Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναδημοσιευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναδημοσιευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Πολιτικό γεγονος η παρουσίαση του νεου βιβλίου του Γιώργου Ρούσση !! Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων»


http://vathikokkino.com/wp-content/uploads/2012/12/rousis-biblio5.jpg

Πολιτικό γεγονός η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γιώργου Ρούσση !!

Ολόκληρη η εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Γ. Ρούση (6 βίντεο)


Την Τρίτη 11 Δεκεμβρίου έγινε με μεγάλη επιτυχία η εκδήλωση της παρουσίασης του νέου βιβλίου του καθηγητή Γιώργου Ρούση: «Από την Κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».

Το βιβλίο παρουσίασαν οι Αλέκος Αλαβάνος, Παναγιώτης Λαφαζάνης, Διονύσης Τσακνής και Άγγελος Χάγιος. Την εκδήλωση συντόνιζε ο Μίλτος Βασιλείου.
Μπορείτε να διαβάσετε ρεπορτάζ από την εκδήλωση εδώ και ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του σημαντικού αυτού βιβλίου εδώ.

 ολόκληρη την εκδήλωση με πλήρεις τις ομιλίες και των έξι ομιλητών με τη σειρά που αυτές έγιναν.
 
Τη συζήτηση άνοιξε ο συντονιστής Μίλτος Βασιλείου ενώ, παρά τα καθιερωμένα, αμέσως μετά ακολούθησε ο συγγραφέας.
Ζητώντας συγγνώμη για την ‘αγένεια’ να μη μιλήσει τελευταίος, όπως είθισται, ο Γιώργος Ρούσης διευκρίνισε πως η  εμπειρία του τόσα χρόνια στην οργανωμένη αριστερά, του έχει αφήσει μια “απέχθεια για τα κλεισίματα’, καθώς συνήθως αυτά περιορίζονται να επαναλαμβάνουν την αρχική εισήγηση, όπως είπε.
Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Διονύσης Τσακνής που έδωσε μετά τη σκυτάλη στον Παναγιώτη Λαφαζάνη. Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τις ομιλίες του Άγγελου Χάγιου και του Αλέκου Αλαβάνου.
Σημειώνουμε ότι κατά τη γνώμη μας όλες οι ομιλίες, από τη σκοπιά της η καθεμία,  παρουσιάζουν εξαιρετικό πολιτικό και όχι μόνον ενδιαφέρον.
αναδημοσίευση όλα τα βίντεο θα τα βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο!
 http://vathikokkino.com/
η εδώ τα βιντεο της παρουσίασης


βιντεο Νο 1   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης 
βιντεο Νο 2   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης
βιντεο Νο 3   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης 
 βιντεο Νο 4   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης
 βιντεο Νο 5   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης
βιντεο Νο 6   Από την κρίση στην Επανάσταση – Πόλεμος Θέσεων».Γιώργος Ρούσσης 



Καμία ανατροπή δεν έγινε με ανάθεση


Άγγελος Χάγιος*
Ο Γ. Ρούσης με το νέο βιβλίο του παρεμβαίνει πολιτικά στις εξελίξεις και στις διεργασίες της αριστεράς και δημιουργεί ήδη “αναταράξεις’.
Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι επιχειρεί -και κατορθώνει- να συμβάλει ουσιαστικά και προωθητικά, στη συζήτηση για τη διαμόρφωση ενός επαναστατικού σχεδίου ανατροπής του καπιταλισμού στην εποχή της μεγαλύτερης δομικής κρίσης του και ενός πολιτικού προγράμματος αντιμετώπισης της κανιβαλικής στρατηγικής επίθεσής του στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.
Μια συζήτηση που απασχολεί όλους τους μαχόμενους αριστερούς και είναι ανάγκη να «απελευθερωθεί» από τα όποια ιδεολογικά και πολιτικά δεσμά την καθηλώνουν.
Αυτό το επιτυγχάνει αξιοποιώντας την ανατρεπτική σκέψη του Γκράμσι, και αναδείχνοντας την ουσία του “πολέμου θέσεων” ως δρόμου για την επανάσταση. Σε αντιπαράθεση με το ρεφορμιστικό “τρόπο χρήσης” του Γκράμσι. Τον “πόλεμο θέσεων” για την επαναστατική ανατροπή, οι ευρωκομμουνιστές τον υποβάθμισαν σε τακτική για την κατάκτηση θέσεων εντός των θεσμών του αστικού κρατικού πολιτικού συστήματος-στους Δήμους και την κυβέρνηση- και σε θεωρία για το λεγόμενο ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό.
Αυτό πήρε μεγάλες διαστάσεις και στη χώρα μας, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του  ’70 και του ’80. Με αυτοκριτικό τρόπο να υπογραμμίσουμε ότι το παραδοσιακό ΚΚ με το δογματισμό και τη θεωρητική του φτώχεια αδυνατούσε να αξιοποιήσει ανατρεπτικά τη σκέψη του Γκράμσι.
Σήμερα είναι πολιτικά αναγκαίο να ανακαλύψουμε- μελετήσουμε τον Γκράμσι.
Την επεξεργασία του για την επαναστατική ανατροπή του κράτους σε αντιπαράθεση με τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Την ανάδειξη της εργατικής τάξης ως της βασικής επαναστατικής δύναμης ανατροπής και ηγετικής δύναμης στο ευρύτερο μέτωπο κατά του καπιταλισμού.
Το πώς συνδυάζει, με όποιες αντιφάσεις και κενά, την επαναστατική στρατηγική με τη μάχιμη πολιτική παρέμβαση.
Τον Γκράμσι, που έδινε όλες τις δυνάμεις του για την οικοδόμηση αυτοτελούς επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος, ως σύγχρονου Ηγεμόνα, σε διαχωρισμό και ρήξη με το ρεφορμιστικό σοσιαλιστικό Κόμμα, με την παρέμβασή του στα εργοστασιακά συμβούλια του Τορίνο με το Ordine Nuovo.
Αυτός ο Γκράμσι, επαναστάτης και λενινιστής, είχε τη θεωρητική- πολιτική δυνατότητα και το κύρος να είναι αποφασιστικός πολέμιος κάθε περιχαράκωσης στις γενικές ιδεολογικές θέσεις και κάθε αριστερίστικης και σεχταριστικής τάσης. Μπορούσε και προωθούσε στην πράξη την κοινή δράση των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων στο μαζικό αγώνα της εργατικής τάξης και των σύμμαχων λαϊκών στρωμάτων.
Στην παρούσα κρίσιμη  για το εργατικό κίνημα περίοδο, σε συνθήκες αναζωπύρωσης, με διάφορους δρόμους και προσανατολισμούς, της αναζήτησης για τη μαρξιστική θεωρία και την κομμουνιστική προοπτική, η παρέμβαση του Ρούση αναδείχνει ένα γενικότερο καθήκον: Να υπερασπίσουμε και να αναπτύξουμε δημιουργικά το κεκτημένο της επαναστατικής θεωρίας μας, για τον κομμουνισμό  και την κομμουνιστική πολιτική.
Στη συζήτηση λόγου χάρη για τη στάση της αριστεράς απέναντι στην κυβερνητική εξουσία, τους θεσμούς του αστικού κράτους, τους υπερεθνικούς θεσμούς, προκύπτει η ανάγκη να ξαναδιαβάσουμε τον Λένιν μέσα από το «Κράτος και επανάσταση» και τον «Ιμπεριαλισμό», τον Γκράμσι απο τα Τετράδια της Φυλακής και τις Θέσεις της Λυών. Και, βεβαίως, να συζητήσουμε και να επεξεργαστούμε συλλογικά αυτές τις ιδέες στην εποχή της βαθύτερης, πιο αντιδραστικής από ποτέ, μετάλλαξης της αστικής δημοκρατίας. Να συμβάλουμε ώστε να αναπτυχθεί- δυναμώσει- διεκδικήσει την ηγεμονία η μαρξιστική αντίληψη και πρακτική απέναντι στις κυρίαρχες τάσεις στην αριστερά που υποτάσσουν την επαναστατική θεωρία στις τρέχουσες επιλογές είτε διαχειριστικών “αριστερών λύσεων” είτε δογματικών-  ρεφορμιστικών στρατηγικών.
Ο Ρούσης, αξιοποιεί την ανατρεπτική σκέψη του Γκράμσι και διατυπώνει ανοικτά την άποψή του για το προγραμματικό πολιτικό περιεχόμενο ενός πολέμου θέσεων στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και της αντεργατικής επίθεσης του κεφαλαίου,  λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο συνείδησης των εργατικών λαϊκών δυνάμεων της ανατροπής, τον κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό, την κατάσταση της αριστεράς.
Για το σκοπό αυτό παραθέτει, με βάση τη μαρξιστική θεωρία, την άποψή του για τον δομικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης και την ανάγκη στρατηγικών απαντήσεων.
Διατυπώνει με σαφήνεια το συμπέρασμά του ότι αποτελεί Χίμαιρα η αναμονή λύσης μέσα στο σύστημα και στην ΕΕ με κυβερνήσεις διαχειριστικές. Ιδιαίτερη αξία έχει ότι απορρίπτει και την περιχαράκωση στις γενικές αρχές και στον επαναστατικό βερμπαλισμό.
Πρόκειται για μάχιμη παρέμβαση -καθόλου ακαδημαϊκή. Με επιμονή στην ανάγκη της ποιοτικής τομής, του άλματος της επανάστασης που, χωρίς να ταυτίζεται με την τακτική, καθοδηγεί τον αντικαπιταλιστικό αγώνα.
Στη βάση αυτή διατυπώνει την πολιτική του πρόταση για το Αντικαπιταλιστικό αντιιμπεριαλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο που αποτελεί ουσιαστική συμβολή στις διεργασίες της αριστεράς.
Συμβάλλει, κυρίως, σε μια ανατρεπτική εργατική απάντηση στην κρίση.
Η κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή στη χώρα μας οφείλεται στην πιο βίαιη και βαθιά αναδιάρθρωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού μετά από τον πόλεμο που προωθείται από τη συμμαχία της αστικής τάξης με την ΕΕ. Πρόκειται για στρατηγικού χαρακτήρα επίθεση του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών  του στον κόσμο της εργασίας για την αντιμετώπιση της ιστορικού χαρακτήρα κρίσης του συστήματος.
Η πάλη για την επιβίωση, για τα δικαιώματα του λαού, των εργαζομένων, της νεολαίας,
Δεν μπορεί να περιμένει:
- την αντιδιαλεκτική- δογματική αντίληψη που παραπέμπει κάθε ρήξη με την ΕΕ, κάθε στόχο ανατροπής της αστικής πολιτικής στη “λαϊκή εξουσία’.
- ούτε βέβαια την αναζήτηση «ευρωπαϊκής λύσης» για το χρέος, την ανάπτυξη κλπ που θα προωθήσει με διαπραγμάτευση μια κυβέρνηση διαχείρισης της σημερινής άθλιας κατάστασης.
Αποκτά βαθύτερο, ανατρεπτικό πολιτικό χαρακτήρα η μάχη για τα εργατικά αιτήματα για αυξήσεις στους μισθούς, απαγόρευση των απολύσεων και προστασία των ανέργων, διαγραφή στα χρέη ανέργων και φτωχών, για το μπλοκάρισμα του μνημονιακού εφιάλτη και την ανατροπή της άθλιας συγκυβέρνησης και της πολιτικής της,
Ο αγώνας ζωής συνδέεται στενά με την ανατροπή της αντιλαϊκής επίθεσης του κεφαλαίου και την επιβολή μιας μεγάλης πολιτικής στροφής υπέρ των εργαζομένων και των συμφερόντων τους.
Αυτή η στροφή μπορεί να πραγματοποιηθεί έξω από τη φυλακή του κέρδους, του χρέους και της ΕΕ, με αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης.
Στις σημερινές συνθήκες, κατά τη γνώμη μου, ο πόλεμος θέσεων είναι ανάγκη να συνδυάζεται με κινήσεις επίθεσης και ανατροπής.
Με βασικούς στόχους πάλης:
-την αποδέσμευση από την ΕΕ και τη διαγραφή του χρέους
-να πληρώσει την κρίση το κεφάλαιο με πλούτο, ιδιοκτησία και δύναμη
-για δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες και πραγματική δημοκρατία ενάντια στο σύγχρονο απολυταρχικό καθεστώς ελληνικής ολιγαρχίας και ιμπεριαλισμού. Για λαϊκή κυριαρχία, ακηδεμόνευτη και ανεξάρτητη πορεία του τόπου ενάντια σε κάθε ξένη παρέμβαση, εποπτεία, επέμβαση και καταπίεση από ΕΕ, ΔΝΤ και ΝΑΤΟ.
Ο ρόλος της αριστεράς δεν είναι να αναλάβει, με ανάθεση, την ανατροπή. Η συζήτηση και προώθηση του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού μετώπου, η συμβολή στην οικοδόμηση σύγχρονου επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος δεν είναι αυτοσκοπός για την τακτοποίηση των προβλημάτων της αριστεράς.
Στόχος είναι να συγκροτηθεί η δύναμη της ανατροπής: Το πολιτικά ανατρεπτικό, ανώτερα οργανωμένο, ταξικά ανασυγκροτημένο μαζικό εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα, με τα ανεξάρτητα όργανα αγώνα κι επιβολής της λαϊκής – εργατικής θέλησης.
Για τον αναγκαίο, για την ίδια τη ζωή μας, πανεργατικό – παλλαϊκό ξεσηκωμό και τη συνειδητή εξέγερση ανατροπής, προτείνουμε σε όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς για κοινή δράση στο πλαίσιο ενός αγωνιστικού μετώπου ρήξης κι ανατροπής.
Οι αλλαγές, οι ανατροπές και οι επαναστάσεις, το γνωρίζουμε από την ιστορία και τη θεωρία, πραγματοποιούνται από τις εργατικές λαϊκές μάζες.  Οι μεγάλες αναγκαίες τομές δεν γίνονται από κυβερνήσεις εντός της ΕΕ και του συστήματος, αλλά από μεγάλα κινήματα, στηριγμένα στα δικά τους δημοκρατικά όργανα, που διεκδικούν όχι τη διαχείριση αλλά την ανατροπή, όχι μέρος της εξουσίας (κυβέρνηση) αλλά όλη την εξουσία και τον πλούτο για τους εργαζόμενους. Για την εξυπηρέτηση αυτής της πολιτικής αποκτά περιεχόμενο η παρέμβαση και στους αστικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς και όχι το αντίστροφο.
Η ιστορική δυνατότητα είναι πραγματική, περισσότερο από ποτέ. Οι σύγχρονες κοινωνικές, παραγωγικές, διεθνιστικές δυνατότητες της εργατικής τάξης είναι τεράστιες, όπως και ο παραγόμενος πλούτος που μπορεί και πρέπει να απαλλοτριωθεί. Μια τομή αντικαπιταλιστικής ανατροπής στην Ελλάδα, θα προκαλέσει παλιρροιακά κύματα σε όλη τη νότια Ευρώπη και όχι μόνο, ανοίγοντας περιθώρια κοινής διεθνιστικής πάλης και συνεργασίας των λαών.
Το ζητούμενο είναι η συνειδητοποίηση αυτής της δυνατότητας από τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της εργασίας.
Η κρίση προκαλεί ήδη ανατροπές στο πολιτικό σύστημα, έχει βάλει σε δοκιμασία και την αριστερά. σε όλες τις εκδοχές της.
Η αριστερά ποτέ δεν ήταν ενιαία. Μέσα στην αριστερά υπάρχουν πάντα αντιπαραθέσεις και διαμάχες επαναστατικών και ρεφορμιστικών απόψεων. Είναι έκφραση της ταξικής πάλης, αποτέλεσμα της σύγκρουσης των τάξεων. Και αυτές οι επαναστατικές και ρεφορμιστικές τάσεις,  δεν υποστηρίζω ότι είναι στεγανά οριοθετημένες ανάλογα με τα κόμματα. Διατρέχουν και διαπερνούν οριζόντια, στη διαλεκτική σχέση αντιπαράθεσης και ενότητας και με διαφορετικούς τρόπους βέβαια, όλες τις δυνάμεις της αριστεράς.
Επιδίωξη μας: Να αλλάξει το τοπίο -ο συσχετισμός στο χώρο της αριστεράς υπέρ των πρώτων. Για αυτή την ανάγκη ενδιαφέρονται και συζητούν όλο και περισσότεροι πρωτοπόροι αγωνιστές και αριστεροί από όλο το φάσμα.
Απαιτείται συγκρότηση και οργάνωση ταξικής, αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής, κομμουνιστικής πρωτοπορίας σε όλα τα επίπεδα.
Ένα ισχυρό αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο και ένας πόλος της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστερά, με την αυτοτέλεια και την ενωτική του πολιτική, αποτελεί όπλο για να συνεχίσει ο αγώνας για την ανατροπή συνολικά της επίθεσης, για να ανοίξει ο δρόμος για βαθύτερες επαναστατικές αλλαγές, για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού.
Απαιτούνται αποφασιστικά βήματα σχεδιασμού και οικοδόμησης σύγχρονου φορέα-  ΚΟΜΜΑΤΟΣ για τον κομμουνισμό της εποχής μας. Απαραίτητος και αποφασιστικός όρος:
Για να ενώνεται σε ανώτερο επίπεδο και να αποκτά ανατρεπτικό πολιτικό ρόλο το κίνημα.  
Για να αναπτύσσεται στρατηγικά και να πλαταίνει κοινωνικά και πολιτικά το αντικαπιταλιστικό μέτωπο
Είναι πράγματι ιστορική στιγμή. Η ιστορική εμπειρία του αριστερού κινήματος του τόπου μας είναι συγκλονιστική και πλούσια.
Η αστική τάξη και οι ιμπεριαλιστές σύμμαχοι της κινδύνευσαν να χάσουν τρεις τουλάχιστον φορές την εξουσία τους και έχουν βγάλει συμπεράσματα. Και αυτά τα αξιοποιούν και είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα με τους συμμάχους τους για να τσακίσουν οποιαδήποτε άνοιξη και ελπίδα. Χρειάζεται να προετοιμάζουμε το λαό, δεν μπορεί να υπάρχουν και να καλλιεργούνται αυταπάτες για εύκολες διαδρομές και ομαλές εξελίξεις για το κίνημα και την αριστερά.
Το αριστερό κίνημα, με τη διπλή επανάσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ,  έφτασε στο επίπεδο της δημιουργίας κυβέρνησης και θεσμών δυαδικής εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα, με στήριγμα το ένοπλο τμήμα του λαϊκού κινήματος. Η κατάρρευση και η ήττα ήρθε διότι δεν είχε στρατηγική κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, όχι απλά απο το κόμμα αλλά ως επαναστατικό κίνημα. Κάτι ανάλογο επαναλήφθηκε και το 1965 στα Ιουλιανά και το 73 στο Πολυτεχνείο.
Αντίθετα η αριστερά τρεις φορές μπήκε στον πειρασμό και συμμετείχε σε αστικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα ήττες και διασπάσεις.
Θα ήθελα λοιπόν να κλείσω λέγοντας, ότι κοντά στον Τσε Γκεβάρα, εμείς πρέπει να τιμήσουμε στο πρόσωπο του Άρη του Βελουχιώτη και το ρεύμα εκείνο που, αδύνατο και μειοψηφικό τότε αλλά συγκλονιστικό, διεκδικούσε όλη την εξουσία για το επαναστατικό κίνημα. Το ρεύμα εκείνο που είναι ανάγκη σήμερα να γίνει ηγεμονικό, να φέρει στο προσκήνιο τις τάσεις ανατροπής απέναντι στο δογματισμό και τη διαχείριση, αναδεικνύοντας τις τάσεις χειραφέτησης απέναντι στην υποταγή.

*Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Ρούση ''ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ''


Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Ξεπουλάνε κερδοφόρες επιχειρήσεις του δημοσίου

Μία απόφαση σκάνδαλο δημοσιεύει σήμερα το www.koutipandoras.gr, η οποία αφορά το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, στα πλαίσια των επιταγών των ξένων δανειστών.
Λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές της 6ης Μαϊου και ενώ η χώρα βρίσκεται επίσημα σε προεκλογικά περίοδο, η κυβέρνηση αποφασίζει να μεταβιβάσει στο «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.», το σύνολο σχεδόν των ασημικών του δημοσίου. Η απόφαση δημοσιεύεται στο ΦΕΚ τις 26ης Απριλίου 2012 (τεύχος Β΄ υπ. Αριθμ. 1363) και φέρει τις υπογραφές πέντε υπουργών. Φίλιππος Σαχινίδης, Άννα Διαμαντοπούλου, Μάκης Βορίδης, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Γιώργος Κουτρουμάνης και Παύλος Γερουλάνος συναινούν στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας κατ’ επιταγή των ξένων δανειστών.
Συγκεκριμένα, στο Ταμείο Αξιοποίησης Δημόσιας Περιουσίας (ΤΑΙΠΕΔ) μεταβιβάζονται οι εξής φορείς του δημοσίου:
«Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε» το 51%
«Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης Α.Ε.» το 51%
«Δημόσια Επιχείρηση Αερίου Α.Ε.» το 65%
«Εταιρία Υδρεύσεως Αποχετεύσεως Πρωτευούσης Α.Ε» το 34%
«Εταιρία Υδρεύσεως Αποχετεύσεως Θεσσαλονίκης Α.Ε.» το 34%
«Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος Α.Ε.» το 13,697%
«Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων Α.Ε.» το 81%
«Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε.» το 25%
«Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.» το 17%
«Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.» το 34%
«Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.» το 92%
«Ελληνικό Α.Ε.» το 100%
«Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Ανώνυμος Εταιρία Λάρκο Α.Ε.» το 55%

Κερδοφόρες εταιρείες

Το σκανδαλώδες της όλης ιστορίας δεν έγκειται στο αυτό καθαυτό ξεπούλημα των οργανισμών, αλλά περιλαμβάνει δύο σκέλη. Το πρώτο, αφορά το γεγονός ότι πολλοί από τους φορείς που οδηγούνται προς πώληση κάθε άλλο παρά ζημιογόνοι είναι.
Για παράδειγμα ο ΟΛΠ διαθέτει κέρδη προ φόρων εισοδήματος 11.233.595 ευρώ, ενώ ο ΟΛΘ 10.618,659 €. Αντίστοιχα η ΔΕΠΑ παρουσίασε για το 2010 καθαρά κέρδη 90.800.000 ευρώ και η ΕΥΔΑΠ κέρδη προ φόρων εισοδήματος 24.311.000 ευρώ.
Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν κόλαφο για τις ακολουθούμενες πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων, οι οποίες λειτούργησαν ωσάν να πρόκειται για υπηρεσιακές κυβερνήσεις διορισμένες από τους ξένους δανειστές. Η επίσημη δικαιολογία περί ελλειμματικών φορέων του δημοσίου φαντάζει αστεία και αντιφατική συνάμα. Το πολιτικό σύστημα που δημιούργησε, και γιγάντωσε τα όποια ελλείμματα στους κρατικούς φορείς, μέσω της κακοδιαχείρισης των κομματικών τους εγκάθετων, τώρα μιλούν εκ των υστέρων για πώληση. Ωσάν να μην έχουν το παραμικρό μερίδιο ευθύνης.
Επιπλέον, η πώληση «ασημικών» του δημοσίου τη δεδομένη χρονική στιγμή κάθε άλλο παρά ωφέλιμη είναι για τη χώρα. Η διεθνής συγκυρία και το οικονομικό κλίμα στο εσωτερικό της ευρωζώνης μόνο ευνοϊκό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί για αποκρατικοποιήσεις. Η χρηματιστηριακή τους αξία βρίσκεται στο ναδίρ, με αποτέλεσμα να πουληθούν στους επίδοξους επενδυτές για ένα κομμάτι ψωμί. Τα έσοδα του ελληνικού δημοσίου θα ήταν πολλαπλάσια, εάν τα ίδια «φιλέτα» έβγαιναν στο σφυρί σε κάποια άλλη χρονική στιγμή, που το κλίμα θα ήταν πιο ευνοϊκό. Το χειρότερο όμως, όλων είναι ότι η χώρα μας στερείται σημαντικών εργαλείων ανάπτυξης για τις επόμενες δεκαετίες, σε μια μελλοντική μεταστροφή του οικονομικού κλίματος. Επιπλέον, όπως επισημαίνουν σοβαροί και έγκυροι οικονομικοί αναλυτές, πολύ δύσκολα κάποιος σοβαρός επενδυτής θα έρθει να επενδύσει στη χώρα αυτήν την περίοδο. Και όταν λένε «σοβαροί» εννοούν, με αξιόπιστο, μελετημένο και μακρόπνοο σχέδιο.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Οι ιστορικές ευθύνες της Αριστεράς και η πρόταση διεξόδου

Οι ιστορικές ευθύνες της Αριστεράς και η πρόταση διεξόδου

[Αναδημοσίευση]
Συνέντευξη Στάθη Κουβελάκη στην ΙΣΚΡΑ

Ο Στάθης Κουβελάκης, αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο King’s College του Πανεπιστήμιου του Λονδίνο και γνωστός στην Αριστερά για την αγωνιστική διαδρομή του και τις ρηξικέλευθες καινοτόμες απόψεις του, είχε την καλοσύνη να παραχωρήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα και σχεδόν εφόλης της ύλης συνέντευξη στην ΙΣΚΡΑ, η οποία νομίζουμε ότι, ανεξάρτητα από συμφωνίες ή διαφωνίες, θα συζητηθεί, θα κεντρίσει και θα προβληματίσει. Ο Στάθης Κουβελάκης είναι μέλος του Αριστερού Βήματος.
Ολόκληρη η συνέντευξη του Στάθη Κουβελάκη έχει ως εξής:
Ερ.: Όλα δείχνουν ότι το 2011 είναι μια χρονιά ιστορικό σταυροδρόμι. Θεωρείτε ότι η ΕΕ και το ευρώ μπορεί να έχει μέλλον;
Απ.: Μπορεί να ακούγεται κοινότυπο αλλά η καινούργιο χρονιά πράγματι αναμένεται καθοριστική για τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα μας και ευρύτερα στην Ευρώπη. Ο καπιταλισμός συνεχίζει να βρίσκεται στη δίνη μιας κρίσης που επιβεβαιώνει καθημερινά το ρητό του Μαρξ ότι «το όριο του κεφαλαίου είναι το ίδιο το κεφάλαιο». Η κρίση αυτή είναι λοιπόν συστημική, έχει ένα διεθνή αν και όχι ακριβώς παγκόσμιο χαρακτήρα (η Κίνα και η Ινδία, δηλαδή το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού του πλανήτη, συνεχίζουν να έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης). Σε κάθε περίπτωση πάντως η μορφή της κρίσης διαφέρει αισθητά από χώρα σε χώρα ή από περιοχή σε περιοχή του πλανήτη. Στην Ευρώπη, η κρίση δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο στην Ιρλανδία και στην Ολλανδία, στην Ελλάδα ή τη Δανία.
Αν και η ΕΕ και το ευρώ δεν είναι αιτίες της κρίσης, που είναι μια κρίση του συστήματος, παίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στην ειδική μορφή που παίρνει σ’αυτή την περιοχή του πλανήτη. Ας αρχίσουμε από την ευρωζώνη. Η ουσία είναι το κοινό νόμισμα που δημιουργήθηκε στη βάση των συμφώνων σταθερότητας λειτουργεί σε μια τριπλή και αλλολοσυμπληρούμενη κατεύθυνση:
- καταργώντας τη δυνατότητα υποτίμησης και όντας κοινό νόμισμα διαφορετικών κρατών, χωρίς τους αντισταθμιστικούς μηχανισμούς ενός ενιαίου κρατικού προϋπολογισμού, μεταθέτει όλο το βάρος του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων στο εργασιακό κόστος, δηλαδή στους μισθούς.
- στηριζόμενο σε αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, στη τιθάσευση των πληθωριστικών πιέσεων και των μισθών, το ευρώ είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του γερμανικού κεφαλαίου. Ο παράγοντας αυτός εντείνεται από τις αρχικές ισοτιμίες, που ευνοούσαν το μάρκο. Από τη στιγμή της δημιουργία του ευρώ οι γερμανικές εξαγωγές εκτινάσσονται, τα πλεονάσματα της Γερμανίας γιγαντώνονται. Αντίθετα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία), με υψηλότερο πληθωρισμό και πιο χαλαρή μισθολογική και δημοσιονομική πειθαρχία, χάνουν σε ανταγωνιστικότητα, τα ελλείματά τους στο εμπόριο και τις τρέχουσες συναλλαγές αυξάνονται ραγδαία. Οι οικονομίες τους στηρίζονται σε «φούσκες» (κυρίως στην αγορά ακινήτων, Ισπανία, στις τράπεζες: Ιρλανδία) ή στην υπερ-κατανάλωση (Ελλάδα). Φυσικά στρέφονται όλο και περισσότερο στο δανεισμό, που είναι πρώτα και κύρια ιδιωτικός.
- Και εδώ είναι βέβαια η τρίτη πτυχή του ευρώ: ως ισχυρό νόμισμα, με αποθεματικές αξιώσεις, το ευρώ είναι επίσης κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του τραπεζικού κεφαλαίου, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας. Διευκόλυνε την επέκταση και τη διεθνοποίηση των τραπεζών, και κατέβασε το κόστος του δανεισμού, καθιστώντας τον ταυτόχρονα όπως εξηγήσαμε όλο και πιο αναγκαίο.
Με δυό λόγια, το ευρώ δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα ταξικά και γεωπολιτικά συμφέροντα: ως μηχανισμός συμπίεσης των μισθών και του κοινωνικού κράτους, και προώθησης του τραπεζικού κεφαλαίου, λειτουργεί ενοποιητικά για τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων της Ευρώπης. Γι αυτό και η παραμονή στην ευρωζώνη είναι και παραμένει στρατηγική επιλογή τους. Αντίθετα, επειδή το ευρώ δημιουργεί αποκλίσεις και πόλωση εντός της ζώνης κυκλοφορίας του, πρώτα και κύρια μεταξύ Γερμανίας και χωρών της περιφέρειας (αλλά όχι μόνο, και η Γαλλία χάνει σε ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη Γερμανία), ευνοεί ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς σε βάρος άλλων, οξύνει τις αντιθέσεις και λειτουργεί εν τέλει αποσταθεροποιητικά, ειδικά σε περιόδους κρίσης του συστήματος.
Για να το πω διαφορετικά, το ευρώ όχι μόνο παίζει κεντρικό ρόλο στην ανισότητα της έντασης της κρίσης μεταξύ χωρών του κέντρου και της περιφέρειας αλλά δημιουργεί και τις προϋποθέσεις ώστε η έξοδος από αυτήν την κρίση να πραγματοποιηθεί με πολύ καλύτερους όρους για ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς (και κατ’αρχήν για το γερμανικό) και πολύ οδυνηρότερους για άλλους (για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και σε λίγο τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας). Εννοείται πως αυτός είναι και ο πρωταρχικός στόχος του Μνημονίου: να διασωθούν οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος των χρεωγράφων του ελληνικού δημοσίου, με αντίτιμο την λατινοαμερικανοποίση της Ελλάδας.
Ερ.:  Η Ελλάδα εντός της ΟΝΕ μπορεί να ανταπεξέλθει στην κρίση και -πολύ περισσότερο- να ανοίξει νέους προοδευτικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους;
Απ.: Σ’αυτό το σημείο μπορώ να είμαι πιο σύντομος: με βάση την προηγούμενη ανάλυση, η απάντηση είναι ένα σαφέστατο όχι. Και, σε αντίθεση με όσα λέγονται από όσους θέλουν να δημιουργούν σύγχηση μέσα στην Αριστερά, αυτή η θέση δεν έχει καμμιά σχέση με τον εθνικισμό ή με την εθνική αναδίπλωση. Από μια ταξική σκοπιά, η έξοδος από το ευρώ είναι αναγκαία για το σύνολο των εργαζομένων της χωρών της ευρωζώνης. Αλλά το θέμα τίθεται πιεστικά, ως υπαρκτό πολιτικό αίτημα, στους «αδύναμους κρίκους», εκεί που οι αντιθέσεις του συστήματος εκδηλώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο, δηλαδή στην περιφέρεια, αρχίζοντας από την Ελλάδα που λειτουργεί ως πειραμοτόζωο των συνταγών κοινωνικής εξαθλίωσης και αρπαγής του πλούτου σε όφελος των ισχυρών, εντός και εκτός της χώρας μας.
Πιο συγκεκριμένα η έξοδος από το ευρώ είναι αναγκαία για να μπορέσει η Ελλάδα να προχωρήσει στις απαραίτητες μονομερείς κινήσεις που θα οδηγήσουν στην παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, ένα χρέος που είναι ούτως ή άλλως αδύνατο να αποπληρωθεί και για το οποίο ο εργαζόμενος λαός δεν φέρει καμμιά ευθύνη. Κεντρική θέση σ’αυτές τις κινήσεις, έχει η στάση πληρωμών, γιατί είναι, όπως δείχνει και η διεθνής εμπειρία, το καλύτερο, ίσως και το μοναδικό, όπλο που διαθέτουν οι οφειλέτες για να αλλάξουν προς όφελός τους το συσχετισμό δύναμης. Και η διαχείριση των άμεσων συνεπειών της στάσης πληρωμών, που δεν θα είναι ανώδυνες, απαιτεί ανάκτηση της δυνατότητας άσκησης νομισματικής σε εθνικό επίπεδο καθώς βεβαίως και την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, η επιβίωση το οποίου ούτως ή άλλως ήδη εξαρτάται από διαρκείς ενέσεις δημόσιας χρηματοδότησης, με τερράστιο βέβαιο κόστος. Αυτά τα μέτρα πρέπει βέβαια να συμπληρωθούν με άλλα, όπως ο έλεγχος των ροών κεφαλαίου, η προστασία του λαϊκού εισοδήματος από τις συνέπειες της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα και άλλα στα οποία θα επανέλθω παρακάτω.
Πρέπει να τονιστεί ότι η έξοδος από την ΟΝΕ δεν τίθεται σήμερα, από τη σκοπιά της αριστεράς και των εργαζομένων, για να πραγματοποιηθεί άμεσα ο σοσιαλισμός αλλά για να αποφευχθεί η ολοκλήρωση της ήδη συντελούμενης καταστροφής και για να εφαρμοσθούν λύσεις που, σε άλλες συγκηρίες ή ιστορικές εποχές, θα ήταν αρεστές ακόμη και σε μετριοπαθείς σοσιαλδημοκράτες. Σήμερα όμως, και από τη θέση που βρισκόμαστε, αυτές οι λύσεις ισοδυναμούν με μια μεγάλη κοινωνική μεταβολή, με ανατροπή του συσχετισμού προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Με άλλα λόγια, θέτουν το αίτημα μιας συνολικότερης αλλαγής, δηλαδή του σοσιαλισμού, με τρόπο συγκεκριμένο, ως διαδικασία επίλυσης συγκεκριμένων προβλημάτων και αντιθέσεων, και όχι ως αφηρημένα ή διακηρυκτικά.
Ερ.: Στα πλαίσια ενός τέτοιου σενάριου, ποιες είναι οι προοπτικές της Ε.Ε.; Και, πιο συγκεκριμένα, είναι δυνατή η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ εντός της ΕΕ;

Απ:Σίγουρα ένα τέτοιο ενδεχόμενο (στάσης πληρωμών και εξόδου από την ευρωζώνη), που προϋποθέτει ότι την πρωτοβουλία των κινήσεων την έχουν πλέον οι λαϊκές δυνάμεις εντός της χώρας που κινείται προς μια τέτοια κατεύθυνση, επί του προκειμένου της Ελλάδας, σημαίνει μετωπική σύγκρουση με την ΕΕ. Βέβαια ΕΕ και ευρωζώνη δεν είναι το ίδιο πράγμα, ούτε, προς το παρόν τουλάχιστον, προβλέπεται διαδικασία αποβολής μιας χώρας από την ΕΕ. Το θέμα είναι πολιτικό και όχι νομικό. Σε αντίθεση με τους «αριστερούς ευρωπαϊστές» πιστεύω πως η σύγκρουση με την ΕΕ με αυτούς τους όρους, αρχίζοντας ενδεχομένως από μια μικρή χώρα που λέει ένα μεγάλο «όχι» στις βάρβαρες συνταγές της τρόϊκας, θα δημιουργήσει μια δυναμική σε ευρωπαϊκό επίπεδο και θα λειτουργήσει προωθητικά για τους κοινωνικούς αγώνες και τις αριστερές δυνάμεις στις υπόλοιπες χώρες. Ας μην ξεχνάμε πως έστω και με άνισο τρόπο, η δημοτικότητα και αξιοπιστία της ΕΕ, του ευρώ και των υπόλοιπων πυλώνων της ονομαζόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι σήμερα στο ναδίρ, και θα ξεφτίσει ακόμη περισσότερο με το βάθαιμα της κρίσης.
Ερ:. Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα γιατί να μην προσανατολιστούμε σε μια στρατηγική αλλαγής των συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων στο εσωτερικό μιας «άλλης», πιο κοινωνικής, ΕΕ;

Απ: Πράγματι, το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι εάν η ΕΕ μπορεί να αλλάξει εκ των ένδον. Η απάντηση σ’αυτό είναι κατά τη γνώμη μου και πάλι ένα ξεκάθαρο όχι. Και αυτό για δύο λόγους.
Πρώτον γιατί για να αλλάξει, με στοιχειώδεις όρους αξιοπιστίας, ένας υπερεθνικός οργανισμός όπως η ΕΕ πρέπει να αλλάξουν με αρκετά συγχρονισμένο τρόπο οι συσχετισμοί αν όχι σε όλες τουλάχιστον στις βασικές χώρες που τον αποτελούν. Κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο απίθανο αλλά αδύνατο γιατί οι ταξικοί συσχετισμοί, και οι ίδιες οι τάξεις, συγκροτούνται και κρίνονται κατ’αρχήν σε εθνικό επίπεδο. Η διεθνής τους διάσταση είναι κρίσιμη αλλά προϋποθέτει την εθνική, που σημαίνει ότι οι ανισομέρειες στους ρυθμούς και τις μορφές της ταξικής πάλης είναι συστατικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο αυτή η πάλη αναπτύσσεται σε διεθνές επίπεδο. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η ταξική σύγκρουση τείνει να πάρει εκρηκτική μορφή στους «αδύναμους κρίκους» ενός τέτοιου υπερεθνικού μορφώματος, όχι μόνο λόγω της εγγενούς «αδυναμίας» τους αλλά και γιατι οι κυρίαρχες τάξεις των «ισχυρών» κρίκων έχουν μεγαλύτερα περιθώρια διαχείρισης των εσωτερικών τους αντιθέσεων. Περιθώρια που θα χάσουν βέβαια αν κλονιστεί η ηγεμονική διεθνής θέση τους. Με δυό λόγια, όχι μόνο δε μπορούν οι Ελληνες εργαζόμενοι να περιμένουν να αλλάξουν οι συσχετισμοί στη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρεταννία για να αντιδράσουν αλλά η καλύτερη υπηρεσία που έχουν να προσφέρουν στο εργαζόμενους αυτών των χωρών (και των υπολοίπων) είναι να δώσουν το καλό παράδειγμα, και να κλονίσουν συθέμελα το σάπιο οικοδόμημα που δίνει μια επίφαση νομιμοποίησης στις πιο αντιδραστικές πολιτικές των ευρωπαϊκών κυρίαρχων τάξεων.
Υπάρχει όπως και ένας δεύτερος λόγος που καθιστά παραπλανητική την ιδέα της αλλαγής από τα μέσα της ΕΕ. Σηκώνει ήδη πολύ συζήτηση κατά πόσο ένα εθνικό κράτος, που διαθέτει αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, αναφέρεται στη λαϊκή κυριαρχία, κατωχυρώνει κάποια στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στους πολίτες του, είναι μεταρρυθμήσιμο. Ο επαναστατικός μαρξισμός λέει πως όχι και τούτο γιατί η εξουσία της άρχουσας τάξης δεν εδράζεται πρώτα και κύρια στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, όπου οι συσχετισμοί μπορούν να ανατραπούν, αλλά σε αδιαφανείς μηχανισμούς, δηλαδή στο σκληρό πυρήνα του κράτους (κεντρική διοίκηση και κατασταλτικοί), που βρίσκεται εκτός λαϊκού ελέγχου και που θα αντιδράσει με κάθε τρόπο σε μια απόπειρα κοινωνικής ανατροπής.
Ας αφήσουμε προς το παρόν ανοιχτή αυτή τη συζήτηση. Το μόνο βέβαιο είναι όμως ότι ένας σχηματισμός όπως η ΕΕ δε διαθέτει απολύτως καμμιά από τις περιορισμένες έστω δυνατότητες μεταρρύθμισης και εκδημοκρατισμού του εθνικού κράτους. Είναι ένα υπερεθνικό μόρφωμα-υβρίδιο, ούτε υπερκράτος ούτε απλή διακρατική ένωση, που έχει ως βασικό λόγο ύπαρξης το κλείδωμα των στρατηγικών επιλογών των κυριάρχων τάξεων ενός τμήματος της Ευρώπης (γιατί «Ευρώπη» είναι βέβαια και η Ρωσσία, η Νορβηγία και η Ουκρανία), τη νομιμοποίησή τους και την προφύλαξή τους από κάθε μορφή λαϊκού ελέγχου, καταργώντας τα όποια εμπόδια θέτει σε ένα τέτοιο εγχείρημα το εθνικό πλαίσιο και οι διαμεσολαβήσεις του (κοινοβούλια, κόμματα, κοινωνικές οργανώσεις). Γι αυτό και όπως τόνισε πρόσφατα κάποιος που δεν συμφωνεί με την πρόταση για έξοδο από το ευρώ, ο νομικός και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου Κώστας Δουζίνας (βλέπε συζήτηση με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, «Εποχή», 9 Ιανουαρίου 2011), «η ΕΕ δεν έχει απλώς δημοκρατικό έλλειμα αλλά πλήρη έλλειψη δημοκρατίας». Είναι εξοργιστικό π.χ. να ονομάζεται «κοινοβούλιο» ένας θεσμός όπως η «Ευρωβουλή» που δεν διαθέτει την δυνατότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας που αποτελεί την πεμπτουσία οποιουδήποτε εθνικού κοινοβουλίου, στην οποία δε λογοδοτεί κανείς και που χρησιμεύει ως όργανο συμβολικής επικύρωσης των αποφάσεων μιας ουσιαστικά ανεξέλεγκτης Κομισιόν και ευρωγραφειοκρατίας. Ολα αυτά αποτελούν γελοιοποίηση των ίδιων των αστικών ιδεών περί κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας, ιδέες για τις οποίες στο κάτω κάτω χύθηκε πολύ αίμα και που μας απήλλαξαν από τους ελέω Θεού μονάρχες.
Οι λαοί της Ευρώπης σίγουρα αξίζουν κάτι καλύτερο από τη σημερινή ΕΕ. Αλλά για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα αυτή η «άλλη Ευρώπη» προϋπόθεση είναι η ρήξη με τη σημερινή ΕΕ, με προοπτική την διάλυσή της και την αντικατάστασή της από ένα ριζικά διαφορετικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα με σοσιαλιστική κατεύθυνση. Ουαί κι αλλοίμονο για την αριστερά αν φθάσει να συγχέει τη νομιμοφροσύνη απέναντι στους θεσμούς αυτού του αντιδημοκρατικού και νεοφιλελεύθερου εξαμβλώματος με τις ιδέες και την πρακτική του διεθνισμού και της κοινής πάλης των λαών ενάντια στους δυνάστες τους.
Ερ.: Θεωρείτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναζωογονηθεί ή ως ένα ενωτικό εγχείρημα είναι οριστικά παρελθόν με κάποιες καλές αναμνήσεις;

Απ.: Ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα: ο ΣΥΡΙΖΑ πνέει τα λοίσθια, είναι όχι μόνο ανίκανος να παράγει την οποιαδήποτε πολιτική πρόταση και παρέμβαση, σ’αυτές τις τόσο κρίσιμες συνθήκες για τη χώρα, αλλά ακόμη και να διατηρήσει τη συνοχή των επιμέρους συνιστωσών του, που εμφανίζονται βαθειά διαιρεμένες και προσφέρουν παρόμοια εικόνα αμηχανίας και παράλυσης. Συν τοις αλλοις, έχουν εμφανιστεί καινούργια και, ας μη κρυβόμαστε πίσω από τα δάχτυλό μας, ανταγωνιστικά με το ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά σχέδια, είτε αυτά λέγονται Μέτωπο Α. Α. είτε προτεραιότητα στην εκλογική συνεργασία με πασοκογενείς παράγοντες. Το ερώτημα που προκύπτει βέβαια είναι «πως φθάσαμε ως εδώ»;
Πολύ συνοπτικά θα έλεγα, παραφράζοντας αυτό που κάποτε είχε πει ο τότε γραμματέας του ιταλικού ΚΚ Ενρίκο Μπερλινγκουέρ σχετικά με την Οκτωβριανή Επανάσταση: «η προωθητική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαντληθεί». Σε τι στηριζόταν όμως αυτή η προωθητική δύναμη; Ασφαλώς στη έλξη ενός ενωτικού εγχειρήματος που συσπείρωσε δυνάμεις, μείωσε τον κατακερματισμό της πέραν του ΚΚΕ ριζοσπαστικής αριστεράς και, στη συγκυρία του 2005-2007 ειδικότερα, κατάφερε να της δώσει στοιχεία κοινωνικής γείωσης και επικοινωνίας με υπαρκτές μορφές αντίστασης. Για να γίνουν όμως όλα αυτά υπήρχαν και πολιτικά προαπαιτούμενα, εκ των οποίων το κυριότερο ήταν η σταδιακή, και κατόπιν (με την αλλαγή ηγεσίας) πιο σαφή, μετατόπιση προς τα αριστερά της βασικής δύναμης αυτής της συμμαχίας, του Συνασπισμού.
Υπήρχαν βέβαια όρια σ’αυτό το εγχείρημα και αυτά φάνηκαν όταν η συγκυρία άρχισε να αλλάζει και να θέτει νέα προβλήματα. Τέθηκε βέβαια το οργανωτικό ζήτημα, κάτι αναπόφευκτο σε ένα πλουραλιστικό εγχείρημα: και διαπιστώσαμε ότι δε βρέθηκε ικανοποιητική λύση στο θέμα της δημοκρατικής και συμμετοχικής εμβάθυνσης του σχήματος, στη δύσκολη διαλεκτική της «από τα πάνω» και «από τα κάτω» συγκρότησής του που τέθηκε πιεστικά μετά τις εκλογές του 2007 και την πρώτη πανελλαδική συνδιάσκεψη. Τότε αρχίσε να φαίνεται ότι η συγκολλητική ουσία του εγχειρήματος σε επίπεδο πολιτικής πρότασης –χονδρικά η άρνηση του κεντροαριστερού κυβερνητισμού και η σύνδεση με τα κινήματα– ήταν ανεπαρκής, και επιπλέον παρέμενε αντικείμενο έντονης και μάλιστα αυξανόμενης αμφισβήτησης από ένα κομμάτι του Συνασπισμού. Η κοινωνική και πολιτική κρίση βάθαινε, με κύριο σύμπτωμα την εξέγερση του Δεκέμβρη, σε λίγο η νέα καπιταλιστική κρίση θα συμπεράσειρε το εύθραυστο οικοδόμημα της ευημερίας που είχε στηρίξει τις εναπομείμουσες κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να παρέμβει στην μεταπιζόμενη συγκυρία, οι εσωτερικές του διαφοροποιήσεις άρχισαν να τον απορυθμίζουν. Το τελικό χτύπημα δόθηκε με την είσοδο στην εποχή του Μνημονίου. Εκεί φάνηκαν και τα όρια της αριστερής μετατόπισης ενός χώρου που αρνείται να αναμετρηθεί με ένα από τα βασικά βαρίδια που κουβαλάει από το παρελθόν, δηλαδή τον ευρωπαϊσμό.
Αναμφίβολα, για μια ολόκληρη περίοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ απετέλεσε μια θετική συνεισφορά στην υπόθεση της ανασυγκρότησης μιας μαχόμενης και κοινωνικά γειωμένης αριστεράς στη χώρα μας. Ηταν μια σοβαρή ένδειξη ότι αρχίσαμε σταδιακά να βγαίνουμε από την φάση της ήττας και της αναδίπλωσης. Αυτό συνιστά μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον. Αλλά, και θα ήθελα να είμαι σαφής σ’αυτό, η σημερινή συγκυρία, όπου παίζεται κυριολεκτικά και άμεσα το μέλλον της χώρας και η υπόσταση αυτού του λαού, έχει άλλες απαιτήσεις αλλά και άλλες δυνατότητες. Πρέπει να γυρίσουμε σελίδα.
Ερ.:  Ποιά είναι λοιπόν η προοπτική; Η σημερινή κατάσταση «όλοι εναντίον όλων» στην Αριστερά είναι αναπόφευκτη;

Απ.: Ας πούμε κατ’αρχήν το εξής: το ΚΚΕ όχι μόνο παραμένει η βασική δύναμη της αριστεράς αλλά διευρύνει και την εκλογική επιρροή. Ας σκεφτούμε μόνο προς στιγμήν πως ήταν τους ενδοαριστερούς συσχετισμούς πριν από τρία μόλις χρόνια και πως είναι τώρα, μετά τις τελευταίες εκλογές. Σ’αυτή την εξέλιξη έχει φυσικά συμβάλλει η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, η διάχυτη κοινωνική οργή που αποκτά αντισυστημική συμπεριφορά, αλλά βαραίνει επίσης, ας μην το υποτιμάμε αυτό, και το γεγονός ότι για ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του λαού το ΚΚΕ –μαζί με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά- εμφανίζεται ιστορικά δικαιωμένο στην αντίθεση του στην ΕΕ, έστω κι αν δεν προτείνει κάτι το συγκεκριμένο και αξιόπιστο.
Αυτό που θα μπορούσε λοιπόν, υπό άλλους όρους, να είναι ένα στοιχείο ανοδικής πορείας για την Αριστερά γίνεται το κεντρικό της πρόβλημα γιατί το ΚΚΕ ακολουθεί μια γραμμή ακραίου σεκταρισμού, διαρκούς περιχαράκωσης των δυνάμεών του και καλλιέργειας κλίματος ενδοαριστερού εμφύλιου. Αυτό είναι κάτι που βαραίνει αισθητά στο συνολικό συσχετισμό δύναμης. Από διαφορετικές θέσεις θα μιλούσαμε σήμερα στον αγώνα για την ανατροπή του Μνημονίου και αυτής της άθλιας κυβέρνησης αν υπήρχε μια μίνιμουμ έστω ενότητα στη δράση των αριστερών δυνάμεων στους κοινωνικούς χώρους.
Σε καμμιά περίπτωση δεν πρέπει να σταματήσουμε να εγκαλούμε το ΚΚΕ για τις ευθύνες του έναντι του εργατικού και λαϊκού κινήματος και να καλλιεργούμε τις προϋποθέσεις για την ενότητα στη δράση και στους κοινούς αγώνες. Αλλά ο καλύτερος, και ίσως ο μοναδικός τρόπος να το επιτύχουμε είναι να προχωρήσουμε σε αυτό που το ΚΚΕ δεν είναι ούτως ή άλλως σε θέση να προσφέρει, δηλαδή μια αριστερή εναλλακτική απάντηση στη σημερινή κρίση, τόσο σε επίπεδο πρότασης όσο και σε επίπεδο πολιτικού υποκειμένου που θα της δώσει σάρκα και οστά και θα τη προωθήσει.
Ερ.:  Ποιός είναι λοιπόν ο πυρήνας αυτής της πρότασης;

Απ.: Ο πυρήνας είναι η ατζέντα που έθεσα πριν: στάση πληρωμών με στόχο την επαναδιαπραγμάτευση και παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, έξοδο από την ευρωζώνη, εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχος της ροής κεφαλαίων, προστασία του λαϊκού εισοδήματος και ανασυγκρότηση του οικονομικού ιστού της χώρας με δημόσιο έλεγχο. Πέρα από τα ευχολόγια της ευρωπαϊστικής ρητορείας, που υπεκφεύγουν διαρκώς στο θέμα του χρέους και της αντιμετώπισής του, δεν έχει εξ’αλλου διατυπωθεί και καμμιά άλλη πρόταση στην ευρύτερη αριστερά. Η ελληνική κοινωνία έχει κατά τη γνώμη να επιλέξει ανάμεσα στο Μνημόνιο (ή παραλλαγές του) και σ’αυτήν την ατζέντα, δεν βλέπω καμμιά άλλη δυνατότητα.
Η πρόταση αυτή μπορεί να λειτουργήσει σε διαφορετικά επίπεδα: μπορεί να συσπειρώσει κατ’αρχήν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, που αποδεσμεύονται σήμερα από την επιρροή του δικομματισμού και περιμένουν, έστω και θολά, κάτι από την πλευρά της αριστεράς. Εχει μια γνήσια πλειοψηφική δυναμική. Μια ένδειξη μόνο: σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις τα ποσοστά που υποστηρίζουν τη στάση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ ξεπερνούν αισθητά το 20% και αυτό χωρίς να την υποστηρίζει ως τέτοια ούτε ένα κοινοβουλευτικό κόμμα. Σκεφτείτε τι δυνατότητες υπάρχουν αν, με αυτά που μας περιμένουν, υπήρχε και πολιτική έκφραση.
Μπορεί επίσης να αποτελέσει τη βάση ενός ξεκαθαρίσματος μέσα στην αριστερά, συσπειρώνοντας όσες δυνάμεις βλέπουν σ’αυτήν την ατζέντα όχι τον τελικό ορίζοντα αλλά τον πυρήνα ενός μεταβατικού προγράμματος με στόχο το σοσιαλισμό.
Ερ.: Μιλάτε δηλαδή για ένα νέο πολιτικό φορέα;

Απ.: Θα γίνω πιο σαφής και συγκεκριμένος. Ξεκινώ από μια διαπίστωση: σ’αυτήν τη βασική ατζέντα συγκλίνουν αυτή τη στιγμή, με επιμέρους αποχρώσεις (άρα κατ’αρχήν υπερβάσιμες), μια σειρά από δυνάμεις που βρίσκονται σήμερα σε διάφορους χώρους ή σχήματα. Εχουμε βέβαια το ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως τέτοιο, και η καθαρότητα με την οποία υποστήριξε αυτή την ατζέντα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εντυπωσιακή (για τα δεδομένα αυτού του χώρου) του εκλογική του επιτυχία, σε συνδυασμό βέβαια με τη γείωσή του σε μια σειρά από κοινωνικούς χώρους και μαζικές πρακτικές. Είναι όμως και το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, που με τις θέσεις του στα θέματα της ΕΕ, του χρέους και του ευρώ κυριολεκτικά άλλαξε τους όρους της συζήτησης στο σύνολο της Αριστεράς. Πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί η θαρραλέα στάση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που, αν κρίνουμε και από τη λάσπη που δέχεται από τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, αποτελεί αγκάθι για όλη την πολιτικο-μηντιακή ελίτ. Βλέπουμε επίσης να προσεγγίζουν αυτή την ατζέντα και άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ όπως η ΚΟΕ ή το Κόκκινο. Υπάρχει επίσης η πολύ σημαντική, ίσως καθοριστικής σημασίας, εμπειρία σύγλισης στους συνδικαλιστικούς χώρους δυνάμεων που δεν ήταν συνηθισμένες να βαδίζουν μαζί, στα πλαίσια του Συντονιστικού των Πρωτοβάθμιων Σωματείων. Ας σημειώσουμε επίσης την απήχηση που είχαν οι πρωτοβουλίες του Αριστερού Βήματος, που δεν είναι βέβαια πολιτικός φορέας αλλά λειτούργησε και λειτουργεί ως εργαστήρι για τη συζήτηση μιας ριζοσπαστικής αριστερής πρότασης.
Υπάρχει λοιπόν μια βάση για να ξεκινήσει κάτι και υπάρχει η τρομακτική πίεση της συγκυρίας. Εαν δε βγει από το σημερινό της τέλμα η Αριστερά θα σαρωθεί η ίδια από την κρίση. Πιστεύω πως, παρά τα εμπόδια, που παραπέμπουν στις γνωστές, εν μέρει αναπόφευκτες, οργανωτικές αγκυλώσεις, οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για μια πολιτική πρωτοβουλία μεγάλης εμβέλειας. Μια πρωτοβουλία που θα συσπειρώσει, σε μια πρώτη φάση, τις δυνάμεις που ανέφερα προηγουμένως σε ένα ενιαίο πολιτικό μέτωπο. Μια πρωτοβουλία που μπορεί να δώσει ελπίδα και προοπτική στις δυνάμεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος που διψούν για μια αγωνιστική, προοδευτική και ρεαλιστική λύση.
Οι ευθύνες μας είναι ιστορικές, ο χρόνος λιγοστός. H στιγμή των μεγάλων αποφάσεων πλησιάζει.

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ τις ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ των ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ στην ΕΘΕΛ.

Γιατί δέν ξεσηκώνονται και οι πέτρες με τα ειδήσεις που βγαίνουν στη φόρα απο συνδικαλιστικές παρατάξεις του χώρου των μεταφορών;.Γιατί τα λαγωνικά της δημοσιογραφίας των 8 αγνοούν τέτοιες ειδήσεις;
Το γεγονός ότι στην ΕΘΕΛ δέν πληρώνουν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων απο το Μάρτιο του ΄10 φέρνει στο προσκήνιο ένα μείζον θέμα για τους εργαζόμενους,τόσο στην ΕΘΕΛ,όσο και για ολόκληρο το δημόσιο,αφού η έλλειψη χρηματοδότησης,βάζει πλέον "το δάχτυλο επι τον τύπο των ήλων".
Η στάση πληρωμών απο το δημόσιο έχει ήδη ξεκινήσει.Αφού πετσόκοψαν μισθούς-συντάξεις-δώρα-επιδόματα,θέσεις εργασίας και δικαιώματα,τώρα στη ζούλα δέν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και αρνούνται να καταβάλλουν αυτές που το κράτος(ώς εργοδότης),υποχρεούται.
Και απ'ότι φαίνεται όσες δόσεις και να εκταμιεύσουν,όσα μέτρα και να πάρουν για να εξασφαλίσουν(υποτίθεται)αυτή την εκταμίευση,τα χρήματα θα ξαναγυρίσουν απο εκεί απ'όπου (υποτίθεται ότι)ξεκίνησαν.Απο τη χρηματιστηριακή-κεφαλαιοκρατική διεθνή των τοκογλύφων.