Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Καζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Καζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Το δίδαγμα της Ιρλανδίας


Από Το Ποντίκι 18.11.2010 (απ' όπου και το σκίτσο του Π. Τσιολάκη)

Του Δημήτρη Καζάκη

οικονομολόγου - αναλυτή

Η Ιρλανδία βρίσκεται στα πρόθυρα της επίσημης πτώχευσης. Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν θα λάβει «βοήθεια» ή «στήριξη» από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αυτή τη στιγμή, ανάμεσα στα όργανα της Ε.Ε., τις ΗΠΑ, το ΔΝΤ, τον γερμανικό άξονα στην Ευρωζώνη και τις «αγορές» παίζεται μια παρτίδα πόκερ για πολύ γερά νεύρα.

Οι βασικοί παίκτες αυτής της παρτίδας αδιαφορούν για την τύχη χωρών και λαών. Το ζητούμενο είναι ποιος και με ποιους όρους θα διαχειριστεί τη χρεοκοπία των χωρών της Ευρωζώνης και έτσι θα καθορίσει την τύχη του ευρώ.

Η ιρλανδική κυβέρνηση μέχρις στιγμής εμφανίζεται να αρνείται την προσφυγή στον μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Το μόνο που φαίνεται να συζητά είναι η χρηματοδότηση από το Ταμείο για τις τράπεζές της, που ομολογουμένως είναι σε άθλια κατάσταση. Σύμφωνα με την Irish Independent (15.11), ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας Μπράιαν Λένιχαν θα υποστηρίξει στο Ecofin την ανάγκη χρηματοδότησης μόνο των τραπεζών με 50 έως 80 δισ. ευρώ, για την αποπληρωμή των οποίων θα είναι υπεύθυνες μόνο οι τράπεζες.

Έτσι η κυβέρνηση της Ιρλανδίας θέλει να αποφύγει την απευθείας χρηματοδότηση του ιρλανδικού κράτους από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό προκειμένου να γλιτώσει ένα Μνημόνιο και μια δανειακή σύμβαση τύπου Ελλάδας.

Πίσω από αυτή τη διστακτικότητα της ιρλανδικής κυβέρνησης βρίσκεται ο φόβος μήπως και «ντροπιαστεί» στη διεθνή κοινότητα, όπως ισχυρίζεται η ίδια. Αυτό που πραγματικά φοβάται είναι ότι θα χάσει κι αυτά τα μηδαμινά περιθώρια ελιγμών και ελευθερίας κινήσεων που είχε μέχρι σήμερα εντός του ευρώ. Γνωρίζει πολύ καλά ότι η υπαγωγή της Ιρλανδίας στο Ευρωπαϊκό Ταμείο θα τη μεταβάλει και επίσημα σε χώρα υπό καθεστώς κηδεμονίας σαν την Ελλάδα.

Κι αυτό ίσως πυροδοτήσει απρόσμενες αντιδράσεις από τον ιρλανδικό λαό, ο οποίος έχει δεχθεί στωικά τα πάνδεινα έως σήμερα, αλλά η κυβέρνηση τρέμει το ενδεχόμενο της μετατροπής της χώρας σε επίσημο προτεκτοράτο, κάτι που μπορεί να αποτελέσει τη θρυαλλίδα ανεξέλεγκτων κοινωνικών αντιδράσεων.

Στη σκιά του «όχι»

Το αίμα που έχει χυθεί για την εθνική ανεξαρτησία της Ιρλανδίας δεν έχει ξεχαστεί από τον ιρλανδικό λαό, όπως απέδειξε και το δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Λισσαβώνας τον Ιούνιο του 2008, όπου το 54% των Ιρλανδών είπε «όχι» στην υιοθέτησή της. Το βασικό επιχείρημα που έπεισε την πλειονότητα των Ιρλανδών να καταψηφίσουν την ευρωσυνθήκη ήταν η απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας.

«Μην έχετε καμιά αυταπάτη: αν η Συνθήκη της Λισσαβώνας επικυρωθεί, τότε το κυρίαρχο ανεξάρτητο ιρλανδικό έθνος θα πάψει να υπάρχει. Το όνειρο για το "δικαίωμα του λαού της Ιρλανδίας στην κατοχή της Ιρλανδίας και στον απρόσκοπτο έλεγχο των ιρλανδικών πεπρωμένων" ήταν αυτό που τροφοδότησε για αιώνες τους αγώνες που διεξήγαγαν οι Θίοντορ Γουλφ Τόουν, Ρόμπερτ Έμετ, Πάτρικ Πιρς και Τζέιμς Κόνολι. Η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας που συνεπάγεται η Συνθήκη της Λισσαβώνας δεν σημαίνει παρά την αποκήρυξη αυτών των αγώνων ανά τους αιώνες», έγραφε στους Irish Times (22.9.2009) ένας από τους πρωτεργάτες του «όχι» στο δημοψήφισμα της Ιρλανδίας.

Φυσικά η Συνθήκη της Λισσαβώνας επιβλήθηκε παρά και ενάντια στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Άλλωστε μετά το ιρλανδικό δημοψήφισμα οι προύχοντες και οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών θεώρησαν ότι ακόμη και η τυπική προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία αποτελεί πρόβλημα και έτσι αρνήθηκαν να ξαναγίνουν δημοψηφίσματα στις χώρες - μέλη.

Οι λαοί δεν πρέπει να έχουν κανέναν λόγο, μόνο οι κυβερνήσεις τους, που ξέρουν πώς να εξαγοράζονται, να πιέζονται, να εκπορνεύονται και γενικά να υποτάσσονται πάντα σε συμφέροντα ανώτερα από εκείνα του απλού κόσμου. Αυτές είναι οι «δημοκρατικές» αξίες της άδολης και άσπιλης Ε.Ε. που επιβάλλει σήμερα καθεστώτα κατοχής για να προφυλάξει τις τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και τις αγορές από τους «διεφθαρμένους» λαούς της Ευρωζώνης.

Σήμερα, ύστερα από σχεδόν δυο χρόνια άγριας και αιματηρής λιτότητας υπέρ του ευρώ και στα πλαίσια της Συνθήκης της Λισσαβώνας, το «όχι» αυτό συγκεντρώνει πολύ πάνω από το 70% των Ιρλανδών. Αυτό σκέφτεται η κυβέρνηση της Ιρλανδίας και τρέμει στην ιδέα επιβολής καθεστώτος ανάλογου με αυτό της Ελλάδας.

Με συναίνεση των δυο μεγαλύτερων κομμάτων Fianna Fáil και Fine Gael εφαρμόζεται στην Ιρλανδία ήδη από τις αρχές του 2009 ένα από τα χειρότερα προγράμματα λιτότητας που έχει εφαρμοστεί στην Ευρωζώνη, το οποίο εύστοχα από ορισμένους Ιρλανδούς δημοσιολόγους συγκρίνεται με τη Μεγάλη Πείνα που σάρωσε την Ιρλανδία στις αρχές του 19ου αιώνα με πάνω από 1 εκατομμύριο θύματα.

«Τότε οι αποικιοκράτες αφέντες της Ιρλανδίας αναδιάρθρωσαν μαζικά την εθνική οικονομία μετατρέποντας ουσιαστικά την ιρλανδική εξοχή σε ένα μεγάλο βοσκοτόπι, όπου ένα ζωικό κεφάλαιο για εξαγωγή μπορούσε να βοσκήσει. Τώρα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν εγκατασταθεί στην Πλατεία Μέριον (σ.σ.: εκεί βρίσκεται το κυβερνητικό μέγαρο) για να επιβλέπουν τις περικοπές στην ιρλανδική οικονομία αξίας 15 δισ. ευρώ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια...

Ευφυώς η ιρλανδική κυβέρνηση προβλέπει ότι μια τέτοια κοινωνία, με κομμάτια από τα πόδια και τα χέρια της ακρωτηριασμένα, δεν θα χρειάζεται τον ίδιο πληθυσμό. Γι' αυτό άφησε να εννοηθεί ότι 40.000 θα χρειαστεί να μεταναστεύσουν ώστε να διατηρηθεί το επίπεδο της ανεργίας στο σημερινό επίπεδο του 13,8%» (Presseurop, 15.11).

Το βασικό επιχείρημα με το οποίο ο δικομματισμός «έπεισε» τον ιρλανδικό λαό να υπομείνει μέχρι σήμερα αυτό το πρόγραμμα λιτότητας ήταν η διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας.

Με την αμέριστη βοήθεια μιας από τις πιο ξεπουλημένες κεντρικές ηγεσίες συνδικάτων στην Ε.Ε., η οποία τείνει να είναι χειρότερη – αν είναι δυνατόν! – ακόμη και από τη διοίκηση της δικής μας ΓΣΕΕ, οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας διατυμπάνιζαν ότι οι εργαζόμενοι και ο λαός της χώρας έπρεπε να ματώσουν γιατί διαφορετικά θα έπαιρναν την κατάσταση στα χέρια τους το ΔΝΤ και η Κομισιόν, με αποτέλεσμα να χαθεί η εθνική κυριαρχία.

Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη ομιλία της Μέρι Ο'Ρουρκ, ιστορικού ηγετικού στελέχους του κυβερνώντος κόμματος Fianna Fáil, στη Λέσχη 1916-1922, με αφορμή τους αγώνες των Ιρλανδών για την εθνική ανεξαρτησία τους:

«Για μια ακόμη φορά το Fine Gael και το Fianna Fáil έχουν πολλά που τα ενώνουν. Και τα δυο έχουν πολύ κοντινές θέσεις σχετικά με το πώς μπορούμε με τον καλύτερο τρόπο να αντιμετωπίσουμε τη χρηματοπιστωτική κρίση στην οποία βρεθήκαμε. Το Fine Gael συμφωνεί με την κυβέρνηση του Fianna Fáil σχετικά με το μέγεθος και το εύρος των περικοπών που χρειάζονται.

Αυτή την εβδομάδα ο Ευρωπαίος επίτροπος Όλι Ρεν τόνισε τη σημασία της πολιτικής συναίνεσης πάνω στον προϋπολογισμό. Κάθε μας κίνηση βρίσκεται υπό ενδελεχή εξέταση από τις διεθνείς αγορές χρήματος, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ... Για μια ακόμη φορά η εθνική μας κυριαρχία βρίσκεται σε κίνδυνο. Αν δεν αντιμετωπίσουμε εμείς οι ίδιοι τα δικά μας οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα, οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ θα έρθουν να το κάνουν για μας» (Irish Times, 13.11).

Αναμενόμενη κατάρρευση

Στην Ιρλανδία χρησιμοποιείται το επιχείρημα της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας για να μην τεθεί η χώρα υπό το καθεστώς κηδεμονίας της τρόικας, ενώ στην Ελλάδα χρησιμοποιείται το ίδιο επιχείρημα από τους κυβερνώντες για να υποστεί η χώρα και ο λαός της το καθεστώς αυτό. Είναι μια διαφορά που λέει πολλά για τη σημερινή κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου, αλλά και για όλους όσοι έχουν ταχθεί υπέρ του μνημονίου.

Ωστόσο η κατάρρευση της οικονομίας της Ιρλανδίας ήταν κάτι περισσότερο από αναμενόμενο. Κι αυτό γιατί στηρίχθηκε στη λογική της προσέλκυσης κεφαλαίων από το εξωτερικό, πάνω στην οποία στήριξε ολόκληρη την ανάπτυξή της, σε βάρος των εσωτερικών αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας της. Οικονομίες σαν κι αυτήν δεν είναι παρά διάττοντες αστέρες στο παγκόσμιο στερέωμα των αγορών. Ανατέλλουν και δύουν το ίδιο απότομα στην πρώτη ιδιοτροπία ή σύσπαση της διεθνούς αγοράς κεφαλαίων.

Τη δεκαετία πριν από την παγκόσμια κρίση η Ιρλανδία ήταν το «οικονομικό θαύμα» που χαρακτηρίστηκε Κέλτικη Τίγρης. Οι ρυθμοί ανόδου και οι πολιτικές της Ιρλανδίας αποτελούσαν παράδειγμα για όλους. Η χώρα προκειμένου να προσελκύσει ξένες επενδύσεις μείωσε τους συντελεστές φορολογίας των πολυεθνικών γύρω στο 12%, ενώ παραχώρησε φορολογική ασυλία στα επαναπατριζόμενα κέρδη και στα αποθεματικά που υποτίθεται ότι προορίζονταν για επιχειρηματική έρευνα και ανάπτυξη.

Ταυτόχρονα ελαστικοποίησε και απελευθέρωσε πλήρως τις εργασιακές σχέσεις, καθήλωσε τους μισθούς και τροφοδότησε αφειδώς μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και των τραπεζών της με φθηνό χρήμα τις πολυεθνικές που ήθελαν να φτιάξουν εργοστάσια στην Ιρλανδία.

Το αποτέλεσμα ήταν όντως να προσελκύσει τις περισσότερες ξένες επενδύσεις, κυρίως από τις ΗΠΑ, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωζώνης. Υπήρξε ο αγαπημένος προορισμός κυρίως των αμερικάνικων πολυεθνικών για φορολογική ασυλία. Όλα αυτά βέβαια είχαν το τίμημά τους. Η μαζική ανεργία ποτέ δεν τιθασεύτηκε, η φτώχεια έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ ο εξαγωγικός προσανατολισμός της οικονομίας στη βάση των ξένων επενδύσεων αποδυνάμωσε εντελώς την εσωτερική αγορά και ζήτηση της οικονομίας.

Ταυτόχρονα ενθαρρύνθηκε η τραπεζική κερδοσκοπία, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι πολυεθνικές και να αντληθούν κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές. Έτσι η Ιρλανδία έφτασε στο σημείο στις παραμονές της παγκόσμιας κρίσης να έχει τράπεζες με χρέος 10 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της χώρας.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι η Ιρλανδία ήταν η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που επλήγη καίρια από την παγκόσμια κρίση. Οι πολυεθνικές απέσυραν τα κεφάλαιά τους και ανέστειλαν τη λειτουργία τους, αφήνοντας πίσω τους ερείπια και μια οικονομία χωρίς την απαιτούμενη εσωτερική παραγωγική βάση για να αντιδράσει στην κρίση. Οι τράπεζες της Ιρλανδίας βρέθηκαν επίσης σε πλήρη αδυναμία να χρηματοδοτηθούν από τις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου και έτσι ανέλαβε το κράτος να τις χρηματοδοτεί εκδίδοντας συνεχώς νέα ομόλογα και αυξάνοντας το δημόσιο χρέος του.

Τέλος, η ανάγκη υποστήριξης του ευρώ καταδίκασε την Ιρλανδία σε μια διαρκή λιτότητα και δραστικές περικοπές, προκειμένου να πειστούν οι αγορές ότι το ευρώ παραμένει «ισχυρό» και έτσι να συνεχίσουν να αποδέχονται κρατικά, τραπεζικά και επιχειρηματικά ομόλογα της Ευρωζώνης. Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της χρεοκοπίας της Ιρλανδίας, η οποία απειλεί σήμερα να μετεξελιχθεί σε επίσημη πτώχευση.

Από κοντά η Ισπανία

Θα αποφύγει η Ιρλανδία την επίσημη πτώχευση; Ανεξάρτητα από το αν υπαχθεί σε καθεστώς επιτήρησης και κηδεμονίας από την τρόικα, η πτώχευση είναι αναπόφευκτη. Είναι απλά θέμα χρόνου. Όχι μόνο για την Ιρλανδία, αλλά και για την Πορτογαλία, όπως φυσικά και για την Ελλάδα.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση του Bloomberg (8/11) στους στρατηγικούς αναλυτές της παγκόσμιας αγοράς η συντριπτική πλειοψηφία θεωρεί ότι μέσα στους επόμενους 12 με 18 μήνες θα αναγκαστεί σε πτώχευση η Ιρλανδία αμέσως μετά την Ελλάδα, ενώ η Πορτογαλία θα βρεθεί στην ίδια θέση.

Από κοντά ακολουθεί η Ισπανία, η οποία προς το παρόν επιβιώνει όχι μόνο λόγω της στήριξης των τραπεζών της από την ΕΚΤ, αλλά και από τη μετάθεση μέρους του χρέους της στις εσωτερικές της περιφέρειες. Έτσι πτώχευσε η Καταλονία και απειλούνται με πτώχευση οι άλλες περιφέρειες, προκειμένου να αποφύγει την πτώχευση η κεντρική κυβέρνηση της Ισπανίας. Ως πότε;

Την ίδια τύχη προβλέπουν οι παράγοντες της αγοράς και για την Ιταλία, ενώ πρόσφατα αξιολόγησαν τις προοπτικές της Γαλλίας σε χειρότερο επίπεδο από εκείνο της Χιλής και της Βραζιλίας, που έχουν υποστεί την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον από δυο αναδιαρθρώσεις χρέους (Bloomberg, 14/11).

Όλα αυτά δεν οφείλονται στα εσωτερικά δημοσιονομικά προβλήματα κάθε χώρας, τα οποία είναι παράγωγα της κρίσης, αλλά στην τρομακτική εξάρτησή τους από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κεντρικός τραπεζίτης της Ιρλανδίας φέρεται να είπε πρόσφατα ότι «αν και μπορεί να μην μας αρέσει, πρέπει να ανταποκρινόμαστε άμεσα σε κάθε τι που οι δανειστές αναμένουν και να τους πείθουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε μια κατάσταση όπου το χρέος δεν βρίσκεται εκτός ελέγχου» (Irish Times, 12/11).

Όσο κυριαρχεί αυτή η λογική δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία. Οι χώρες θα βυθίζονται μέσα στη χρεοκοπία τους έως ότου η επίσημη πτώχευση (ελεγχόμενη ή ανεξέλεγκτη) θα γίνει αναπόφευκτη.

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα

Γιατί όμως οι χώρες της Ευρωζώνης βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της χρεοκοπίας; Τον λόγο τον εξηγεί αρκετά καλά ο γνωστός αναλυτής Μάρσαλ Άουερμπακ:

«Ολόκληρο το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης είναι χάλια. Όλα τα μέλη της Ευρωζώνης είναι παγιδευμένα μέσα σ’ αυτό το νομισματικό τερατούργημα, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας. Η Γερμανία μπορεί να κατοικεί στη σουίτα του ρετιρέ, αλλά αυτή βρίσκεται σ’ ένα άθλιο και ετοιμόρροπο μοτέλ» (Naked Capitalism, 8/11).

Στο ίδιο πνεύμα κι ένας από τους πιο γνωστούς οικονομικούς σχολιαστές του Bloomberg, ο Μάθιου Λιν, έγραφε πρόσφατα:

«Ποιος έχει σειρά; Πρώτα η Ελλάδα βάρεσε κανόνι. Τώρα η Ιρλανδία είναι στα πρόθυρα μιας διάσωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όταν αυτό θα συμβεί, θα ακούσουμε πολλά καθησυχαστικά λόγια για το πώς η μόλυνση σταμάτησε, για το πώς η Ευρωζώνη έχει τεθεί σε πιο στέρεη βάση και το κοινό νόμισμα σώθηκε. Θα υπάρξει πολύ μεγάλη ρητορική για τη σπουδαιότητα του ευρωπαϊκού σχεδίου.

Αυστηρές καταδίκες των κερδοσκόπων θα ακουστούν σε ολόκληρη την ήπειρο. Μην πιστέψετε ούτε λέξη. Το ευρώ έχει μετατραπεί σε μηχανή χρεοκοπίας. Μόλις οι αγορές τελειώσουν με την Ιρλανδία, θα γυρίσουν απλά την προσοχή τους στην Πορτογαλία και στην Ισπανία και κατόπιν στην Ιταλία και στη Γαλλία. Υπάρχει μια διαδικασία ντόμινο σε λειτουργία και ύστερα από κάθε διάσωση, τα ρήγματα στο εσωτερικό του ευρώ όλο και διευρύνονται» (Bloomberg, 16/11).

Η «διάσωση» της Ιρλανδίας – όπως κι αν γίνει, όποια μορφή κι αν πάρει – θέτει εκ των πραγμάτων θέμα άμεσης πτώχευσης της Ελλάδας, αλλά και των άλλων χρεοκοπημένων χωρών της Ευρωζώνης. Τα γερμανογαλλικά σχέδια για τροποποίηση της ευρωσυνθήκης για να επιτρέπεται η «ελεγχόμενη πτώχευση» αυτών των χωρών είναι ακόμη στα χαρτιά.

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα. Γι' αυτό και όποιος δεν τοποθετείται απέναντι στο ενδεχόμενο της άμεσης πτώχευσης, όποιος δεν μιλά ανοιχτά και ξεκάθαρα για την ανάγκη να απαλλαγεί η χώρα από το καθεστώς χρεοκοπίας, από το τοκογλυφικό χρέος και το δόκανο του ευρώ, ώστε να γλυτώσει τα πολύ χειρότερα, τότε γίνεται εκ των πραγμάτων συνεργός. Όσες δικαιολογίες κι αν εφευρίσκει, όσες εθνικές, πατριωτικές και ταξικές φανφάρες κι αν παιανίζει.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Αναδιαπραγμάτευση ή άρνηση του χρέους; Μια κριτική της κριτικής.


του Δ. Καζάκη
15/7/2010

Η κριτική του κ. Μπινιάρη (http://ardin.gr/node/3587) είναι παντελώς άστοχη και κάθε άλλο παρά άρτια από «τεχνική» άποψη. Πρώτα και κύρια γιατί ξεκινά από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία. Για μένα η πολιτική που ακολουθείται από την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ, την κυβέρνηση και η οποία σιγοντάρεται από ποικίλους «ειδικούς» και μη, σαν τις «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς ο κ. Μπινιάρης, δεν είναι μονόδρομος όπου το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στους θεούς της αγοράς και στην ευγενική κατανόηση των αρπαχτικών της. Με εξέπληξε επίσης η άγνοια επί του θέματος που επιδεικνύει ο κ. Μπινιάρης, αν και θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα και περισσότερα. Ας είναι όμως.
Καταρχάς δυο απλές παρατηρήσεις: Πρώτο, το να απαντά κανείς ότι αν εφαρμοστεί μια πρόταση με την οποία διαφωνεί θα σημάνει την απόλυτη καταστροφή, και μάλιστα χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα, αλλά εκδήλωση δογματικής προσκόλλησης σε κάποιες δικές του «απόλυτες αλήθειες» που τις θεωρεί τόσο δεδομένες ώστε δεν κάνει καν τον κόπο να επεξεργαστεί τα επιχειρήματα την άλλης άποψης. Και θα δούμε παρακάτω πώς το κάνει αυτό ο κ. Μπινιάρης. Δεύτερο, η άγνοια δεν υπήρξε ποτέ επιχείρημα. Όταν δεν γνωρίζεις κάτι οφείλεις να το μάθεις πριν μιλήσεις και μάλιστα πριν θεωρήσεις τον εαυτό σου ικανό να ασκήσει κριτική.

Η καταγωγή της πρότασης για άρνηση του χρέους

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν γνωρίζω την παιδεία του κ. Μπινιάρη και ούτε με ενδιαφέρει να την μάθω, απλά τον πληροφορώ ότι οποιοδήποτε σοβαρό εγχειρίδιο κι αν ανοίξει σχετικό με τα ζητήματα του δημόσιου χρέους, θα διαπιστώσει ότι η πρότασή μου καταγράφεται ως τουλάχιστον μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης των υπέρογκων δημόσιων χρεών από το 19ο αιώνα έως τις ημέρες μας. Πρόκειται για την πρόταση που στα αγγλικά αποδίδεται ως repudiation of debt. Φυσικά θα μας επιτρέψει η χάρη του να προσδώσουμε στη δική μας πρόταση εκείνα τα ειδικά χαρακτηριστικά που νομίζουμε ότι προσιδιάζουν στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Ελπίζω να μας επιτρέπει να κρατήσουμε την αναγκαία ανεξαρτησία σκέψης και προβληματισμού, που για μας αποτελεί την πεμπτουσία της επιστήμης, και η οποία μας αποτρέπει να παπαγαλίζουμε ή να αναμασάμε τις συνταγές ακαδημαϊκών και άλλων «ειδικών» στους οποίους αναφέρεται.
Ο πρώτος που έθεσε το θέμα του κατά πόσο ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος οφείλει να αποπληρωθεί ή όχι, ήταν ο πατέρας της επιστημονικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, ο οποίος τόλμησε να προτείνει τη χρεωκοπία του κράτους ως την μόνη συμφέρουσα λύση. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικής θεωρίας, γνωρίζει πολύ καλά ότι την εποχή του Σμιθ η έννοια της χρεωκοπίας του κράτους δεν είχε το νόημα που έχει σήμερα, αλλά ταυτιζόταν με την έννοια της μονομερούς διαγραφής ή ακύρωσης των χρεών. Από τη δεύτερη ή τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα η πρόταση αυτή διαχωρίστηκε από την έννοια της χρεωκοπίας και καταγράφηκε στα βιβλία της δημόσιας οικονομίας ως άρνηση ή ακύρωση του χρέους.
Ένας άλλος πολύ σημαντικός οικονομολόγος, τον οποίο φαντάζομαι να έχει ακουστά ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ακύρωσης των δημόσιων χρεών ήταν ο Τζον Μέϊναρντ Κέϊνς. Το έκανε αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όταν είδε ότι η έκρηξη του δημόσιου χρέους σε όλες τις χώρες ήταν τέτοια που το έκανε αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Στη θέση αυτή προσχώρησαν πολλοί γνωστοί οικονομολόγοι της εποχής. Την επόμενη φορά που ο κ. Μπινιάρης θα σκεφτεί να επικαλεστεί σύγχρονους ακαδημαϊκούς και νομπελίστες, καλά θα κάνει να ξεφυλλίσει τον κατάλογο των οικονομολόγων εκείνης της εποχής που τάχθηκαν υπέρ της μονομερούς κατάργησης του χρέους, να μετρήσει τα μεγέθη, τα αναστήματα στην επιστήμη και έπειτα ας έρθει να μας πει ότι δεν γνωρίζει κανέναν άλλο που να έχει υποστηρίξει την πρόταση που έχουμε καταθέσει.
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε τρομακτική προσπάθεια να εξοβελιστεί η πρόταση αυτή από τα βιβλία της δημόσιας οικονομίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βλέπετε ο ρόλος των τραπεζών και μάλιστα των πολυεθνικών είχε γίνει κυρίαρχος και επιδοτούσαν σωρηδόν έδρες και τομείς στα πανεπιστήμια και τις ακαδημίες. Όσο περισσότερο οι καριέρες και τα νόμπελ εξαρτήθηκαν, ειδικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, από τις χορηγίες των χρηματαγορών, τόσο περισσότερο εξαφανίζονταν προτάσεις και απόψεις που για τους διεθνείς τραπεζίτες και χρηματιστές ήταν απολύτως αιρετικές. Μόνο πολύ προικισμένοι και έντιμοι επιστήμονες επέμειναν να μην παίρνουν το χαπάκι της αμνησίας, ή και της ανοησίας, που συνοδεύει σχεδόν πάντα τις μεγάλες χορηγίες. Έτσι στα βιβλία τους ακόμη και σήμερα θα βρει κανείς να περιγράφεται η λύση του repudiation of debt, αλλά τις περισσότερες φορές να συνδέεται με ριζικές επαναστατικές αλλαγές, σαν να ήταν μόνο η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και η κινέζικη επανάσταση του 1948 που μπόρεσαν δήθεν να προχωρήσουν σε άρνηση και ακύρωση του χρέους.

Η άρνηση του χρέους ισοδυναμεί με πάλη για τη δημοκρατία

Βέβαια, όποιος έχει έστω και στοιχειώδη επαφή με το αντικείμενο γνωρίζει ότι η πρόταση αυτή γεννήθηκε από τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα στις ΗΠΑ και τη Γαλλία, ενώ έχει υιοθετηθεί ως πολιτική από πολλούς λαούς έως σήμερα στην πάλη τους για να κατακτήσουν την κυριαρχία τους. Γιατί, ναι, η αλήθεια είναι ότι η υλοποίηση αυτής της πρότασης προϋποθέτει έναν λαό που παλεύει, αγωνίζεται για να θεμελιώσει την κυριαρχία του, να απαλλάξει τη χώρα του από τα δεσμά της υποτέλειας και της υποδούλωσης. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης πολιτική διαφορά με τον κ. Μπινιάρη. Η δημοκρατία, η οποία συνδέεται πρώτα και κύρια με την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, είναι αδύνατη όσο υπάρχουν τα δεσμά του δημόσιου χρέους και το καθεστώς υποταγής στους υπερκρατικούς μηχανισμούς των αγορών. Και, αντίθετα με τον κ. Μπινιάρη, εγώ θεωρώ ότι η δημοκρατία όχι μόνο είναι απόλυτα εφικτή, αλλά θεωρώ το λαό αυτής της χώρας ικανό να την επιβάλει παρά τις όποιες αντιξοότητες. Αυτό δεν με κάνει «πολιτικό», απλά με κάνει δημοκράτη. Τι να κάνουμε, όλοι έχουμε τις «αδυναμίες» μας. Και η δική μου βρίσκεται στο να θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά επιστημονική αντιμετώπιση του προβλήματος αν δεν ξεκινά κανείς από την ανάγκη να κατακτηθεί επιτέλους η δημοκρατία σ’ αυτή τη χώρα από τον ίδιο τον λαό. Αν αυτό θεωρείται από τον κ. Μπινιάρη και τους ομοϊδεάτες του ανήκουστο, τρελό, καταστροφικό, τότε δεν έχουν πάρα να με στήσουν στον τοίχο.
Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ’ αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου,» δεν μετατρεπόταν σε «πολιτικό» αλλά σε συνεπή οικονομικό αναλυτή που γνωρίζει ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελ. Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.
Ελπίζω να μην οδηγηθούμε στην ίδια κατάσταση και τώρα. Αν και οφείλουμε να πούμε ότι την απεργάζονται ήδη αυτή την κατάληξη τόσο οι ευρωκρατούντες και το ΔΝΤ, όσο και το εγχώριο πολιτικό σύστημα του σύγχρονου δωσιλογισμού. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ’ αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».

Ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία του χρέους;

Ας πάμε πιο κάτω. Πώς ξέρουμε πώς τα 85% των δανείων πήγαν στις τσέπες διεθνών τοκογλύφων, κοκ; Μα από τους Ισολογισμούς Χρέους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και φυσικά τα διαθέσιμα στοιχεία από τον ΟΔΔΗΧ. Αν ο κ. Μπινιάρης τα αγνοεί, αυτό δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Όσον με αφορά έχω γράψει και δημοσιεύσει πάνω από 30 σημειώματα σχετικά με το δημόσιο χρέος το τελευταίο τρίμηνο, όπου παρουσιάζω αναλυτικά τα στοιχεία αυτά. Κανείς δεν τόλμησε δημόσια να τα αμφισβητήσει, εκτός από κάποιους ελάχιστους που αποδεδειγμένα τρέφουν μαύρα μεσάνυχτα για το θέμα. Ας μου επιτρέψει ο κ. Μπινιάρης να μην τα επαναλαμβάνω κάθε φορά που γράφω ένα άρθρο.
Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου της περιόδου 2005-2010 ανήκουν κατά 43% σε επενδυτικές τράπεζες, κατά 22% σε διαχειριστές κεφαλαίων, κατά 15% σε Ασφαλιστικά Ταμεία και Εταιρείες, κατά 8% σε διαχειριστές ενεργητικού, κατά 5% σε κεντρικές τράπεζες, κατά 4% σε Hedge Funds και κατά 4% σε λοιπούς επενδυτές. Αν από τα 15% των Ασφαλιστικών Ταμείων και Εταιρειών αφαιρέσουμε τουλάχιστον το 5% που ανήκει σε ασφαλιστικές εταιρείες και προσθέσουμε το 4% των «λοιπών επενδυτών» υποθέτοντας ότι όλοι τους είναι μικροκαταθέτες, συνάγεται ένα 14%, το οποίο για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το υπόλοιπο κομμάτι που ανήκει σε τυπικούς κερδοσκόπους της διεθνούς αγοράς. Χωρίς βέβαια να έχουμε την αυταπάτη πώς οι διαχειριστές των ασφαλιστικών ταμείων και οι διάφοροι ιδιώτες καταθέτες δεν λειτούργησαν κερδοσκοπικά αγοράζοντας ελληνικά ομόλογα. Να πώς προκύπτουν τα νούμερα που αναφέρω, τα οποία δεν είναι καθόλου «τυχαία» όπως, εν τη αγνοία του, νομίζει ο κ. Μπινιάρης. Εκτός κι αν ο εν λόγω κύριος τρέφει τέτοια σύγχυση επί του θέματος ώστε να νομίζει ότι οι επενδυτικές τράπεζες, οι διαχειριστές κεφαλαίων και ενεργητικού, κλπ. δεν λειτουργούν ως κερδοσκόποι στην αγορά. Κάτι βέβαια που ούτε καν οι «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται δεν τολμούν να αρνηθούν.
Επιπλέον, έχει γίνει και πιο αναλυτικός υπολογισμός για το που πήγαν τα δάνεια αυτά – τουλάχιστον για την τελευταία δεκαετία – στο άρθρο του Θανάση Σούμπλη που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Εμπρός. Απ’ όπου πάλι προκύπτει αυτό το 15% που αναφέρεται στο άρθρο μου. Τέλος γνωρίζουμε από τα επίσημα στοιχεία ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δις ευρώ για εξυπηρέτηση δανείων. Αν σκεφτεί κανείς ότι το τρέχον χρέος ήταν στις 31/12/2009 κοντά στα 300 δις ευρώ, αυτό σημαίνει ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το έχουμε πληρώσει ήδη μιάμιση φορά. Αν αυτό δεν είναι τοκογλυφία, τότε τι είναι;

Υπάρχει άραγε διαφθορά;

Μπορεί κάποιοι να προσγειώθηκαν στον πλανήτη γη μόλις προσφάτως, αλλά όλοι όσοι κατοικοεδρεύουν σε τούτο τον τόπο τουλάχιστον από την μεταπολίτευση έως σήμερα, γνωρίζουν πολύ καλά που πήγαν τα λεφτά και το αν έγιναν έργα, ή τι σόι «έργα» έγιναν. Την εποχή της εκτίναξης του δημόσιου δανεισμού είχαμε ταυτόχρονα την ολοκληρωτική διάλυση του ήδη ασθενικού παραγωγικού ιστού της ελληνικής οικονομίας, τη διαρκή συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την μονιμοποίηση της μαζικής ανεργίας και της ανέχειας σε πολύ πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη είχαμε τα σκάνδαλα των προβληματικών, του χρηματιστηρίου, της ολυμπιάδας, των μεγάλων έργων, την κορύφωση της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς σε επίπεδα πρωτόγνωρα ακόμη και για την Ελλάδα, κοκ. Είναι λοιπόν περίεργο να υποθέσει κανείς – ακόμη κι αν δεν γνωρίζει τα στοιχεία των δανείων – ότι ο δανεισμός της χώρας χρηματοδότησε ένα άθλιο και σάπιο καθεστώς ρεμούλας και κερδοσκοπίας; Είναι περίεργο να πει κανείς ότι ο λαός και η χώρα δεν είχε καμμιά ωφέλεια από το δανεισμό αυτόν;
Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε επακριβώς που πήγαν τα δανεικά και ποιος επωφελήθηκε από αυτά; Όχι βέβαια. Πρώτα και κύρια γιατί οι συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, αλλά και οι διαδρομές των ελληνικών ομολόγων στην αγορά, δεν δημοσιοποιούνται. Το κράτος δεν δημοσιοποιεί – ως όφειλε – αναλυτικά στοιχεία, ανά σύμβαση δανείου και έκδοσης ομολόγων, για να ξέρουμε ποιος εμπλέκεται, με ποιους όρους, από ποια χέρια περνούν τα ομόλογα, που καταλήγουν, κοκ. Γι’ αυτό τον λόγο εγώ μαζί με αρκετούς άλλους, ειδικούς και μη, έχουμε διατυπώσει εδώ και καιρό τα εξής θεμελιώδη αιτήματα:
1. Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος συγκεκριμένα επωφελήθηκε από αυτές.
2. Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Και μάλιστα με αναδρομική ισχύ. Όποιος πολιτικός ή επιχειρηματίας, κόμμα ή επιχείρηση, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.
Βέβαια, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Που το ξέρουμε ότι υπήρξε λεηλασία του δημόσιου πλούτου από πολιτικούς και επιχειρηματίες; Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να θέσει στα σοβαρά ένα τέτοιο ερώτημα, δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτό το ερώτημα χρήζει και σοβαρής απάντησης.

Μπορεί μια κυβέρνηση σαν τη σημερινή να δώσει λύση;

Το μόνο πραγματικό ερώτημα που υπάρχει – τουλάχιστον για όσους έχουν αίσθηση της πραγματικότητας – είναι αν μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση μέσα από το σημερινό πολιτικό σύστημα που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τα παραπάνω αιτήματα. Μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση; Και βέβαια όχι. Όχι μόνο γιατί το σημερινό δικομματικό πολιτικό σύστημα με όλες τις εφεδρείες του στα δεξιά και τα αριστερά είναι τόσο διεφθαρμένο, διάτρητο και ανάξιο, αλλά και γιατί ένα τέτοιο άνοιγμα του κράτους στην κοινωνία μέσα από την κατάργηση όλων των στεγανών και των απορρήτων προϋποθέτει αληθινή δημοκρατία, δηλαδή λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Κι έτσι καταλήγουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: Οι διαφορετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους δεν διαχωρίζονται στη βάση των οικονομικοτεχνικών τους χαρακτηριστικών, ή ως προς την εκτίμηση των δυσκολιών, αλλά από το κατά πόσο θεωρούν εφικτή και επιθυμητή τη δημοκρατία για τον τόπο. Όποιος θεωρεί ότι δημοκρατία δεν είναι παρά ο κοινοβουλευτικός μανδύας που καλύπτει τα απόκρυφα μιας διεφθαρμένης απολυταρχίας της εκάστοτε κυβέρνησης και ενός κράτους που έχει παραδοθεί σε ντόπια και ξένα μεγάλα συμφέροντα, τότε είναι αδύνατο να καταλάβει την πρόταση για άρνηση του χρέους.
Τώρα, υπάρχουν ορισμένοι που ενώ καταπίνουν την κάμηλο, αναζητούν εναγωνίως συνενόχους σε κοινωνικά στρώματα που επωφελήθηκαν από το καθεστώς λεηλασίας της χώρας. Υπήρξαν τέτοια στρώματα; Φυσικά και υπήρξαν. Όμως πρόκειται για μια συντεταγμένη πολιτική των κυβερνήσεων ώστε να οικοδομήσουν μια κοινωνία συνενόχων. Μάθανε στον αγρότη να παίρνει την επιδότηση χωρίς να νοιάζεται για την παραγωγή του. Εθίσανε τον δημόσιο υπάλληλο στην αξία της λούφας και του λουφέ, ώστε να μην νοιάζεται για την άθλια κατάσταση της δημόσιας διοίκησης και του κράτους. Ενθαρρύνανε την επαγγελματική διανόηση να κάνει βουτηχτικές στα γνωστά κοινοτικά κονδύλια ώστε να μην ασχολείται στα σοβαρά με τη διαρκή κατάπτωση της επιστήμης, της έρευνας και της ίδιας της χώρας. Και σήμερα οι ίδιες δυνάμεις που στήσανε όλο αυτό το κόλπο, που έκαναν τα πάντα για να χάσει η κοινωνία κάθε αίσθηση αξιοπρέπειας και φιλότιμου, γυρίζουν και κατηγορούν την ίδια την κοινωνία για τη δική τους αθλιότητα και διαφθορά.
Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να ανακτήσει η κοινωνία τη χαμένη της τιμή. Κι αυτός είναι να πιστέψει στη δύναμη της, να αντιληφθεί την αξία του συλλογικού αγώνα, να ξεπεράσει τους μπαμπούλες που σκόπιμα σπέρνουν ορισμένοι στις τάξεις των λαϊκών μαζών ώστε να μην ξεσηκωθούν και ξεριζώσουν το κακό από τη ρίζα του. Όσο όμως προχωρά αυτή η αδιέξοδη κατάσταση, όσο η ίδια ή επιβίωση του λαού και της χώρας θα τίθεται επί τάπητος, όσο θα πολώνεται εξ αντικειμένου η κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου, τόσο οι λαϊκές μάζες θα ξεπερνούν την αμηχανία και το αίσθημα συνενοχής που σπέρνει καθημερινά η κυρίαρχη προπαγάνδα. Και τότε είναι σίγουρο ότι θα ζήσουμε αληθινά ηρωικές εποχές, εποχές ανάτασης και ελπίδας για ολόκληρη την κοινωνία που θα μείνουν στην ιστορία. Όποιο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ;

Κι ερχόμαστε τώρα στο κυρίως επίδικο ζήτημα. Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη; Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει; Θα έρθει η συντέλεια του κόσμου; Θα χάσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε; Θα μας λιώσουν οι κολοσσοί των αγορών; Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμη έχουμε να πάθουμε στη νοσηρή φαντασία όσων νομίζουν ότι το να τα βάλουμε με τις αγορές, την ευρωζώνη και τους ισχυρούς αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Όμως ας ηρεμίσουμε λίγο και ας σοβαρευτούμε.
Καταρχάς, από πού προκύπτει ότι με το να φύγουμε από το ευρώ και να επανέλθουμε σε εθνικό νόμισμα θα οδηγηθούμε σε απανωτές υποτιμήσεις και θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός; Επειδή μας το λένε όλοι εκείνοι που ευθύνονται σήμερα για την κατάντια της ελληνικής οικονομίας και το παπαγαλίζουν άνθρωποι σαν τον κ. Μπινιάρη; Δεν θα έπρεπε να μας το αποδείξουν αντί να το θεωρούν ως δεδομένο, ως θέσφατο; Που πήγαν οι «αυθεντίες» του κ. Μπινιάρη σ’ αυτό το ζήτημα, όταν αρκετοί απ’ αυτούς υποστηρίζουν την ανάγκη εξόδου από το ευρώ χωρίς να ισχυρίζονται ότι θα επέλθουν οι γνωστοί λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί για την Ελλάδα;
Για να καταλάβει κανείς πόσο παραμύθι είναι η επίκληση της καταστροφής της Ελλάδας λόγω εξόδου από το ευρώ, θα αναφέρουμε απλά την περίπτωση των Βρετανών οικονομικών συμβούλων του Centre for Economics and Business Research (CEBR) που κάλεσε η ίδια η κυβέρνηση πριν λίγες εβδομάδες για να τους συμβουλευτεί τι θα συμβεί αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ. Σύμφωνα με τους Times του Λονδίνου (30/5), ο επικεφαλής του CEBR, Νταγκ ΜακΓουίλλιαμς, απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το τι θα υποστεί το νέο νόμισμα της Ελλάδας μετά την έξοδο από το ευρώ: «Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%.» Αποτελεί καταστροφή μια υποτίμηση κατά 15%; Με εξαίρεση τα επίσημα και ανεπίσημα παπαγαλάκια της ΕΚΤ και της ΕΕ, που όμως δεν προσκομίζουν κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο μιας και ο σκοπός τους είναι μόνο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, δεν υπάρχει κανείς σοβαρός οικονομικός αναλυτής ανά τον κόσμο που να θεωρεί ότι θα υποστεί καταστροφή η Ελλάδα αν φύγει από το ευρώ. Αυτό που λένε είναι ότι η Ελλάδα θα περάσει μια περίοδο νομισματικής αστάθειας που άλλοι την προσδιορίζουν σε λίγους μήνες και άλλοι σε ένα με δυο χρόνια, έως ότου η συναλλαγματική αξία της νέας δραχμής θα σταθεροποιηθεί μέσα από την ανάκαμψη της οικονομίας της. Σ’ αυτό που συμφωνούν όλοι είναι ότι αυτός που πιθανόν να υποστεί την καταστροφή είναι το ίδιο το ευρώ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο νόμισμα;

Κι όλα αυτά από αναλυτές που δεν υιοθετούν τα μέτρα ή την κατεύθυνση πολιτικής που προτείνουμε για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας γνωρίζει ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δημιουργήσεις νόμισμα: Ο πρώτος είναι να το ρίξεις στις αγορές, βορά και έρμαιο των κερδοσκόπων και να περιμένεις που, πότε και πώς θα σταθεροποιηθεί η αξία του. Με ότι συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία σου. Αυτό συμβαίνει με το ευρώ, που είναι εκ φύσεως τέτοιο νόμισμα. Όμως αυτό συνέβαινε και με την παλιά δραχμή που οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ραγδαίας υποτίμησης της εθνικής οικονομίας και των εισοδημάτων από εργασία προς όφελος των ντόπιων και ξένων κερδοσκόπων.
Ο δεύτερος είναι να δημιουργήσεις ένα εθνικό νόμισμα που να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτίστως της παραγωγικής της βάσης. Αν θέλει πραγματικά κάποιος την παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτό παρά μόνο έχοντας το δικό του νόμισμα. Ούτε η οικονομική θεωρία, αλλά ούτε και η ιστορική εμπειρία έχει να επιδείξει άλλο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σχήματα παγκόσμιου χρήματος, όλες οι νομισματικές ενώσεις, όλα τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών και σταθερής νομισματικής αξίας, με πιο γνωστό εκείνο του χρυσού κανόνα, απέτυχαν παταγωδώς αφήνοντας πίσω τους ερείπια εκείνες ειδικά τις χώρες που ήταν πιο αδύναμες και εξαρτημένες από την παγκόσμια αγορά.
Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, προσπαθώντας να αντλήσει συμπεράσματα από την τραγωδία της επίσημης χρεωκοπίας του 1932 τόνιζε την «ανάγκη οικονομικής αυτονομίας», έναντι του μοντέλου της νομισματικά σταθερής δραχμής κλειδωμένης με τη χρυσή βρετανική λίρα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια αγορά και στις κυρίαρχες δυνάμεις της: «Η Ελλάς πρέπει απαραιτήτως να φροντίση πώς θα ζη, θα τρέφεται, θα κινήται, θα εργάζεται, με ίδια κατά το πλείστον εφόδια. Πως θ’ ασφαλίση με δυνάμεις αντλουμένας εκ του ιδίου αυτής τόπου, σχετικήν τουλάχιστον ισορροπίαν και μείζονα ή κατά το παρελθόν οικονομικήν αυτοτέλειαν. Αι προσπάθειαί της πρέπει προς αυτό το αποτέλεσμα να τείνουν.» Δεν ήταν οπαδός της οικονομικής αυτάρκειας, αλλά πίστευε ότι αν δεν σταματήσει η εξάρτηση της οικονομίας από το εξωτερικό, αν δεν στηριχθεί η ελληνική οικονομία πρωτίστως σε εσωτερικούς όρους συσσώρευσης και ανάπτυξης δεν πρόκειται να πάψει να είναι έρμαιο των συγκυριών στην παγκόσμια αγορά που αναγκαστικά οδηγούν τη χώρα στην χρεωκοπία όταν ξεσπούν μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.
Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν διαθέτει η οικονομία το δικό της νόμισμα, ένα νόμισμα που να ελέγχει και να προσαρμόζει κάθε στιγμή στις ανάγκες της; Φυσικά και όχι. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο είτε είναι παντελώς άσχετος με το θέμα, είτε είναι πολύ μεγάλος απατεώνας. Μπορεί το ευρώ να λειτουργήσει ως τέτοιο νόμισμα για την ελληνική οικονομία; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει την ιδιοσυστασία και την λειτουργία του ευρώ, ή απλά προτάσσει άλλες σκοπιμότητες, μπορεί να απαντήσει θετικά στο ερώτημα. Μπορεί να έχουμε ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία με το ευρώ; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει τι συναίβει τη δεκαετία του ευρώ μπορεί να θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφικτό. Άλλωστε στον κόσμο της φαντασίας όλα είναι εφικτά. Όμως στον αληθινό κόσμο έχει αποδειχτεί ότι το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί η χώρα, όσο και για την χρεωκοπία της.

Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις διαρκείς υποτιμήσεις;

Πώς μπορεί να υπάρξει ένα εθνικό νόμισμα που να μην υποτιμιέται διαρκώς και να μην πυροδοτεί τον πληθωρισμό; Πρώτα και κύρια χτυπώντας τις εσωτερικές αιτίες των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού και αυτές δεν είναι νομισματικές, αλλά έχουν άμεση σχέση αφενός με την συνολική κατάσταση και τις εξαρτήσεις της οικονομίας και αφετέρου με τις μονοπωλιακές καταστάσεις στην εσωτερική αγορά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει με πολύ απλά λόγια ότι το χτύπημα των μονοπωλίων και των καρτέλ, ντόπιων και ξένων, που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία, η αντιστροφή της σχέσης ιδιωτικών κερδών και αμοιβών που υπάρχει σήμερα, η άμεση ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ιδίως στους τομείς της παραγωγής, η εθνικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας και πρωτίστως του τραπεζικού συστήματος, ο πολλαπλασιασμός του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με όρους άμεσης απόδοσης και στήριξης της εθνικής οικονομίας, όπως και η γενναία αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου, μαζί με μια ριζικά διαφορετική πολιτική ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσα κυρίως από διακρατικές προγραμματικές συμφωνίες, εναλλακτικές μορφές εμπορικών σχέσεων, ανοίγματα σε χώρες και περιοχές όπου η Ελλάδα σήμερα είναι απούσα και την επιβολή ενός επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλαισίου για την προστασία των πιο σημαντικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που να μην αφήσει το νόμισμά της να κατρακυλά στις διεθνείς αγορές, ούτε να επιτρέψει την εκδήλωση πληθωριστικών πιέσεων. Την απόδειξη γι’ αυτό κ. Μπινιάρη θα την βρείτε στις εργασίες του Άγγελου Αγγελόπουλου, του Ξενοφών Ζολώτα, του Δημήτρη Μπάτση και εκατοντάδων άλλων οικονομολόγων όχι μόνο της αριστεράς, που μετά το τέλος του πολέμου τόλμησαν να είναι αρκούντως έντιμοι και ανεξάρτητοι στη σκέψη τους ώστε να μην δεχθούν ότι οι εκάστοτε θεωρίες της «ψωροκώσταινας» απηχούν την πραγματικότητα.
Όλα αυτά τα μέτρα έχουν διατυπωθεί και αναλυθεί πολλές φορές. Τόσες φορές που δεν δικαιολογείται ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης να κάνει πώς δεν τα γνωρίζει. Άλλωστε, ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος απ’ όσους υποστηρίζουν την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ δεν είπαμε ποτέ ότι αρκούν αυτά από μόνα τους για να λύσουμε τα προβλήματά μας. Αυτό που ισχυριζόμαστε από την αρχή είναι ότι αυτά αποτελούν την απαρχή, την αφετηρία μιας ριζικά διαφορετικής πορείας στην οικονομία και την πολιτική του τόπου. Μόνο έτσι έχουν νόημα.
Τώρα, επειδή βλέπω ότι ο κ. Μπινιάρης έχει ιδιαίτερο καημό με τις καταθέσεις στις τράπεζες, έχω να του πω να μην ανησυχεί. Πριν προλάβουμε εμείς, που προτείνουμε όλα αυτά τα καταστροφικά, να εξανεμίσουμε τις καταθέσεις, θα το έχουν κάνει οι σημερινοί κρατούντες. Η πολιτική που ασκείται είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα «στεγνώσει» την οικονομία από κάθε ρευστότητα. Είναι κάτι που συμβαίνει ήδη και κλιμακώνεται μέρα τη μέρα. Με την κάλυψη της τρόικας και της κυβέρνησης η καταθετική βάση των τραπεζών, όση έχει απομείνει, λεηλατείται ασύστολα από τις ίδιες τις τράπεζες προκειμένου να καλύψουν τις «μαύρες τρύπες» του ενεργητικού τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα προχωρήσουν σε δέσμευση των καταθέσεων με τη μια ή την άλλη μορφή. Κι αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί μαζί με την ανακοίνωση του πλάνου αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο δεν προτείνουν απλά οι καθόλου ανιδιοτελείς και ανεξάρτητες «αυθεντίες» που υπονοεί ο κ. Μπινιάρης, αλλά επεξεργάζονται ήδη το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, έστω κι αν επίσημα το αρνούνται.
Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε αν και όποτε κληθούμε να εφαρμόσουμε την πολιτική που προτείνουμε. Θα έχουμε να αναστηλώσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς διαλυμένη, χωρίς ίχνος ρευστότητας στην αγορά και τις τράπεζες, με εισοδήματα πείνας και μαζική ανεργία πρωτοφανή, με κατεστραμμένους τους τρεις από τους τέσσερεις ελευθεροεπαγγελματίες, βιοτέχνες, αγρότες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Κι από πάνω φορτωμένη με τα υπέρογκα βάρη του αναδιαρθρωμένου χρέους της και των ιδιωτικοποιημένων υποδομών της. Μπορεί να αναστηλωθεί μια οικονομία σ’ αυτή την κατάσταση δίχως δικό της νόμισμα, δίχως να αποκτήσει τον έλεγχο στους διαθέσιμους πόρους και στις υποδομές της; Μπορεί να γίνει με δεδομένο το καθεστώς εξάρτησης και υποταγής της χώρας που υπάρχει σήμερα;

Η ιδεολογία της υποτέλειας και της υποταγής

Κάποιοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει. Δικαίωμά τους. Άλλωστε όταν ένα έθνος, ένας λαός βρίσκεται σε ιστορική καμπή, όπως βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όταν καλείται να ανατρέψει την τυραννία είτε του οθωμανικού ζυγού τον 19ο αιώνα, είτε του ναζιστικού και φασιστικού ιμπεριαλισμού στη δεκαετία του 1940, είτε των αγορών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα, υπάρχουν πάντα κάποιοι που θεωρούν αδιανόητο για έναν μικρό και ασήμαντο λαό να τα βάλει με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Όμως από πότε η λιποψυχία, η αδυναμία να στρατευθείς σ’ αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο λαός και ο τόπος αποτελεί επιχείρημα;
Δεν με ξαφνιάζει που ο κ. Μπινιάρης αδυνατεί να κατανοήσει την πολιτική μου θέση. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν οι ομοϊδεάτες του στην κατοχή την πολιτική θέση όσων στρατεύονταν στο ΕΑΜ και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της εποχής. Τα ίδια νομικά, πολιτικά και οικονομικά επιχειρήματα επικαλούνταν και τότε, όπως και σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την πάλη για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία τις πολλές δεκαετίες των «πέτρινων χρόνων» που ακολούθησαν τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την σαφή εντολή για αλλαγή πλεύσης της χώρας που έδωσε ο λαός το 1981. Γι’ αυτό και δικαιολόγησαν τους ληστοσυμμορίτες κυβερνώντες που ανέλαβαν να εξαγοράσουν τη συνείδηση ενός ολόκληρου λαού για να ξεχάσει τι του είχαν υποσχεθεί όταν του έκλεψαν την ψήφο.
Σήμερα επικαλούνται κυριολεκτικά ανοησίες. Ας δούμε μερικές. Δεν προβλέπεται νομική διαδικασία αποχώρησης από την ευρωζώνη, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων των χωρών-μελών, οπότε θα μας πνίξουν με αγωγές και άλλα τέτοια φαιδρά. Πρώτον, η καταγγελία της σχέσης μας μπορεί και πρέπει να είναι μονομερής. Κι αυτό γιατί είναι αποδεδειγμένα ετεροβαρής, καταχρηστική σε βάρος της χώρας μας και θέτει ανεπίτρεπτους περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας μας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η ΕΕ και η ευρωζώνη μας έχουν επιβάλλει ένα καθεστώς εποπτείας και κηδεμονίας που δεν προβλέπεται ούτε καν από τη συνθήκη της Λισαβόνας. Εδώ δεν μπορεί να σταθεί ούτε καν σαν επιχείρημα η αποδοχή από την κυβέρνηση της χώρας, μιας και δεν πήρε εντολή για να αποδεχτεί ούτε το μνημόνιο, ούτε την αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση που μας επέβαλε η τρόικα. Και μόνο αυτά αρκούν για να αποχωρήσουμε μονομερώς από την ευρωζώνη χωρίς να ακολουθήσουμε καμμιά προβλεπόμενη διαδικασία. Αρκεί να έχουμε μια κυβέρνηση που υπηρετεί στα αλήθεια το λαό και το συμφέρον της χώρας και όχι μια δράκα δωσίλογους όπως σήμερα.
Σε μια τέτοια περίπτωση τι μπορούν να μας κάνουν; Τίποτε απολύτως. Οι φλυαρίες περί αγωγών εναντίον μας αποτελούν αποκυήματα φαντασίας και ανοησίας άνευ προηγουμένου. Πρώτα και κύρια γιατί μια τέτοια κίνηση της Ελλάδας θα έχει σοβαρό αντίχτυπο στο εσωτερικό των χωρών-μελών της ευρωζώνης. Δεν θα υπάρξει χώρα στην ευρωζώνη όπου δεν θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα παραμονής της στο ευρώ. Ειδικά στις χώρες του Νότου. Όχι μόνο γιατί θα το θέτουν οι ίδιοι οι λαοί, που σήμερα παρά το γεγονός ότι καταγράφουν σε όλες τις σφυγμομετρήσεις την αντίθεσή τους με το ευρώ δεν έχουν θέσει θέμα εξόδου, αλλά γιατί οι ίδιες οι εξελίξεις θα το επιβάλουν. Μια αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ θα επιταχύνει δραματικά τις διαδικασίες διάλυσης που ενυπάρχουν και εκδηλώνονται ήδη στην ευρωζώνη. Κι αυτό είναι προς όφελος όχι μόνο του λαού μας, αλλά και των άλλων λαών που βρίσκονται φυλακισμένοι στην ευρωζώνη. Όποιος νομίζει, ειδικά στις σημερινές συνθήκες βαθύτατης κρίσης του ευρώ, ότι η αποχώρηση της Ελλάδας με τους όρους που θα επιβάλει ο λαός της, θα γίνει αναίμακτα για την ευρωζώνη, τότε χρειάζεται ταχύτατα αποτοξίνωση από τις δόσεις ηλιθιότητας που διοχετεύει η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Η ανάγκη επανίδρυσης του κράτους και της δημοκρατίας

Αυτό τρέμουν οι ευρωκρατούντες γι’ αυτό και έχουν βάλει διάφορους δήθεν αντικειμενικούς «αναλυτές» να σπέρνουν το φόβο με βλακώδη επιχειρήματα. Όπως και να ‘χει υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα με το κατά πόσο μπορεί ή πρέπει να αναγνωρίσει ο λαός τη «συνέχεια του κράτους» με το σημερινό διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μου η ανάδειξη μιας ριζικά διαφορετικής διακυβέρνησης του τόπου προϋποθέτει το κόψιμο της «συνέχειας του κράτους» , δηλαδή τη νομικοπολιτική αποσύνδεσή της με τις προκάτοχες κυβερνήσεις και το πολιτικό σύστημα που τις στήριζε. Δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση που σέβεται και προασπίζει τα αληθινά συμφέροντα της χώρας, αν δεν κόψει τον ομφάλιο λώρο με όλο το προηγούμενο καθεστώς. Κι αυτό δεν θα γίνει μόνο ρηματικά, ούτε μόνο με την άμεση εφαρμογή ριζικά διαφορετικών πολιτικών, σαν κι αυτών που προτείνουμε, αλλά και μέσα από την «επανίδρυση του κράτους». Όχι όπως το εννοούσε και έπραττε ο Καραμανλής, αλλά με την έννοια της κατάκτησης της δημοκρατίας. Πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο με την προκήρυξη Συντακτικής Συνέλευσης ή Εθνοσυνέλευσης κατά τα ειωθότα της ελληνικής ιστορίας, με μοναδικό σκοπό την υιοθέτηση ενός νέου αληθινά δημοκρατικού Συντάγματος, ενός νέου «ιδρυτικού νόμου» του ελληνικού κράτους που θα θεσπίζει και θα προασπίζει την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Με αυτή την έννοια το ελληνικό κράτος που θα προκύψει μέσα από αυτή τη διαδικασία θα είναι ένα νέο κράτος, τόσο ως νομικό πρόσωπο, όσο και ως πολιτική συγκρότηση, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω.
Όσο για το «νέο άγνωστο πολιτικό μοντέλο» που υποτίθεται ότι προτείνω κατά τον κ. Μπινιάρη, απλά θα του πω ότι πρόκειται για τη δημοκρατία όπως την παλεύει ο ελληνικός λαός σ’ ολόκληρη την ιστορία του. Προφανώς δεν μπορεί να συγκινήσει όποιον νιώθει τέτοια χαμέρπεια προς τα κυρίαρχα «πολιτικά μοντέλα» που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας και τα οποία την έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάντια. Ελπίζουμε ότι πολύ σύντομα ο ίδιος ο λαός, που τόσο καταφανώς περιφρονεί ο κ. Μπινιάρης, να του δώσει ορισμένα πολύ άμεσα και πρακτικά μαθήματα για το πώς εννοεί τη δημοκρατία και τι νιώθει πραγματικά για το «γνωστό πολιτικό μοντέλο» που υπάρχει σήμερα.

Ο ενδοτισμός στον τρόπο αντιμετώπισης του χρέους

Τέλος, ενώ ο κ. Μπινιάρης αρέσκεται να ερωτά, δεν του αρέσει καθόλου να απαντά. Έτσι δεν απαντά σε κανένα από τα ερωτήματα του άρθρου μου, αλλά δεν πειράζει. Η υπόθεση του κ. Μπινιάρη ότι μπορεί να γίνει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας με επιτόκιο 1% πάνω από το επιτόκιο της Γερμανίας, δείχνει για μια ακόμη φορά με πόση ελαφρότητα και προχειρότητα χειρίζεται το όλο θέμα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μπορεί να συμβεί αυτό σε μια διεθνή αγορά όπου κυριαρχεί η γενικευμένη αναταραχή και η πρωτοφανής αμφιβολία για την προοπτική του δημόσιου χρέους όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, τότε θα πρέπει η χώρα μας να πληρώνει επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο της τάξης του 4%. Μπορεί να εξυπηρετήσει η Ελλάδα ένα δημόσιο χρέος σήμερα με επιτόκιο της τάξης του 4%; Ακόμη και αν υποστεί «κούρεμα» της τάξης του 30%; Τα στατιστικά δεδομένα λένε ότι δεν μπορεί. Να δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε κατανοητοί. Το 2001, τον πρώτο χρόνο της ένταξής μας στο ευρώ, το δημόσιο χρέος της χώρας βρισκόταν στα 145,9 δις ευρώ. Το 2009 το δημόσιο χρέος της χώρας είχε αυξηθεί κατά 152,6 δις ευρώ και είχε φτάσει αισίως τα 298,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια μέσα στα χρόνια του ευρώ το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε, παρά το γεγονός ότι το μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού κυμάνθηκε αυτή την περίοδο γύρω στο 4,04%. Κι έτσι από 23,3 δις ευρώ (ή το 16% του ΑΕΠ) που στοίχιζε στο ελληνικό δημόσιο η εξυπηρέτηση του χρέους το 2001, έφτασε αισίως να υπερβαίνει τα 77,2 δις ευρώ (ή το 32% του ΑΕΠ) το 2009.
Τι σημαίνουν αυτά τα νούμερα; Σημαίνουν ότι με μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού γύρω στο 4% ετήσια, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά μέσο όρο γύρω στα 17 δις ευρώ κάθε χρόνο και η ετήσια εξυπηρέτησή του γύρω στα 6 δις ευρώ. Αν λοιπόν το δημόσιο χρέος της Ελλάδας υποστεί ένα «κούρεμα» της τάξης του 30% και κατέβει από τα 300 δις ευρώ στα 210, θα καλυτερέψουν τα πράγματα; Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο οι αγορές αποφασίσουν να κατεβάσουν τα επιτόκια από το 7% και πλέον που είναι σήμερα, στο 4% μόνο και μόνο γιατί έτσι θέλει ο κ. Μπινιάρης, τότε τι θα συμβεί; Αυτό που θα συμβεί είναι ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα έχει επανέλθει στο σημερινό επίπεδο μέσα σε λιγότερο από μια πενταετία. Κι όλα αυτά θεωρώντας ότι θα έχουμε τις συνθήκες δανεισμού που υπήρχαν στις διεθνείς αγορές την περίοδο 2001-2009. Πράγμα αδιανόητο για όλους τους αναλυτές ανά τον κόσμο. Το καλύτερο δυνατό σενάριο αναδιάρθρωσης που μπορεί να σκεφτεί ο κ. Μπινιάρης είναι να αναβάλει την επίσημη πτώχευση της χώρας για μια πενταετία. Εύγε.
Κι εν τω μεταξύ; Τι θα έχει συμβεί εν τω μεταξύ; Τι «αποζημιώσεις πιστωτικού κινδύνου» θα δοθούν στους κατόχους των ελληνικών ομολόγων που θα δεχθούν το «κούρεμα»; Ή μήπως θα το κάνουν για την ψυχή της μάνας τους; Εκτός κι αν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που πιστεύει τον ισχυρισμό του κ. Μπινιάρη ότι «δεν θα έχουν άλλη επιλογή». Λες και μιλάμε για τον μπακάλη της γειτονιάς που δεν μπορεί να εισπράξει βερεσέδια. Όσο βρισκόμαστε εντός του ευρώ οι δανειστές έχουν πάντα εναλλακτική επιλογή. Κι αυτή είναι η κατοχή και η δήμευση της χώρας. Αυτό δηλαδή που γίνεται σήμερα με το καθεστώς της τρόικας.
Χώρια το γεγονός ότι εντός του ευρώ, η χώρα ακόμη κι αν το επιθυμούσε δεν θα μπορούσε να αναδιαπραγματευτεί το χρέος της. Το κάνει η τρόικα στο όνομά της. Και η αναδιάρθρωση που θα υπάρξει δεν θα πάρει καθόλου υπόψη της το αν μπορεί ή όχι να σηκώσει το βάρος η χώρα και ο λαός της. Το βασικό κριτήριο είναι τι συμφέρει τις ευρωπαϊκές τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και το ευρώ. Γι’ αυτό και σήμερα ο Έλληνας εργαζόμενος χάνει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα που είχε κατακτήσει από την εποχή της πρώτης κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Γι’ αυτό και συντρίβεται το εισόδημα του και καταργείται η κοινωνική ασφάλιση. Γι’ αυτό και καταδικάζεται στην ανεργία και την ανέχεια. Γι’ αυτό και ο ελευθεροεπαγγελματίας, ο βιοτέχνης, ο αγρότης και ο μικρομεσαίος αντιμετωπίζει τον απόλυτο αφανισμό. Γι’ αυτό και ολόκληρη η χώρα έχει βγει στο σφυρί. Πόσο Μπινιάρης πρέπει να είναι κανείς για να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να υπάρξει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους έστω και κατά φαντασία υπέρ της χώρας και του λαού;
Τέλος, να μου επιτρέψετε να θεωρώ τον χρόνο μου αρκετά πολύτιμο για να τον καταναλώνω με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ούτε καν τα βασικά στοιχεία του προβλήματος και αρκούνται να αναμασούν ότι διαβάζουν στον τύπο και μάλιστα σ’ ένα μόνο κομμάτι της διατεταγμένης δημοσιογραφίας. Όσο για τα περί παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, δεν θεωρώ ότι ο κ. Μπινιάρης έχει τα προσόντα για να συζητήσει μαζί μου τόσο σοβαρά προβλήματα θεωρίας με τα οποία ασχολούμαι από εικοσαετίας, δηλαδή από την εποχή ακόμη που οι «αυθεντίες» του έλεγαν ότι το ζήτημα της κρίσης έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας. Μπορεί το κραχ του 2008 να τους ξύπνησε από τον λήθαργο της νεοφιλελεύθερης αποχαύνωσης που είχαν βυθιστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν στα σοβαρά να προσεγγίσουν τα ζητήματα που αναδεικνύει η σύγχρονη παγκόσμια κρίση.


Κυριακή 11 Ιουλίου 2010



























Τί είναι αυτό που χρειάζεται επειγόντως σήμερα;

Του Δημήτρη Καζάκη*
Στην Αριστερά κυριαρχούσε, ανέκαθεν, μια ιδιότυπη έπαρση. Για κάποιον περίεργο και μεταφυσικό λόγο θεωρείται, ως δεδομένο από πολλούς, ότι ο λαός, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη έχουν απόλυτη ανάγκη την Αριστερά και, μάλιστα, ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση της ίδιας της Αριστεράς.
Επομένως, το κυρίαρχο ζήτημα είναι πρώτα να κάνει διάλογο η Αριστερά, να τα βρει με τον εαυτό της και κατόπιν να αναλάβει τα ηνία του λαού, ο οποίος υποτίθεται ότι δεν τον απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από το πότε και το πώς θα τεθεί επικεφαλής η Αριστερά.
Μέχρι, όμως, να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει υπομονετικά να περιμένει πότε θα είναι έτοιμη η αριστερά για να ηγηθεί του αγώνα.

Το σκηνικό είναι γνώριμο από παλιά. Το έργο έχει παιχτεί πολλές φορές από την εποχή της «ενωμένης αριστεράς» του 1974, του πάλαι ποτέ ενιαίου συνασπισμού της δεκαετίας του '80 και πάει λέγοντας μέχρι της μέρες μας.Κάθε φορά που η ζωή και η ταξική πάλη επιτάσσει να στραφούμε στον κόσμο, στους απλούς εργαζόμενους, να οργανώσουμε τη μαζική πάλη τους, να βοηθήσουμε στο ξεκαθάρισμα των άμεσων στόχων και των αιτημάτων εκείνων που θα επιτρέψουν να γεννηθεί ένα αληθινό πλειοψηφικό κίνημα μέσα στο λαό και την εργατική τάξη, ορισμένοι αναζητούν καταφύγιο στο διάλογο της Αριστεράς στη βάση του «όλοι αριστεροί είμαστε, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός».

Η περίοδος στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι συνηθισμένη. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές και αδυσώπητες. Δεν αφήνουν περιθώρια για γενικές αναζητήσεις στο χώρο της Αριστεράς. Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Ή θα κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης, των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, ή θα ζήσουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις κοινωνικής αποσύνθεσης και διάλυσης.
Πώς όμως θα γίνει να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία του λαού; Με εκκλήσεις για να βγει στο δρόμο και να ανατρέψει την κυβέρνηση και τα μέτρα; Αρκεί αυτό, ή αποτελεί ένα βολικό άλλοθι για να χρεωθεί στου ίδιους τους εργαζόμενους η ήττα, σύμφωνα με το γνωστό «εμείς τα λέγαμε, καλούσαμε τον κόσμο να ξεσηκωθεί, αλλά αυτός είναι βλάκας και δεν καταλαβαίνει».
Απαιτείται ενότητα δράσης του λαού
Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η ενότητα της Αριστεράς, ούτε ένα αριστερό μέτωπο, όπως κι αν το εννοεί κανείς, αλλά η ενότητα δράσης της πλειοψηφίας του λαού. Και η πλειοψηφία αυτή δεν βρίσκεται σήμερα στην Αριστερά, ούτε καν έχει εμπιστοσύνη στην Αριστερά.

Όχι γιατί η Αριστερά είναι διασπασμένη, αλλά γιατί δεν απαντά στα άμεσα προβλήματα του με τρόπο πειστικό και ρεαλιστικό από τη σκοπιά των συμφερόντων του. Γι' αυτό και η ενότητα δρασης του λαού δεν περνά αναγκαστικά μέσα από την κοινή δράση της Αριστεράς, αλλά μέσα από ένα ενιαίο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων.

Κι αυτό απαιτεί μια εντελώς διαφορετική ενότητα. Όχι μια ενότητα για την ενότητα. αλλά μια ενότητα ανοιχτή σε όλους, σε όλες τις δυνάμεις του λαού, που αποδέχονται την κοινή δράση ενάντια στον κοινό εχθρό στη βάση των πιο άμεσων και ζωτικών αιτημάτων για την επιβίωση των εργαζομένων και της χώρας.

Για να κατακτηθεί μια τέτοια ενότητα στην πράξη πρέπει πρώτα να χωρίσουμε για να ενωθούμε. Όχι για να ενωθούμε μεταξύ μας, αλλά για να ενωθούμε πρώτα και κύρια με τον απλό κόσμο. Και πρέπει πρώτα να χωρίσουμε με όλους εκείνους που μπορεί να φωνάζουν πιο δυνατά απ' όλους ενάντια στην κυβέρνηση, τα μέτρα, το ΔΝΤ, το Μνημόνιο, αλλά δεν τολμούν να απαντήσουν ανοιχτά και ξεκάθαρα -από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και του λαού- τι πρέπει να κάνουμε με το χρέος και με το ευρώ.

Αυτό το ενιαίο μέτωπο της πλειοψηφίας των εργαζομένων δεν μπορεί να το εκφράσει κανένα σχέδιο της «παναριστεράς», όσο ριζοσπαστικό κι αν εμφανίζεται στα λόγια, όπως άλλωστε δεν το εξέφρασε ποτέ έως τώρα. Όσοι συναρπάζονται με τέτοια εγκεφαλικά σχέδια, αρνούνται ή αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η Αριστερά έχει μόνο ένα χρέος: Να φανεί χρήσιμη στον αγώνα που διεξάγει σήμερα η εργατική τάξη και γενικά ο λαός για την επιβίωση του.

Αν δεν μπορεί να το κάνει αυτό, οφείλει να καταλήξει στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.

Υπάρχει Αριστερά, σήμερα, που μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει σ' ένα τέτοιο ενιαίο μέτωπο: Ναι υπάρχει. Δεν θα τη βρείτε στις ηγεσίες και τους μηχανισμούς των κομμάτων της, ούτε στους διαλόγους των «επωνύμων» επί παντός επιστητού, θα την βρείτε να αναπτύσσεται ραγδαία μέσα στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, εκεί όπου αρχίζουν να ξεπετάγονται για πρώτη φορά τα "έμβρυα" μιας αυθεντικής λαϊκής οργάνωσης, μέσα από επιτροπές και πρωτοβουλίες μέχρι χτες ανένταχτων, αλλά και ενταγμένων, που ψάχνουν να βρουν τρόπους κοινής δράσης με τους γείτονες και τους συναδέλφους τους για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα πιο κρίσιμα και επείγοντα προβλήματα της περιόδου.

Πρόκειται για μια κρίσιμη μάζα αγωνιστών που διατρέχει οριζόντια τα κόμματα και τις οργανώσεις της Αριστεράς και ξέρει να θέτει τα πιο άμεσα αιτήματα της κοινής δράσης πάνω από τις γενικότερες ιδεολογικοπολιτικές διαφορές. Εκεί βρίσκεται η ελπίδα. Κι εκεί μόνο μπορεί να στηριχθεί μια αληθινή πολιτική πρωτοβουλία που δεν θα αναλώνεται με τα όποια κοινά σημεία της Αριστεράς, αλλά θα θέτει ως άμεση και επείγουσα ανάγκη το ενιαίο μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων, της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού.

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος, αναλυτής και το κείμενο του δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Δρόμος της Αριστεράς".