Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Το ψωμί… ψωμάκι ελέω κερδοσκοπίας





Ράλι πραγματοποιούν οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων εδώ και λίγες εβδομάδες στα εξειδικευμένα χρηματιστήρια του Σικάγου και του Λονδίνου. Αποτέλεσμα αυτού του αγώνα ταχύτητας είναι οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής, όπως σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι και άλλα να έχουν φθάσει στα ύψη. Η τιμή του σιταριού, για παράδειγμα, ενώ ήταν γύρω στα 135 ευρώ ο τόνος από τον Ιανουάριο μέχρι και το πρώτο πεντάμηνο του έτους πλέον σκαρφάλωσε στα 236 ευρώ. Η τιμή του κριθαριού από 2.475 ρούβλια ο τόνος που ήταν στις αρχές του χρόνου – κι ακόμη χαμηλότερα κατά τη διάρκεια του – έφθασε τα 4.250, κοκ.
Η άνοδος της τιμής αποδόθηκε από πολλούς στις ζημιές που υπέστη η ρωσική παραγωγή λόγω της ασυνήθιστης ανόδου της θερμοκρασίας, των πρωτοφανών σε έκταση πυρκαγιών που ακολούθησαν και της απόφασης του πρωθυπουργού Βλαντίμιρ Πούτιν να απαγορεύσει τις εξαγωγές σιτηρών από τις 15 Αυγούστου μέχρι και το τέλος του χρόνου. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι η ρωσική παραγωγή θα κυμανθεί από 70 έως 75 εκ. τόνους, όταν η περυσινή σοδειά είχε αγγίξει τα 100 εκ. τόνους. Χαμηλότερα θα κινηθεί επίσης κι η παραγωγή της Ουκρανίας, που κι αυτή σκέφτεται να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές, καθώς οι τελευταίες εκτιμήσεις μειώνουν την ετήσια παραγωγή από 48 εκ. τόνους πέρυσι σε 40 εκ. φέτος. Η απόφαση του Κρεμλίνου χαρακτηρίστηκε σωτήρια για την εγχώρια ζήτηση καθώς διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρξει έλλειψη σταριού κι οι τιμές θα παραμείνουν χαμηλές εντός της Ρωσίας. Στο εξωτερικό όμως επέφερε αναστάτωση καθώς μια σειρά χώρες έπρεπε να μεριμνήσουν για τον ομαλό ανεφοδιασμό τους, με τις περισσότερες απ’ αυτές να βρίσκονται στη Μέση Ανατολή και την Ασία. Ειδικότερα η Αίγυπτος, που αγοράζοντας πέρυσι 6 εκ. τόνους αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ρωσικών σιτηρών, η Τουρκία, η Συρία, το Ιράν, η Λιβύη, το Ισραήλ, η Ιορδανία, η Υεμένη και το Ιράκ.Παρόλα αυτά η άνοδος της τιμής των σιτηρών και των βασικών ειδών διατροφής δεν προήλθε από την ξηρασία ή την απόφαση της Μόσχας και τον σκεπτικισμό του Κιέβου. Το ράλι τιμών το επέβαλαν μια σειρά άλλοι λόγοι που συγκαλύφθηκαν στη συνέχεια από την απόφαση της Μόσχας.Η άνοδος της τιμής κατ’ αρχήν προηγήθηκε των ανακοινώσεων του Πούτιν. Οι τιμές του σταριού όπως και του κριθαριού ξεκίνησαν να αυξάνονται από τις αρχές Ιούλη, όταν οι φωτιές δεν υπήρχαν ούτε στους χειρότερους εφιάλτες των Ρώσων.
Δεύτερο, υφίσταται μια γενικευμένη άνοδος στις τιμές των βασικών εμπορευμάτων που δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές των δημητριακών τα οποία παράγονται στη Ρωσία. Ράλι, για παράδειγμα, καταγράφει η τιμή του χρυσού με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης μηνός Δεκεμβρίου να φθάσουν στις 8 Αυγούστου στα 1.205 δολάρια. Επίπεδο τιμής που βρίσκεται πολύ κοντά στο ρεκόρ των 1.260 δολ. ανά ουγκιά που είχε σημειωθεί στο τέλος Ιουνίου. Εξ’ ίσου φρενήρη άνοδο καταγράφει και η τιμή του κακάο που τους τελευταίους μήνες έχει αυξηθεί κατά 150% ωθώντας βιομηχανίες τροφίμων που παράγουν σοκολάτες να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων τους ή να μειώσουν την πρώτη ύλη που χρησιμοποιούν. Η άνοδος των τιμών των σιτηρών επομένως αποτελεί σύμπτωμα μιας ευρύτερης τάσης.
Τρίτο, το κενό που δημιουργήθηκε από την διακοπή των ρωσικών εξαγωγών καλύφθηκε πάραυτα από άλλους παραγωγούς, με πρώτους απ’ όλους τους Αμερικανούς. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό αποτελεί μια ευκαιρία για μας κι ότι πρόκειται να την εκμεταλλευτούμε», δήλωσε στους Financial Times στις 13 Αυγούστου ο υπουργός Γεωργίας των ΗΠΑ, αναφερόμενος στην διακοπή των ρωσικών εξαγωγών. Σχεδόν όλες οι χώρες επίσης διατηρούν ένα απόθεμα. «Η Αίγυπτος έχει αρκετό απόθεμα σταριού για να παράγει επιδοτούμενο ψωμί για τους τέσσερις επόμενους μήνες δήλωνε στη βρετανική εφημερίδα στις 12 Αυγούστου αξιωματούχος του αιγυπτιακού υπουργείου Εμπορίου. Κατά συνέπεια δεν δημιουργήθηκε κάποια έλλειψη, ένα κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, που έστω και προσωρινά να προκάλεσε την εκτόξευση των τιμών.
Τέταρτο, σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα, η απόφαση του Πούτιν δεν ήταν και τόσο… αθώα. Δεν ελήφθη δηλαδή με κριτήριο τα συμφέροντα του ρωσικού λαού και τις ανάγκες κάλυψης της ρωσικής αγοράς, αλλά των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εμπορία σιτηρών! «Μεγάλες, πολυεθνικές εταιρείες εμπορίας δημητριακών που λειτουργούν στη Ρωσία επιδίδονταν σε υπόγεια επιρροή (λόμπι) με στόχο την απαγόρευση που θα αποτελούσε το μέσο για να αξιώσουν τη νομική εξαίρεση από συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης που είχαν συναφθεί πριν την ξηρασία, όταν οι τιμές ήταν πολύ χαμηλότερες. Μια ρωσική θυγατρική της Glencore, της ελβετικής εταιρίας εμπορίας βασικών προϊόντων που διατηρεί στενές σχέσεις με τη ρωσική κυβέρνηση, επιδόθηκε σε υπόγεια επιρροή για την απαγόρευση όσο η έκταση της ξηρασίας γινόταν εμφανής», ανέφερε σε ρεπορτάζ της η International Herald Tribune στις 6 Αυγούστου. Τις λεπτομέρειες του «κόλπου» τις αποσαφήνιζαν οι Financial Times στις 4 Αυγούστου από την πρώτη τους κιόλας σελίδα: «Στελέχη της Glencore, της μεγαλύτερης εταιρείας εμπορίας βασικών προϊόντων κάλεσαν χθες τη Μόσχα να επιβάλλει απαγόρευση πωλήσεων σε δημητριακά που θα επιτρέψει σε εταιρείες να διαπραγματευτούν εκ νέου τα συμβόλαιά τους. Αν η Μόσχα επιβάλει απαγόρευση εξαγωγών, όπως έκανε για μια σύντομη περίοδο κατά τη διάρκεια της κρίσης τροφίμων του 2007-2008, τότε εμπορικοί οίκοι όπως η Glencore θα μπορούσαν να επικαλεστούν ανωτέρα βία, όρος που τους επιτρέπει να ακυρώσουν συμφωνίες λόγω αιτιών που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό τους»!
Κατά συνέπεια πράγματι υπάρχει σχέση μεταξύ ανόδου των τιμών στα σιτηρά και απόφασης απαγόρευσης των ρωσικών εξαγωγών – όχι όμως αυτή που λέγεται, ότι η απαγόρευση οδήγησε στην άνοδο των τιμών, αλλά η εντελώς αντίθετη: Η προγενέστερη άνοδος τιμών προκάλεσε την απαγόρευση!Η πρωτοβουλία της ρωσικής κυβέρνησης έφερε ξανά στην επιφάνεια τον καταστρεπτικό ρόλο που ασκούν στην διαμόρφωση των τιμών κι επίσης την παραγωγή και εμπορία των βασικών ειδών διατροφής κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που μεσολαβούν μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Πρόκειται μάλιστα συχνά για τις ίδιους αυτούς τραπεζικούς κολοσσούς που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην κρίση της αμερικανικής αγοράς ακινήτων, όπως για παράδειγμα η Goldman Sachs, που μόλις πρόσφατα τιμωρήθηκε από τις αμερικανικές αρχές για τις αμφιλεγόμενες δραστηριότητές της. Η Goldman Sachs λοιπόν, σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεσή της, την οποία επικαλείται η βρετανική εβδομαδιαία εφημερίδα Guardian στις 23 Ιουλίου, κατά το 2009 κέρδισε 1 δισ. δολ. από στοιχήματα στην αγορά τροφίμων. «Επενδυτικές τράπεζες όπως η Goldman Sachs επιτυγχάνουν τεράστια κέρδη στοιχηματίζοντας στην τιμή καθημερινών τροφίμων. Από αυτά τα επικίνδυνα στοιχήματα κανείς δεν επωφελείται με μοναδική εξαίρεση του τυχοδιώκτες του Σίτι. Οι καταναλωτές υποφέρουν καθώς υποκινείται ο πληθωρισμός – λόγω του απρόβλεπτου κόστους στο πετρέλαιο και τις πρώτες ύλες – και οι πιο φτωχοί του κόσμου υποφέρουν επειδή το κόστος των βασικών τροφίμων γίνεται αβάσταχτο», τονίζει σε ανακοίνωσή της Μη Κυβερνητική Οργάνωση την οποία παρουσιάζει η βρετανική εφημερίδα στην πρώτη της σελίδα.Πίσω ωστόσο από την άνοδο των τιμών των βασικών εμπορευμάτων κρύβεται η ανησυχία που αρχίζει να συσσωρεύεται για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Οι φόβοι συγκεκριμένα για διπλή ύφεση της αμερικανικής οικονομίας, η αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων οικονομικής μεγέθυνσης στη ζώνη του ευρώ και την Αγγλία, η επιβράδυνση της εσωτερικής ζήτησης στην Κίνα και άλλα στρέφουν τους επενδυτές – που αξιοποιούν το απαράδεκτο καθεστώς χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης των βασικών ειδών διατροφής – να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους εκεί. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και το 2007 – 2008 όταν η κρίση στην αγορά τροφίμων που οδήγησε σε έκρηξη τις τιμές του ρυζιού και του σταριού προκαλώντας λαϊκές εξεγέρσεις από την Αϊτή και το Μεξικό μέχρι την Αίγυπτο, ήταν το προμήνυμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε.
Σε αυτό το περιβάλλον – όπου η περίσσια κεφαλαίων διοχετεύεται στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο κι ωθώντας ταυτόχρονα τις τιμές στα ουράνια – δεν λείπουν οι εκ του πονηρού συστάσεις για απελευθέρωση της καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Με βάση το σκεπτικό εταιρειών όπως η αμερικανική Monsanto και η γερμανική Basf η άνοδος των τιμών είναι αποτέλεσμα της έλλειψης τροφίμων. Άρα, συνεχίζουν οι παραπάνω εταιρείες και πολλοί «ανεξάρτητοι» ερευνητές και αναλυτές που γίνονται όλο και περισσότεροι με το πέρασμα του χρόνου, υπάρχει ανάγκη διεύρυνσης της παραγωγής ώστε να ξεπεραστεί η ανεπάρκεια, να πέσουν οι τιμές και να μην φτάσουμε ξανά σε καταστάσεις όπως του 2007 – 2008 όταν λόγω της (πολύ μεγαλύτερης από τη σημερινή) ανόδου των τιμών για πρώτη φορά οι χρόνια υποσιτισμένοι ξεπέρασαν το 1 δισ.
Αυτό που παραβλέπουν οι υπέρμαχοι των τροφίμων – Φρανκεστάιν είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες κάθε άλλο παρά έλλειψη τροφίμων παρατηρείται. Με βάση εκτιμήσεις του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) του ΟΗΕ ενώ το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε κατά 2,4 φορές (από 2,5 δισ. το 1950 σε 6 δισ. το 2000) η παραγωγή τροφίμων αυξήθηκε κατά 2,6 φορές. Η παραγωγή τροφίμων δηλαδή αυξήθηκε ταχύτερα από τον πληθυσμό. Το πρόβλημα επομένως δεν υφίσταται στην προσφορά αλλά στην διανομή – κατά πόσο δηλαδή αυτά τα τρόφιμα κατανέμονται με δημοκρατικούς όρους, σε όσους τα έχουν ανάγκη – κι εσχάτως στην άγρια κερδοσκοπία που εξελίσσεται, με αποτέλεσμα το πρόβλημα της διανομής να έχει γίνει πολύ πιο ακανθώδες, προσλαμβάνοντας εκρηκτικές διαστάσεις.
ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: