίας, η οποία χρησιμοποιείται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας μέχρι τον τελευταίο δημοσιογραφίσκο, με στόχο να αποσπαστεί μια γενική συναίνεση απέναντι στα αντιλαϊκά μέτρα και να καταλαγιάσει η λαϊκή οργή, έτσι και για το εξωτερικό αποτελεί συνειδητή διαστρέβλωση της πραγματικότητας η αντίληψη περί ενιαίων κοινωνιών και κατ' επέκταση περί μιας ενιαίας αντιμετώπισης των κινητοποιήσεων. Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν δυνάμεις που είναι ενάντια στις κινητοποιήσεις των ελλήνων εργαζομένων και δυνάμεις που είναι αλληλέγγυες μαζί τους και τις θαυμάζουν.

Στις δεύτερες ανήκουν για παράδειγμα οι γάλλοι εργαζόμενοι, όπως προκύπτει από το σύνθημα «Grece Generale» («γενίκευση των ελληνικών κινητοποιήσεων» ή «να γίνει της Ελλάδας» ) αντί του γνωστού «Greve Generale» («γενική απεργία»), που φώναζαν στις διαδηλώσεις του Παρισιού το 2008 έχοντας κατά νου τις κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη στην Αθήνα.

Στην ίδια κατηγορία ανήκουν γάλλοι κομμουνιστές που το βράδυ της 5ης του Μάη, μετά τη συγκλονιστική κινητοποίηση του λαού της Αθήνας, έβγαλαν μια ανακοίνωση την οποία και μου έστειλαν, εκφράζοντας τη συμπαράστασή τους και τον θαυμασμό τους προς τον ελληνικό λαό.

Να τι γράφουν: «Εδώ και ορισμένους αιώνες οι "γιατροί" συμβούλευαν τους ασθενείς τους να κάνουν αφαιμάξεις: τους άδειαζαν ένα τμήμα του αίματός τους δήθεν για να τους γιατρέψουν. Βεβαίως, αυτή η παράλογη θεραπεία συχνά αποτύχαινε και μπροστά στην επιδείνωση της κατάστασης των ασθενών οι γιατροί είχαν έτοιμη την απάντηση: χρειάζονταν περισσότερη αφαίμαξη. Στις μέρες μας αυτοί οι γιατροί αντικαταστάθηκαν από τους οικονομολόγους του συστήματος. Εδώ και 25 χρόνια έχουμε μια κοινωνική αφαίμαξη: ιδιωτικοποιήσεις, επίθεση κατά των κοινωνικών κατακτήσεων, αύξηση του ορίου ηλικίας που απαιτείται για τη συνταξιοδότηση κ.λπ. Τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών είναι γνωστά σε όλους· (...) μαζική ανεργία διαρκείας, αύξηση του δημόσιου χρέους κ.λπ. Και τώρα πώς να επανακάμψουμε από τα καταστροφικά αποτελέσματα αυτών των κοινωνικών αφαιμάξεων; Η απάντηση είναι «με νέες κοινωνικές αφαιμάξεις».

Ετσι, οι εργαζόμενοι της Ελλάδας, που δεν έχουν καμία ευθύνη για αυτήν την κατάσταση, υποχρεούνται να υποστούν μια τέτοια κοινωνική αφαίμαξη για το καλό της υπόλοιπης ζώνης του ευρώ (...) Ομως, όπως απέδειξε ο μαζικός χαρακτήρας της μέρας της γενικής απεργίας της 5ης του Μάη του 2010, αυτοί οι εργαζόμενοι δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν την αφαίμαξή τους. Αυτό μας δείχνει ότι ο αγώνας είναι πράγματι απαραίτητος, διότι το σημερινό καπιταλιστικό πρόγραμμα είναι ξεκάθαρο...»

Στην ίδια κατηγορία ανήκει η ιστορική γαλλική εφημερίδα «Humanite», που κυκλοφόρησε με τον ελληνικό τίτλο «Αλληλεγγύη», η γερμανική προοδευτική εφημερίδα «Γιούνκε Βελτ», που έγραφε «είμαστε όλοι Ελληνες» (1), αλλά και ο υπεραισιόδοξος βέλγος φοιτητής που έγραφε «Η αλλαγή θα έρθει στην Ευρώπη και νομίζω ότι θα ξεκινήσει από την Ελλάδα. Ας παλέψουμε μαζί για τη σοσιαλιστική Ευρώπη». (2)

Ακόμη, πέρα από τα μηνύματα αλληλεγγύης που προέρχονται από αριστερά κόμματα και συνδικάτα από όλο τον κόσμο, δεν είναι λίγες οι διαδηλώσεις συμπαράστασης στις κινητοποιήσεις του ελληνικού λαού που έγιναν σε διάφορες πόλεις, όπως η Λιόν, το Παρίσι, η Βαρκελώνη, το Μπιλμπάο, το Λονδίνο, οι Βρυξέλλες, το Βερολίνο, η Κολωνία, η Βουδαπέστη, το Ρέικιαβικ, η Κωνσταντινούπολη...

Για όλους αυτούς και για πολλούς άλλους, οι κινητοποιήσεις του λαού μας όχι μόνον δεν εκθέτουν τη χώρα μας αλλά την τιμούν και μας κάνουν να νιώθουμε περήφανοι για την Ελλάδα που αντιστέκεται.

(1) Βλέπε «Πριν», 9 Μαΐου 2010, σελίδα 22.

(2) Βλέπε «Ριζοσπάστη», Πέμπτη 6 Μάη 2010, σελίδα 22.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια καινούρια άνοιξη*

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ
Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου
Σε μία περίοδο που η κατάσταση της πατρίδας του , της Γερμανίας, ήταν μάλλον απογοητευτική, ο Μαρξ λίγο πριν αυτοεξωριστεί στο Παρίσι, πρωτεύουσα τότε “του νέου κόσμου” έγραφε στον Ruge: “Παρ’όλη την ανικανότητα των κυρίαρχων και την αδράνεια των κυριαρχούμενων, που με οδηγούν έτσι ώστε να μην έχω και την πιο υψηλή εκτίμηση για τη σύγχρονη εποχή, αν δεν απογοητεύομαι όσον την αφορά, οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η απελπιστική αυτή κατάσταση της με γεμίζει ελπίδα” (1).

Αλήθεια τι είναι εκείνο που μπορεί να μας γεμίζει με ελπίδα σε μία κατά τα άλλα καθ’όλα απογοητευτική κατάσταση σαν τη σημερινή; Γιατί μπορούμε να ελπίζουμε και μεις σε μια καινούρια άνοιξη;

Η πολύπλευρη επιδείνωση των συνθηκών της εργατικής τάξης στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα έτσι ώστε να υποσκαφθούν ορισμένοι από τους πυλώνες οι οποίοι θεμελιώνουν τη συναινετική ενσωμάτωση της και να βοηθηθεί έτσι η ανάδειξη της μέχρι τώρα θαμένης εν δυνάμει επαναστατικής της συνείδησης.

Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα, στις ανεπτυγμένες χώρες, η εξουσία της αστικής τάξης γινόταν αποδεκτή από ευρύτερα λαϊκά στρώματα όχι μόνο χάρη στην άμεση πολιτική βία, την οικονομική βία ή τον φόβο της βίας, αλλά και συναινετικά, και τούτο μετξύ άλλων για δύο κυρίως λόγους:

Ο πρώτος ήταν ότι τμήμα των λαών αυτών των ιμπεριαλιστικών χωρών, της εργατικής τάξης συμπεριλαμβανόμενης, απολάμβαναν σε σχέση με τους λαούς των υπανάπτυκτων χωρών ορισμένα προνόμια διαμορφώνοντας έτσι μια “εργατική αριστοκρατία” ανάλογη εκείνης της άλλοτε κραταιάς Αγγλίας του 19ου αιώνα.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η μεταπολεμικά ακολουθούμενη ρεφορμιστική πολιτική και το λεγόμενο “κράτος πρόνοιας” διευκόλυναν έτσι ώστε να αποδίδεται στο αστικό κράτος ένας ουδέτερος χαρακτήρας, πόσω μάλλον που αυτό, πέρα απο τις γενικές λειτουργίες τις απαραίτητες για την ύπαρξη κάθε κοινωνικής οργάνωσης, εκπλήρωνε και ορισμένες κοινωνικές λειτουργίες που εξυπηρετούσαν τους εργαζόμενους, έστω κι αν αυτές παρέχονταν ακριβώς για να τους ρίχνουν στάχτη στα μάτια και να τους αποτρέπουν από το να επαναστατούν, έστω κι αν αυτές στο πλαίσιο του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος λειτουργούσαν τελικά υπέρ του κεφαλαίου, στον βαθμό που μέσω αυτών το κράτος αναλάμβανε ένα τμήμα του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (π.χ. υγεία, παιδεία) την οποία τελικά εκμεταλευόταν το κεφάλαιο.

Να, όμως, που η σύγχρονη κρίση έχει φέρει τα πράγματα στο σημείο όπου όχι μόνον η αστική εξουσία δεν μπορεί να βγάλει από το μανίκι της “ένα υπουργείο μεταρρυθμίσεων” (2), αλλά παίρνει πίσω μια σειρά από σημαντικές μεταρρυθμίσεις-κατακτήσεις, εξαφανίζοντας την όποια “εργατική αριστοκρατία” , επιδεινώνοντας ραγδαία τις συνθήκες όλως των εργαζομένων και αφαιρώντας από το αστικό κράτος το όποιο προσωπείο ουδετερότητας μπόρεσε να οικοδομήσει κατά το παρελθόν.

Αυτή η τελευταία διαδικασία θα ενταθεί παραπέρα στον βαθμό που η αντιλαϊκή πολιτική, για να μπορέσει να εφαρμοστεί, θα συνοδευθεί αναπόφευκτα από την ένταση του κρατικού αυταρχισμού και της βίας και τούτο διότι “μια βίαιη τάξη πραγμάτων δεν μπορεί να διατηρηθεί παρά με τη βία” (3), οπότε και η κρατική εξουσία χρησιμοποιείται πια ως δεδηλωμένο όργανο της αστικής τάξης στο πλαίσιο του ουσιαστικά κηρυγμένου εμφύλιου – ταξικού πολέμου.

Και όλα αυτά είναι βέβαιο ότι θα ενταθούν στο έπακρο μετά την τελευταία παράδοση της χώρας στους διεθνείς θεσμικούς τοκογλύφους.

Αξιοποιώντας λοιπόν την παραπάνω αντικειμενική υπόθαλψη της συναίνεσης, ας συμβάλουμε μετωπικά στην παραπέρα αποδυνάμωση της, στην αποκάλυψη του κίβδηλου χαρακτήρα της έννοιας της εθνικής ομοψυχίας, στο βάθεμα της κρίσης της αστικής νομιμότητας, στον κλονισμό της αστικής πολιτικής τάξης, στην επαναστατική αφύπνιση των συνειδήσεων.

* Απο το ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού “κατά Σαδδουκαίων”

(1) K.Marx, “Lettre à Ruge”, de Mai 1843

(2) Rosa Luxemburg, “Lq dernière lettre de Spartacus” in Rosa Luxemburg texts choisies “Editions sociales”. σελίδα 216.

(3) K.Marx to Ruge, Cologne, May 1843.

Από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Πολυδιάσπαση

απέναντι στη λαίλαπα

Δεν πάει άλλο με τον σεκταρισμό, τη λογική «το μοναστήρι να 'ν' καλά», και την πολυδιάσπαση των αγώνων.

Απέναντι στο ενιαίο, παρά τις αντιθέσεις του, μέτωπο των ιμπεριαλιστών της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, απέναντι στο ενιαίο μέτωπο ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., και ΛΑΟΣ και κυρίως απέναντι σε μια επίθεση που δεν έχει προηγούμενο, η Αριστερά απτόητη συνεχίζει την πολυδιάσπασή της, όχι δα την προγραμματική, που είναι υπαρκτή, αλλά στη δράση για την αντίκρουση της αντιλαϊκής λαίλαπας που μας σαρώνει .

Ενώ σε κοινωνικό επίπεδο είναι σαφές ότι σήμερα όσο ποτέ άλλοτε πλήττονται βάναυσα τα συμφέροντα σύσσωμης της εργατικής τάξης, αλλά και ευρύτερων στρωμάτων του πληθυσμού, ενώ σε ιδεολογικό επίπεδο υπάρχουν δυνατότητες συνεργασίας ακόμη και με νεορομαντικούς πατριώτες οι οποίοι διαβλέπουν τον κίνδυνο, ενώ σε πολιτικό επίπεδο είναι σαφές ότι από την αντιεξουσιαστική αριστερά μέχρι και τον ΣΥΡΙΖΑ, περνώντας από το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και κυρίως τη μεγάλη μάζα των ανέντακτων, αλλά και την πλειοψηφία εκείνων που ψηφίζουν τα αστικά κόμματα, όλοι διαφωνούν με τα αντιλαϊκά μέτρα, στην πράξη αυτή η διαφωνία εκφράζεται αποδυναμωμένα διότι διασπασμένα. Ακόμη και αυτή η στοιχειώδης ενότητα δράσης, που ισχύει εδώ και χρόνια στις πορείες για την επέτειο του Πολυτεχνείου, αποφεύγεται σαν από τον διάολο το λιβάνι.

Ζώντας στους μεγαλύτερους ή μικρότερους μικρόκοσμούς τους, οι συνιστώσες της αριστεράς, είτε δυσκολεύουν την ενότητά της με τις ταλαντεύσεις τους ανάμεσα στην ταξική πάλη και τη ρεφορμιστική πρακτική τους, είτε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, που και αυτές φαίνεται να υποτιμούν το τι διακυβεύεται, κινούνται σε ρυθμούς χελώνας προς μια μετωπική ενωτική κατεύθυνση, είτε αρνούνται στην πράξη τη μετωπική δράση, έχοντας παντελή έλλειψη του πολιτισμού του διαλόγου και θέτοντας στο κίνημα συνθήματα και στόχους, με σκοπό να περιχαρακώσουν τις δυνάμεις τους.

Κυρίως η δεσπόζουσα κομμουνιστική συνιστώσα της αριστεράς, σε αντίθεση με τις διακηρύξεις της περί αναγκαιότητας του μετώπου, αλλά και με ό,τι συμβαίνει ακόμη και σε χώρες όπως π.χ. η Πορτογαλία, όπου υπάρχουν αντίστοιχες με αυτήν δυνάμεις, περηφανεύεται για τη μοναξιά της.

Αντί, όπως προτρέπει ο Μαρξ στο «Μανιφέστο», αυτοί των οποίων άλλωστε το κόμμα «δεν αποτελεί ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στ' άλλα εργατικά κόμματα» [i] να τάσσονται για την επίτευξη των άμεσων σκοπών με άλλα κόμματα [ii] και να επιδιώκουν την κοινή δράση των προλεταρίων [iii], αντί, όπως προτρέπει ο Ενγκελς για την Αμερική, να συνεργάζονται ακόμη και με τους «αντιδραστικούς σοσιαλιστές» για επιμέρους ζητήματα και συγκεκριμένους στόχους [iv], αντί, όπως γράφει ο Λένιν, να ξεπερνούν τον δογματισμό και τον σεκταρισμό στοχεύοντας στην ενοποίηση του κινήματος [v], αντί, όπως τους καλεί ο ίδιος, «να πετάνε αποφασιστικά τις παραδόσεις του σεκταριστικού πνεύματος των στενών ομίλων» [vi] και να επιδιώκουν την πολιτική και κοινωνική συμμαχία απέναντι σε δοσμένο εχθρό, αντί να επιδιώκουν την ενότητα των πλατιών μαζών των προλεταρίων [vii], κάνουν ό,τι μπορούν για να την υπονομεύσουν.

Πέρα από την πίκρα, την απογοήτευση, την οργή που προκαλεί αυτή η απαράδεκτη στάση, είναι επιτακτική ανάγκη να συμβάλουμε όλοι ώστε να παρθούν μετωπικές πρωτοβουλίες, οι οποίες είναι βέβαιο ότι θα βρουν ανταπόκριση και επειδή αυτό αποτελεί επιτακτική ανάγκη των καιρών και επειδή εκφράζει τη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των οργανωμένων και μη αριστερών.

Προλετάριοι, και όλοι οι εκμεταλλευόμενοι της χώρας ενωθείτε!!! Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος όλων όσων επιδιώκουν να αντιπαλέψουν αποτελεσματικά τη νέα κατοχή, τους ντόπιους υποστηρικτές της, την πλαστότητα της κοινωνικής συνοχής που οι κυβερνώντες έχουν το θράσος να επικαλούνται.

[Ι] Κ. Μαρξ, Φρ. Ενγκελς, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδόσεις «Οδηγητής», σελίδα 53.

[ii] Στο ίδιο σελίδα 117.

[iii] Στο ίδιο σελίδα 71.

[iv] Engels to Florence Kelley Wischnewetsky. January 27, 1887 in http://www.marxists.org/archive/marx/works/1887/letters/87_01_27.htm

[v] Λένιν, Απαντα εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» τόμος 1, σελίδα 308.

[vi] Στο ίδιο, τόμος 8, σελίδα 94.

[vii] Στο ίδιο, τόμος 10, σελίδα 290.