Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Ο Μαρξ, το κεφάλαιο και οι μηχανές


Θανάσης Μπαντές
Οι Μοντέρνοι Καιροί είναι μια κινηματογραφική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν που γυρίστηκε το 1936. Στην ταινία εμφανίζεται ο γνωστός αλητάκος με το χαρακτηριστικό καπέλο και μουστάκι, ο οποίος αγωνίζεται να επιβιώσει στον μοντέρνο, βιομηχανοποιημένο κόσμο. Το φιλμ έχει φόντο το μεγάλο οικονομικό και χρηματηστηριακό κραχ του 1929 και αποτελεί ένα σχόλιο στην απεγνωσμένη εύρεση εργασίας σε μια κοινωνία με τεράστια ανεργία καθώς και στην οικτρή οικονομική κατάσταση των ανθρώπων.
Οι Μοντέρνοι Καιροί είναι μια κινηματογραφική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν που γυρίστηκε το 1936. Στην ταινία εμφανίζεται ο γνωστός αλητάκος με το χαρακτηριστικό καπέλο και μουστάκι, ο οποίος αγωνίζεται να επιβιώσει στον μοντέρνο, βιομηχανοποιημένο κόσμο. Το φιλμ έχει φόντο το μεγάλο οικονομικό και χρηματηστηριακό κραχ του 1929 και αποτελεί ένα σχόλιο στην απεγνωσμένη εύρεση εργασίας σε μια κοινωνία με τεράστια ανεργία καθώς και στην οικτρή οικονομική κατάσταση των ανθρώπων.
Όταν το 1735 ο Τζον Ουάιατ έφερε στο φως την πρώτη κλωστική μηχανή, δεν εγκαινίασε απλώς αυτό που ονομάζουμε βιομηχανική επανάσταση, αλλά κυριολεκτικά άλλαξε την πορεία της ανθρωπότητας, όχι τόσο με την έκρηξη της παραγωγής, όσο με την ολοκληρωτική προσαρμογή του ανθρώπου στη νέα εποχή της μηχανής. Η μηχανή, ως διαμεσολαβητής της παραγωγής, επέβαλε εργασιακούς όρους σιδερένιας υπακοής, ανατρέποντας συθέμελα όχι μόνο την παγκόσμια οικονομία, αλλά την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση. Ο βιομηχανικός εργάτης βρέθηκε αντιμέτωπος με πελώρια μηχανήματα, που καθόριζαν όλες του τις κινήσεις. Η συγκεκριμένη λειτουργία της μηχανής, ως αμετάκλητη πραγματικότητα, υποχρέωσε τον εργάτη σε εξίσου μηχανιστικές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις καθιστώντας τον προέκταση της μηχανής, μετατρέποντάς τον δηλαδή σε μηχάνημα. Υπό αυτή την έννοια περισσότερο ο άνθρωπος προσαρμόστηκε στη μηχανή παρά η μηχανή στον άνθρωπο. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναπολούμε την εποχή του χαλκού ή τη δουλοκτητική παραγωγή της Αιγύπτου. Η μηχανή σαφέστατα διευκόλυνε όλες τις ανθρώπινες εργασίες, αλλά η προσφορά κάθε αντικειμένου δεν κρίνεται μόνο από το αποτέλεσμα, αλλά και από την ίδια του τη χρήση.
Η μηχανή, ως αποκλειστικά κεφαλαιοκρατικό εργαλείο παραγωγής, ούτε μείωσε το ωράριο του εργάτη, ούτε ανέβασε το βιοτικό του επίπεδο. Τα τεράστια κέρδη που επέφερε αφορούσαν τον εργοστασιάρχη, γιατί η παραγωγή – ή καλύτερα η υπερπαραγωγή – αποτελούσε προσωπική του περιουσία που, φυσικά, δεν όφειλε να την μοιραστεί με κανένα. Χωρίς λοιπόν να μειώνεται η υπεραξία της παραγωγής που κερδίζει ο εργοστασιάρχης, μειώνεται το εργατικό προσωπικό – η μηχανή αντικαθιστά κερδοφόρα τον άνθρωπο – εντείνεται ο ρυθμός της παραγωγής, μειώνονται τα λειτουργικά έξοδα, φτηναίνει το προϊόν και γίνεται πιο ανταγωνιστικό, δημιουργείται πληθώρα αγαθών που περιμένουν την κατανάλωση και το κυριότερο δημιουργεί το αίσθημα του ακόρεστου τόσο για κατανάλωση, όσο και για κέρδη. Ο Μαρξ, στο θρυλικό του Κεφάλαιο περιγράφει την εισβολή της μηχανής με τα μελανότερα χρώματα. Οι εργοστασιάρχες βλέποντας τα ασύλληπτα κέρδη που δημιουργούνταν όχι μόνο δεν ελάττωσαν το ωράριο, αλλά έκαναν τα πάντα για να το αυξήσουν. Προχωρώντας σε απολύσεις, μείωσαν τους μισθούς αφήνοντας να δουλεύουν οι απολύτως απαραίτητοι σε αριθμό, τους οποίους απομυζούσαν για 12, 15 και 18 ώρες. Η παραγωγή, πολλαπλασιαζόταν με εξωφρενικούς ρυθμούς, παρασύροντας μαζί της και τη διάθεση για κέρδος. Η μηχανή, τυποποιώντας την εργασία, απαξίωσε τον εξειδικευμένο εργάτη – μάστορα, αφού πλέον οι υπηρεσίες του αχρηστεύτηκαν. Ο εργάτης έχασε κάθε υπόσταση, αφού εκπαιδευόταν σε ελάχιστο χρόνο λειτουργώντας περισσότερο ως προέκταση της μηχανής, ξεπέφτοντας δηλαδή στην αναλωσιμότητα του ανειδίκευτου. Αυτό ανέβασε στα ύψη τη ζήτηση γυναικών και παιδιών στις βιομηχανίες, επειδή, φυσικά, κόστιζαν λιγότερο. Ο Μαρξ παραθέτει ολόκληρη αγγελία της εποχής: «Ζητούνται 12 ως 20 νέοι που να περνάνε για 13 χρονών. Μισθός 4 σελίνια την εβδομάδα….» και σχολιάζει: «Αυτό έχει σχέση με το γεγονός ότι, σύμφωνα με το νόμο για τα εργοστάσια, παιδιά κάτω από 13 χρονών επιτρέπεται να εργάζονται μόνο έξι ώρες………Κάθε Δευτέρα και Τρίτη γίνεται ανοιχτό παζάρι στην Μπένθελ Γκρην, την πιο κακόφημη συνοικία του Λονδίνου, όπου παιδιά και των δύο φύλλων από 9 χρονών και πάνω μισθώνονται μόνα τους στις μανουφακτούρες μεταξιού». Οι γονείς, εξαθλιωμένοι από τη φτώχεια, μίσθωναν τα παιδιά τους, το φθηνότερο – κι ως εκ τούτου προτιμότερο εργατικό δυναμικό – στο δουλεμπόριο της ελεύθερης οικονομίας. Ο Μαρξ παραθέτει αναλυτικά στατιστικά παιδικής θνησιμότητας.
Ο Τσάρλι Τσάπλιν σκηνοθέτησε αλλά και έγραψε το σενάριο του φιλμ, ενώ πρωταγωνίστησε υποδυόμενος τον αλητάκο, ο οποίος εμφανίζεται για τελευταία φορά σε κινηματογραφική ταινία. Πολλοί συμφωνούν ότι οι Μοντέρνοι Καιροί αποτελούν μια από τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών.
Ο Τσάρλι Τσάπλιν σκηνοθέτησε αλλά και έγραψε το σενάριο του φιλμ, ενώ πρωταγωνίστησε υποδυόμενος τον αλητάκο, ο οποίος εμφανίζεται για τελευταία φορά σε κινηματογραφική ταινία. Πολλοί συμφωνούν ότι οι Μοντέρνοι Καιροί αποτελούν μια από τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών.
Η μηχανή κατάφερε να αυξήσει την παραγωγικότητα όχι μόνο με τις, έτσι κι αλλιώς, τρομακτικές παραγωγικές της δυνατότητες, αλλά και με την εντατικοποίηση της εργασίας που επέφερε: «Η ταχύτητα περιστροφής των αδραχτιών στο λεπτό αυξήθηκε κατά 500 φορές στις κλωστικές μηχανές βάτερ και κατά 1000 στροφές στις μηχανές μιούλ, δηλαδή η ταχύτητα της περιστροφής των αδραχτιών βάτερ, που το 1839 ήταν 4500 στροφές το λεπτό, έφτασε τώρα (1862) τις 5000 στροφές και των αδραχτιών μιούλ από 5000 που ήταν έφτασε τώρα τις 6000 στροφές το λεπτό……..», με δυο λόγια οι εργάτες υποχρεούνταν διαρκώς να χορεύουν στο ρυθμό των μηχανών. Το ξέφρενο της μηχανιστικής εργασίας σε συνδυασμό με το απάνθρωπο ωράριο οδηγούν τον εργάτη στην τρέλα. Όσο για τα ατυχήματα ή τις αποζημιώσεις, δεν χρειάζεται να γίνεται λόγος. Ο Μαρξ παραθέτει περιπτώσεις εργατών που τους ταΐζουν στο στόμα ενώ αυτοί συνεχίζουν να δουλεύουν στη μηχανή. Διατρέφονται με την ίδια λογική που γρασάρεται η μηχανή, όντας μηχανές και οι ίδιοι. Ο Ένγκελς γράφει: «Η θλιβερή μονοτονία ενός ατέλειωτου μαρτυρίου της δουλειάς, όπου επαναλαμβάνεται διαρκώς το ίδιο μηχανικό προτσές, μοιάζει με το μαρτύριο του Σίσυφου. Το βάρος της δουλειάς πέφτει συνεχώς ξανά και ξανά σαν το βράχο του Σίσυφου πάνω στον αποκαμωμένο εργάτη». Η τυποποίηση αυτή μετατρέπει τον άνθρωπο σε ζώο. Ο εργάτης δουλεύει διαρκώς και κοιμάται σε άθλιες παράγκες. Τον ελεύθερο χρόνο που μπορεί να έχει μεθοκοπά σε ταβέρνες. Κάθε πνευματικότητα καθίσταται περιττή κι εδώ ακριβώς ξεκινά η νεύρωση του σύγχρονου πολιτισμού. Πάνω από 150 χρόνια από τις μαρξιστικές αναλύσεις περί κεφαλαίου παρακολουθούμε το σύγχρονο άνθρωπο εγκλωβισμένο στις μεγαλουπόλεις να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ μπερδεύοντας την εκτόνωση με την απόλαυση. Οι τερατουπόλεις λειτουργώντας ως τεράστια μηχανή φιλοξενούν τον ανθρώπινο πανικό που καλπάζει κρατώντας στα χέρια άλλες μηχανές. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι η τέλεια μηχανή κι αυτό είναι η αγριότερη όψη της βίας. Η μηχανοποίηση του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο από τον πολιτισμό της ταχύτητας, δηλαδή του εφήμερου που κάνει τα πάντα αναλώσιμα. Η μετατροπή του ανθρώπου σε νευρόσπαστη μαριονέτα υποβαθμίζει τα θεμέλια της ίδιας της ύπαρξης, δηλαδή της ανθρώπινης υπόστασης. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ευχαριστηθεί γιατί οι μηχανές δεν ευχαριστιούνται. Ο άνθρωπος καταναλώνει γιατί οι μηχανές καταναλώνουν. Ο άνθρωπος εργαλείο δεν έχει ταυτότητα. Δεν έχει δηλαδή την ελάχιστη αυτογνωσία. Η πνευματικότητά του ταυτίζεται με το ξέφρενο κι ακόμα και η τέχνη οφείλει να προσαρμοστεί σ’ αυτό. Η κλασική λογοτεχνία δεν έχει θέση στο σύγχρονο πολιτισμό, γιατί, πολύ απλά δεν διαθέτει ταχύτητα. (Ποιος μπορεί να ανεχθεί τις ολοσέλιδες ντοστογεφσκικές περιγραφές;) Η σύγχρονη μουσική λειτουργεί εκτονωτικά με επαναλαμβανόμενους νευρωτικούς ηλεκτρονικούς ρυθμούς που θυμίζουν τη βιομηχανική παραγωγή. Ο ηλεκτρονικός χορός δεν είναι τίποτε άλλο από την τυποποιημένη επανάληψη των μηχανών. Μουσική από μηχανές, με μηχανικούς ρυθμούς, για ανθρώπους μηχανές. Μηχανοποιημένη τέχνη, μηχανοποιημένη διατροφή, μηχανοποιημένη εκπαίδευση. Όλα χορεύουν δαιμονισμένα στις 6000 στροφές των μηχανών μιούλ από το 1800. Οι λουδίτες έμπαιναν στα εργοστάσια κι έσπαζαν τις μηχανές. Φυσικά, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από αυτό. Ο Μαρξ τους χλευάζει τονίζοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι η μηχανή, αλλά η κεφαλαιοκρατική της χρήση. Σήμερα θα λέγαμε ότι το πρόβλημα είναι η υποταγή του ανθρώπου στη μηχανή, δηλαδή αδυναμία του να τη διαχειριστεί. Η τεχνολογία τον ξεπερνάει, δημιουργώντας μια νέα μορφή δουλείας. Τη δουλεία της κατανάλωσης.
 Στην ταινία Μοντέρνοι καιροί γίνονται ειρωνικές αναφορές για την έντονη βιομηχανοποίηση και την επιρροή που κατά τον Τσάπλιν έχει αυτή στις συνθήκες εργασίας (πχ λωρίδα παραγωγής).
Στην ταινία Μοντέρνοι καιροί γίνονται ειρωνικές αναφορές για την έντονη βιομηχανοποίηση και την επιρροή που κατά τον Τσάπλιν έχει αυτή στις συνθήκες εργασίας (πχ λωρίδα παραγωγής).
Οι μηχανές στην παραγωγή έριξαν κατά πολύ το κόστος των προϊόντων. Τα προϊόντα έγιναν πιο φτηνά στην αγορά, δηλαδή πιο προσβάσιμα κι αυτό είναι το μεγαλύτερο επιχείρημα του κεφαλαίου. Ο Μαρξ, μπροστά σ’ αυτό γίνεται έξαλλος. Ονομάζοντας τις καθημερινές ανάγκες του εργάτη μέσα συντήρησης καθιστά σαφές ότι η μισθοδοσία είναι πάντα ανάλογη με τις τιμές των μέσων συντήρησης. Αν μειωθεί το κόστος των μέσων συντήρησης τότε θα μειωθεί και ο μισθός. Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή του κέρδους δεν ενδιαφέρεται για το βιοτικό επίπεδο του εργάτη, αλλά μόνο για την επιβίωσή του. Για τον κεφαλαιοκράτη, η ευζωία του εργάτη είναι άσκοπη πολυτέλεια, δηλαδή διαφυγόντα κέρδη. Αν έρθουμε στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική παραγωγή βλέπουμε το νόμο αυτό να επαληθεύεται με τις χειρότερες προϋποθέσεις. Οι καπιταλιστές οικονομολόγοι αν και προπαγάνδιζαν υπέρ του δέοντος την πτώση των τιμών με την παγκοσμιοποίηση παρέλειψαν να αναφέρουν την μισθολογική συρρίκνωση που θα έφερνε. Στην Ελλάδα οι μισθοί έχουνε φτάσει να είναι κατώτεροι των μέσων συντήρησης. Τα ενοριακά βοηθήματα που αναφέρει ο Μαρξ δεν είναι παρά τα συσσίτια που βλέπουμε στην Αθήνα. Η πτώση των τιμών σε ηλεκτρικά είδη ή είδη ρουχισμού δεν έχουν καμία αξία, αφού η καθημερινή διαβίωση ξεπερνά τα εισοδήματα. Το δήθεν ενδιαφέρον του καπιταλισμού που θέλει τον κόσμο να έχει λεφτά για να μπορεί να καταναλώνει και να κινεί την οικονομία, απογυμνώνεται οριστικά μπροστά στο σύγχρονο απάνθρωπο καπιταλισμό που τα θέλει όλα. Τα καπιταλιστικά συνθήματα της πρώτης βιομηχανικής φάσης με την υπερεργασία και την πτώση του ημερομίσθιου γίνονται πιο επίκαιρα από ποτέ κι αυτό είναι η επίθεση σε κάθε εργασιακό δικαίωμα. Οι όροι ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα κτλ, είναι ακριβώς αυτό. Η παγκοσμιοποίηση που συνίσταται τόσο στην παραγωγή και εμπορία αγαθών όσο και στη διακίνηση κεφαλαίων – με όλα τα χρηματιστηριακά παρατράγουδα – σηματοδοτούν τη δεύτερη μεγάλη τομή του κεφαλαίου μετά την εμφάνιση της μηχανής. Αν η μηχανή ήταν επί της ουσίας η έναρξη της καπιταλιστικής παραγωγής, η παγκοσμιοποίηση είναι ο άξιος συνεχιστής της. Και βέβαια η παγκοσμιοποίηση δεν είναι τωρινή επινόηση, αλλά καπιταλιστικό όραμα αιώνων. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

 

πηγή: 

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

όταν κοιμάσαι στη δημοκρατία τους... ...ξυπνάς στη δικτατορία τους!

Κίνηση για τις Ελευθερίες και τα Δημοκρατικά Δικαιώματα της Εποχής μας (Κ.Δ.Δ.Ε)


Μπροστά στην επέτειο της 21ης Απριλίου, 46 χρόνια μετά, και ενώ έχει λήξει το διάλειμμα της Μεταπολίτευσης, το σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», ταυτισμένο με την εξέγερση του Νοέμβρη του ’73, είναι επίκαιρο όσο ποτέ.

Βιαστήκαμε να μιλήσουμε για άνοιξη των λαών πριν από δύο χρόνια. Η άνοιξη, όμως, σήμερα δεν έχει επικρατήσει. Εναλλάσσεται με το βαρύ χειμώνα. Σε αυτό τον άστατο καιρό, δεν φτάνει να λες «Η χούντα δεν τελείωσε το ’73», δεν φτάνει να βγεις στο δρόμο. Τώρα που η επίθεση στο ψωμί, στην παιδεία, την ελευθερία παίρνει τρομακτικές διαστάσεις, τώρα που δεν έχουμε ανοιχτή δικτατορία αλλά ανάπηρη δημοκρατία, πρέπει να βρούμε τρόπο να μιλήσουμε για τα πάντα χωρίς να γίνουμε φλύαροι. Να αμυνθούμε χωρίς να γίνουμε αμυντικοί. Να επιτεθούμε χωρίς να χάσουμε την ψυχή μας. Να φωνάξουμε χωρίς να χάσουμε τη φωνή μας.



Δεν είναι μόνο το ψωμί που λείπει απ’ το τραπέζι. Ταυτόχρονα βάλλεται η ελευθερία του να σκέφτεσαι ελεύθερα, οι δημοκρατικές ελευθερίες με πρωτεύουσες τις συνδικαλιστικές και τις πολιτικές που επίσης θρυμματίζονται με έναν ανηλεή θεσμικό αρχικά πόλεμο που καταλήγει στην πράξη σε βάρος των εργαζομένων και των δικαιωμάτων τους.


Οι «δημοκρατικά» εκλεγμένες κυβερνήσεις, όπως η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, δεν είναι παρά διαπραγματευτές που ξεπουλούν τα κάθε είδους δικαιώματά μας ως εργαζόμενοι και πολίτες στους κάθε είδους «δανειστές»
Ο φασισμός, που σηκώνει κεφάλι διαφημιζόμενος από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, εξασφαλίζει μόνο αίμα, ποταμούς αίματος για τους λαούς και κέρδη για τα μονοπώλια. Από κοντά και η κρατική καταστολή με όλα τα δύσμορφα πρόσωπά της που αναδεικνύονται όταν στραγγαλίζουν την ελεύθερη ενημέρωση και, κυρίως, την αντίθετη γνώμη στον έντυπο ή και στον ηλεκτρονικό τύπο κατασκευάζοντας μια πλασματική πραγματικότητα που δεν έχει καμιά σχέση με τη ζωή που μας αξίζει. Αναδεικνύονται μέσα από τις καταδίκες συνδικαλιστών αγωνιστών μόνο και μόνο επειδή επιμένουν να μην είναι «κρατικοί» συνδικαλιστές – υπηρέτες, αναδεικνύονται μέσα από τα μέτρα που στοχεύουν να μετατρέψουν τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης σε… γυρολόγους που θα διδάσκουν, όπου τοποθετηθούν κάθε φορά σε όσους μαθητές μπορούν να στοιβαχτούν σε μια αίθουσα, και για απεριόριστο αριθμό ωρών γιατί η «πατρίδα των δανειστών» έχει ανάγκη υποταγμένους και πειθήνιους πολίτες. Στα νοσοκομεία, στις δομές πρόνοιας, στα κέντρα απεξάρτησης, παντού εμφανίζεται το πρόσωπο του τέρατος.

Και η επίθεση συνεχώς εντείνεται αφού μόνο για την Ελλάδα αριθμούνται 1,5 εκατ. άνεργοι
ενώ στην πραγματική ζωή οι εργαζόμενοι επιβιώνουν χωρίς δικαιώματα, χωρίς περίθαλψη, συχνά απλήρωτοι και κατά κανόνα, «χάρη» στα αλλεπάλληλα μνημόνια, με μισθούς πείνας. Ταυτόχρονα δρομολογείται το νομικό οπλοστάσιο που θα νομιμοποιήσει την απεργοσπασία, το λοκ άουτ, αλλά και πιο «προχωρημένα» μέτρα όπως οι διαδηλώσεις σε μια μόνο λωρίδα ή στο πεζοδρόμιο! Διαδηλώσεις μακριά από το κέντρο των πόλεων, με στόχο οι εργαζόμενοι που αγωνίζονται για τα αιτήματά τους να περιθωριοποιούνται από τον κοινωνικό κορμό των συμπολιτών τους και να απομαζικοποιείται το κίνημα.

Έχουμε κάθε λόγο λοιπόν, αλλά και υποχρέωση να διασφαλίσουμε τις συνθήκες μαζικοποίησης του κοινωνικού κινήματος που θα σαρώσει κάθε είδους τρόικες που απεργάζονται την ήττα μας. Εμείς έχουμε το δίκιο, εμείς θα βάλουμε και τους όρους. Οι θεσμικές ρυθμίσεις, νόμοι, διατάγματα, δικαστικές αποφάσεις για απεργίες παράνομες και καταχρηστικές «πέφτουν» στους δρόμους όταν τις παρασύρει το ποτάμι της κοινωνικής οργής των λαών.

Δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα μεταξύ μας, ούτε με τους μετανάστες, ούτε με τους πρόσφυγες οικονομικούς ή πολιτικούς δεν μας χωρίζουν, όσα κατά καιρούς ανάγουν οι κάθε λογής εξουσίες σε ιδεολογήματα, όπως σύνορα, φύλο, χρώμα, επίπεδο εκπαίδευσης, σεξουαλικές διαφοροποιήσεις ή θρησκεία και άλλα παρόμοια.
Αντίθετα μας ενώνει το άδικο που μας πνίγει, αυτή είναι και η δύναμη μας τη στιγμή που μας επιτίθενται οι διεθνείς οργανισμοί των μονοπωλίων μαζί με το πολιτικό προσωπικό που παριστάνει πως κυβερνά τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σέρνοντας μαζί του έναν ολοκληρωτισμό με κοινοβουλευτικό μανδύα και ενώ ουσιαστικά, η χώρα έχει κηρυχθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, η οποία τείνει να μετατραπεί σε μόνιμο καθεστώς…
Μιλάνε για επενδύσεις, για ανάκαμψη, για θέσεις εργασίας. Την ώρα που ξεπουλάνε τα πάντα. Τη γη, το έδαφος, το υπέδαφος, τα νερά.

Ξέρουν καλά οι πολίτες που αγωνίζονται για το δικαίωμά τους στη ζωή, στην εργασία, στην ελεύθερη έκφραση, στον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών, έχουν «εισπράξει» τοις μετρητοίς την κρατική καταστολή (την ανοιχτή, τη γυμνή βία της αστυνομίας, των στρατών, των μπράβων, των φασιστών, της δικαστικής εξουσίας, τη βία της φυλακής). Ο κατάλογος είναι μακρύς: η Λευκίμμη, η Κερατέα και πρόσφατα οι Σκουριές στη Χαλκιδική όπου οι κινητοποιήσεις των κατοίκων αντιμετωπίστηκαν από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς με όλα τα μέσα (δακρυγόνα, ξυλοδαρμούς, συλλήψεις, εισβολές, απαγωγές, φυλακίσεις αγωνιστών κ.ά.) Προχτές στη Μανωλάδα της Ηλείας φάνηκε η πιο ακραία μορφή της εργοδοτικής βίας.
Οι αγορές, το κέρδος, η εκμετάλλευση δεν είναι το μέλλον μας, όλοι εμείς θα γίνουμε οι νεκροθάφτες τους και όχι τα άβουλα θύματά τους. Δεν τρομοκρατούμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε, δεν υποχωρούμε ΑΛΛΑ έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας και τα αυτιά μας και αφουγκραζόμαστε το καινούργιο που φέρνουμε με τους αγώνες μας.
Καλούμε, σε αυτή τη δυσμενή συγκυρία, καθεμιά και καθέναν από όλους όσοι υφιστάμεθα την ολομέτωπη επίθεση του καπιταλισμού να συσπειρωθούμε, να συντονιστούμε, να αναδείξουμε όσα μας ενώνουν και να αποκρούσουμε την επίθεση των μηχανισμών που σημαδεύουν τη ζωή του εργαζόμενου ανθρώπου και τα δικαιώματά του, τις ελευθερίες του, τον πολιτισμό του.

Έχουμε την πεποίθηση ότι οι ρωγμές που ήδη έχουν επιφέρει οι λαοί στο αυταρχικό οικοδόμημα της Ε.Ε. και στις κυβερνήσεις που προωθούν τη βαρβαρότητα μπορούν να διευρυνθούν. Tώρα είναι ο καιρός να θέσουμε ως προτεραιότητα την ανυποχώρητη αντίσταση στον εκφοβισμό, στον εκφασισμό, στον περιορισμό των ελευθεριών μας, στην κρατική καταστολή και τρομοκρατία, στην παραπληροφόρηση και στη χειραγώγηση.

Η «Κίνηση για τις Ελευθερίες και τα Δημοκρατικά Δικαιώματα της Εποχής μας» εκτιμά πως το εργατικό λαϊκό κίνημα έχει μνήμη και γνώση και συνάμα γνωρίζει από πρώτο χέρι τη διαφορά ανάμεσα στη «δημοκρατία» και τη «δικτατορία». Έτσι επιβάλλεται να μην κοιμόμαστε στη δημοκρατία τους για να μην ξυπνήσουμε σε δικτατορία.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

«ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑ» ΣΤΗ ΝΕΑ ΜΑΝΩΛΑΔΑ!

Δήλωση στελεχών & αιρετών ΑΝΤΑΡΣΥΑ Ηλείας για τη Μανωλάδα



ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΕΖΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΓΗΣ – ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΓΚΑΓΚΣΤΕΡΙΚΕΣ - ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΕΣ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ!
Αποτροπιασμό, οργή και αγανάκτηση σε κάθε εργαζόμενο και σκεπτόμενο δημοκράτη άνθρωπο προκαλεί η πρωτοφανής δολοφονική επίθεση που έγινε χτες στη Νέα Μανωλάδα. Μπράβοι γνωστού μεγαλοεργοδότη – φραουλοπαραγωγού – μεγαλέμπορου της λαχαναγοράς, πυροβόλησαν με καραμπίνες εναντίον 200 φτωχών Μπαγκλαντέζων – εργατών γης που ήταν απλήρωτοι και δικαιολογημένα ζητούσαν τα δεδουλευμένα τους 6 μηνών. Οι αδίστακτοι μπράβοι τραυμάτισαν με τους πυροβολισμούς 30 από αυτούς, οι οποίοι νοσηλεύονται σε νοσοκομεία της περιοχής (αρκετοί σε πολύ σοβαρή κατάσταση). Είναι οι ίδιοι μπράβοι που είχαν πρωταγωνιστήσει και πέρυσι σε ωμό ρατσιστικό επεισόδιο (σέρνοντας με αγροτικό αυτοκίνητο μέσα στη Νέα Μανωλάδα έναν φτωχό Μπαγκλαντέζο εργάτη)!
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ την πρωτοφανή δολοφονική – ρατσιστική – εργοδοτική επίθεση και απαιτούμε την σύλληψη και παραδειγματική τιμωρία όλων των ενόχων.
ΕΚΦΡΑΖΟΥΜΕ την αλληλεγγύη μας στους Μπαγκλαντέζους εργάτες γης και απαιτούμε την άμεση πληρωμή των μεροκάματων τους και τον πλήρη και έμπρακτο σεβασμό όλων των δικαιωμάτων των εργατών γης από τους εργοδότες.
ΚΑΛΟΥΜΕ τους εργαζόμενους, τους φτωχομεσαίους αγρότες και τη νεολαία σε κοινή δράση ενάντια στην εργοδοτική τρομοκρατία, το ρατσισμό και την ξενοφοβία, για την υπεράσπιση και κατοχύρωση ίσων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων σε όλους τους μετανάστες που εργάζονται στην περιοχή μας και στη χώρα μας.
ΠΗΓΗ: antarsya.g

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Φοιτητικές εκλογές 2013



Πτώση των παρατάξεων των μνημονίων , σημαντική ενίσχυση της ΕΑΑΚ !

Πρώτα συμπεράσματα από το αποτέλεσμα των φοιτητικών εκλογών 2013

  1. Χαιρετίζουμε τους χιλιάδες νέους και νέες που και μέσα από την ψήφο τους έστειλαν μήνυμα αγώνα, αντίστασης και ανατροπής, δυναμώνοντας τις αντικαπιταλιστικές ιδέες, δυναμώνοντας την Ενιαία Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Η μαχόμενη πτέρυγα του φοιτητικού κινήματος, η ΕΑΑΚ, συνεχίζει στην ανοδική πορεία των τελευταίων χρόνων, που την καθιστά βασικό πόλο συσπείρωσης των αγωνιστικών δυνάμεων στις σχολές. Εμφανίζει σαφή άνοδο σε ψήφους και ποσοστά με ιδιαίτερη πλευρά την δυναμική της παρουσία και στα ΤΕΙ.  Η ενισχυμένη θέση μας, ορίζει νέα ανώτερα καθήκοντα για τις δυνάμεις της ΕΑΑΚ και της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.
  2. Οι φετινές φοιτητικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο που οι συνέπειες της πενταετούς επιβαλλόμενης αστικής πολιτικής συσσωρεύονται με εφιαλτικό τρόπο στις πλάτες του λαού. Αποτέλεσαν έτσι και φέτος μάχη με ιδιαίτερο πολιτικό χαρακτήρα για τη σπουδάζουσα νεολαία, εντείνοντας ξεκάθαρα το ρήγμα ανάμεσα στην πολιτική των μνημονίων, της φτώχειας και της κοινωνικής καταστροφής από τη μία και στην πάλη για την ανατροπή του σύγχρονου κοινωνικού μεσαίωνα από την άλλη. Η σπουδάζουσα νεολαία όντας στο στόχαστρο της αστικής πολιτικής σε εκπαίδευση και εργασία κλήθηκε να πάρει θέση για το αν θα αποτελέσει γενιά της ανεργίας και της μετανάστευσης ή τη γενιά που θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της, διεκδικώντας τη ζωή που της αξίζει.
  3. Σε μια περίοδο χτυπήματος των συλλογικών και οργανωμένων μορφών του νεολαιίστικου και εργατικού κινήματος, η εμφανής προσπάθεια από την πλευρά του συστήματος να υπονομεύσει και να καταστείλει το φοιτητικό κίνημα και κάθε αγωνιστική έκφραση στα πανεπιστήμια έπεσε στο κενό. Οι φοιτητικές εκλογές, παρά τη προσπάθεια των καθεστωτικών δυνάμεων να περιοριστούν στα κοινοβουλευτικά τους χαρακτηριστικά, παρά τις παρακρατικές επιθέσεις απέναντι σε αγωνιστές φοιτητές σε ώρες αιχμής όσον αφορά την προσέλευση του κόσμου, σημαδεύτηκαν από το μαζικό κίνημα και τη δράση του. Γι’ αυτό και βασικοί πυλώνες της αστικής πολιτικής σε ΑΕΙ και ΤΕΙ αποδυναμώθηκαν εκ νέου. Η ΠΑΣΠ σημειώνει σημαντική καθίζηση, χάνοντας την τελευταία 3ετία το 40% των δυνάμεων της. Αυτή η πτώση αλλά και η ανάδειξη της ΔΑΠ σαν τον ουσιαστικά μοναδικό εκφραστή του «άλλου πόλου» στις σχολές, της μνημονιακής πολιτικής και της διαπλοκής με το καθηγητικό κατεστημένο και το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο , είναι το έδαφος της διατήρησης των ποσοστών της Η συνεχιζόμενη φθορά των εκφραστών της αστικής πολιτικής στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ πρέπει να αποτελέσει σταθμό για τη ριζική αντεπίθεση των εργαζομένων και της νεολαίας , για τη συνολική ανατροπή της βάρβαρης επίθεσης κυβέρνησης – τρόικας.
  4. Η ΠΚΣ καταγράφει άνοδο για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο της αυξανόμενης αντίθεσης του φοιτητικού σώματος στην επιβαλλόμενη αντεργατική – αντιεκπαιδευτική πολιτική. Αν δε θέλει να αρκεστεί σ’ αυτό, αν στοχεύει ανώτερα από τη μετα-συνεδριακή συσπείρωση θα πρέπει να σταματήσει να βλέπει σαν κύριο εχθρό της στις σχολές την ΕΑΑΚ και να βάλει πλάτη στην υπόθεση της οικοδόμησης ενός ενωτικού, μαζικού, στηριγμένου στις διαδικασίες του μαζικού κινήματος, φοιτητικού κινήματος ικανού να σταθεί απέναντι στις προκλήσεις της εποχής.
  5. Η ΑΡΕΝ, η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ σημειώνει πτώση στα ποσοστά και στους ψήφους της, μένοντας πολύ μακρυά από τα εκλογικά ποσοστά του Κόμματός της. Η γραμμή της διαχείρισης και της διαπραγμάτευσης δεν μπορεί να εμπνεύσει τη νεολαία και όταν δεν μπαίνει υπό τη μορφή εκβιαστικού διλήμματος, ιδιαίτερα σε χώρους,  όπου το φοιτητικό κίνημα μπορεί και ορίζει το έδαφος πραγματικών αντιδιαχειριστικών και αντι-ΕΕ αγώνων, ηττάται.
  6. Αξίζει να σημειωθεί, ότι παρά τη συστηματική προσπάθεια από τον αστικό τύπο προεξόφλησης της εμφάνισης ψηφοδελτίων της ΧΑ στα ελληνικά πανεπιστήμια, οι διαδικασίες του φοιτητικού κινήματος συνεχίζουν να αποτελούν εχθρικό και ξένο έδαφος για τις δυνάμεις της ΧΑ σε πείσμα της συνολικής τους στήριξης από τις δυνάμεις του συστήματος. Οι Φασίστες δε προσέγγισαν τις σχολές.
  7. Την μέρα των φοιτητικών εκλογών, όχι σε κάποια μακρινή χώρα που καταγγέλλει ο ΟΗΕ, αλλά στην Ελλάδα της ΕΕ και της ΟΝΕ, τα σκυλιά των αφεντικών άνοιξαν πυρ σε μετανάστες που ζητούσαν το ξεροκόμματο για το οποίο δούλεψαν σα σκλάβοι. Επομένως, δεν υπάρχει η πολυτέλεια της θριαμβολογίας και του εφησυχασμού. Ούτε λεπτό χαμένο, όλοι στον αγώνα για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και του κοινωνικού εκφασισμού.

 
Το γραφείο τύπου του ΚΣ της νΚΑ





http://nka.gr/content/%CF%86%CE%BF%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82-2013

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

''...γιατί τούτη η κολασμένη θύελλα που σκοτώνει, καθώς λένε, και νεκρούς;''



Παναγιώτης Μαυροειδής
Το συνέδριο του ΚΚΕ τελείωσε και μάλιστα λίγο πριν την ώρα του. Οι γνώμες για τη συζήτηση που έγινε εκεί, ποικίλουν. Το ίδιο και η στάση απέναντι στη μια ή την άλλη άποψη που διατυπώθηκε  στον δημόσιο ή υπόκωφο διάλογο της ιστορικότερης δύναμης κομμουνιστικής αναφοράς. Υπάρχει όμως και μια διαπίστωση που θα αποδεικνύεται όλο και πιο κοινή: Όλα αυτά, δε βγήκαν από το πουθενά, αλλά από την απαιτητική σημερινή πραγματικότητα που απαιτεί, προσβλέπει, αλλά και θα κρίνει πολύ αυστηρά την αριστερά, πολύ δε αυστηρότερα την επαναστατική.
 Όλες αυτές οι αντιπαραθέσεις, θαρρείς και στροβιλίζονται και αποκτούν επικίνδυνη δυναμική  μέσα  σε μια χύτρα, πάνω σε μια φωτιά ολοκόκκινη και βουερή που ρωτάει δυνατά:
«Μα πως εσείς κομμουνιστές και επαναστάτες για τη μεγάλη ώρα, αυτή ακριβώς τη στιγμή, φοβάστε να αναμετρηθείτε με το απαιτητικό παρόν και αναζητείτε παρηγοριά είτε στο ‘’παλιό καλό παρελθόν’’ είτε στο ‘’σίγουρα φωτεινό μέλλον’’;»  
Και είναι μια κοινωνική φωτιά, πάνω σε ένα ευρύτερο πυρακτωμένο έδαφος κοινωνικής καταστροφής και κρίσης, που νομίζεις πως μπορεί εξ ίσου να προσδώσει μια απίστευτη ενέργεια απογείωσης στις αριστερές απελευθερωτικές ιδέες, όσο και να κάψει όσους μιλούν στο όνομά τους, αλλά φοβούνται να αναμετρηθούν με τις απαιτήσεις και προϋποθέσεις τους.
Στο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μικρότερη η ένταση της συζήτησης. Σφιγμένα  τα στομάχια και εκεί, κάθε φορά που είναι να μιλήσει ένας επώνυμος και να αρχίσει να αραδιάζει περί αριστερής δημοσιονομικής προσαρμογής, πετυχημένης πολιτικής Ομπάμα, σώφρονος εκσυγχρονιστικής γραμμής Καραμανλή και εσχάτως για το ενιαίο αντιμνημονιακό μέτωπο με τον Καμένο. Γιατί αλήθεια,  όσο ψηλώνει εκλογικά αυτή η μεταρρυθμιστική αριστερά, άλλο τόσο κονταίνει η αύρα της και λειαίνεται το δόρυ της;
Μα και στην αντικαπιταλιστική αριστερά, παρά την πείσμονα αντοχή της και επιμονή της στον επαναστατικό δρόμο, δεν περισσεύουν τα χαμόγελα… Φαίνεται ολοκάθαρα πως η κατάδειξη της ανθρωποβόρας κρίσης του σύγχρονου καπιταλισμού, δεν δικαιώνει αυτόματα ένα αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό, αλλά με εξίσου πιεστικό τρόπο ωθεί αγωνιστές σε κρυφά μονοπάτια ‘’επιβίωσης και σωτηρίας’’, έως ότου περάσει η μπόρα. Η ομολογημένη  στρατηγική αδυναμία της  κοινοβουλευτικής -και εν τέλει συστημικής αριστεράς-, κάθε άλλο παρά σηματοδοτεί απαραίτητα την αντεπίθεση της επαναστατικής πολιτικής και των ανατρεπτικών ιδεών, αλλά  διαμορφώνει και το υπόστρωμα των μειωμένων προσδοκιών και αναδεικνύει για άλλη μια φορά την τέχνη του εφικτού και του ελάχιστου, με την απαραίτητη καταδίκη μιας φαντασιακής ‘’καθαρότητας’’.
Δε θα έπρεπε λοιπόν η κοινωνία να εξεγερθεί και μαζί της δεν είναι άραγε ‘’φυσικός νόμος’’, οι κοινωνικές και πολιτικές πρωτοπορίες, να τραβάνε, η κάθε μία με τον τρόπο της, όλο και πιο αριστερά; Πως γίνεται, εν μέσω ενάμισι εκατομμυρίων ανέργων, άπειρων φτωχών και ταπεινωμένων και μιας βαθειάς κρίσης ενός καπιταλισμού που είναι όλο και πιο κατονομάσιμος για τις ευθύνες του και αναγνωρίσιμος στις βάρβαρες μεθόδους του, η αριστερά, να αγκομαχά να βρει τον ''εύκολο δρόμο'' που θα προσπερνά την τραχύτητα του εργατικού λαϊκού ξεσηκωμού και να γλιστρά συνεχώς στο μονοπάτι της προσαρμογής στους συσχετισμούς και της ανυποληψίας;
Η συζήτηση αναγκαία πάνω σε αυτά. Η ενοχοποίηση των απαντήσεων αχρείαστη. Ο διάλογος πρέπει να είναι ευρύς, συντροφικός, χωρίς απαγορευμένες ζώνες και αυτολογοκρισία.
Ας μας επιτραπεί να επιστρατεύσουμε λίγο τον Μπέρτολτ Μπρέχτ και τον μαγικό του τρόπο να συζητάει θέτοντας τα ερωτήματα.
Αναρωτιέται λοιπόν σε ένα πολιτικό του κείμενο ο μεγάλος στοχαστής, που φέτος αναστήθηκε πολλαπλά και πάλι στις θεατρικές αίθουσες, μέσα από διάφορα έργα του:
‘’Δεν θα έπρεπε η ανθρωπότητα, μπροστά στις τόσες μηχανές και τεχνικές προόδους που της ευκολύνουν τη ζωή, να νιώθει το ρόδινο φως, το δροσερό πρωινό αγέρι να σημαίνει τον ερχομό ευλογημένων εποχών; Γιατί, λοιπόν, είναι όλα τριγύρω τόσο γκρίζα, γιατί τούτη η κολασμένη θύελλα που σκοτώνει, καθώς λένε, και νεκρούς;’’
Ευθύς αμέσως θα δώσει την δική του απάντηση:
‘’Όταν η κυρίαρχη τάξη σαπίζει, τότε η σαπίλα κυριαρχεί.’’
Ο ορισμός της απαισιοδοξίας ή μήπως ένα βολικό άλλοθι; Και οι δύο αναγνώσεις μπορούν κάλλιστα να υπάρξουν, μαζί και με πολλές άλλες. Ο Μπρεχτ όμως δεν αφίσταται ποτέ από  τις δεσμευτικές και στρατευμένες απαντήσεις, παίρνοντας όλο το ρίσκο. Σκαλίζει και βαθαίνει τα ερωτήματα, προτιμά  να διαβάσει αντί να παραγγείλει την πραγματικότητα, καλεί σε αυτοκριτική εξέταση και αναστοχασμό  πάνω στους δρόμους δράσης για να έρθουν οι ‘’ευλογημένες μέρες’’, κόντρα στην ‘’κολασμένη θύελλα’’.
Γράφοντας σε μια συγκεκριμένη εποχή όπου:
«κανένας υλιστής δεν θα περίμενε, πως οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές θέσεις του προλεταριάτου θα μπορούσαν να ανατραπούν τόσο βίαια, όπως τις ανέτρεψε ο φασισμός και οι ιδέες των προλετάριων, οι ιδέες που δημιουργούνται από την κοινωνική τους θέση, θα έμεναν άθικτες»,
δεν διστάζει να διαπιστώσει:
«Βέβαια, ούτε ένας ακέραιος επαναστάτης δεν αποπροσανατολίστηκε με την επικράτηση του φασισμού - ούτε ένας όμως δεν άφησε και τις απόψεις του χωρίς επανεξέταση. Πιο ανεπηρέαστοι μπορεί να έμειναν εκείνοι που θεωρούσαν τον εαυτό τους οικοδόμο του κομμουνισμού, που περίμεναν τον κομμουνισμό σαν «επόμενο» κοινωνικό σχηματισμό και θεωρούσαν το προλεταριάτο σαν την τάξη που θα τον «πραγματοποιούσε». Είδαν το φασισμό - να λοιπόν που ο κομμουνισμός δεν ήταν «ο επόμενος» σχηματισμός! Το περίμεναν λοιπόν να έρθει. Από προφήτες του αύριο έγιναν, απλούστατα, του μεθαύριο».
Σήμερα, δεν είναι σε πρώτο πλάνο, η πολιτική μορφή του φασισμού, ως βασική έκφραση της αστικής στρατηγικής για εκμηδενισμό της εργατικής τάξης και του κινήματός της, παρά το γεγονός ότι οι φασίστες έχουν σκάσει μύτη. Ζούμε όμως στο κοινωνικό πεδίο ένα κανιβαλισμό επιστροφής στο 1900 και σε πολιτικό επίπεδο μια απόλυτη υπε-αντιδραστική στροφή σε όλες τις σφαίρες της δημόσιας ζωής. Μια πραγματική κοινωνική και πολιτική αντεπανάσταση βάθους. Είναι μια εποχή στην οποία  αναπτύσσεται ξανά και θα δοκιμαστεί σκληρά η χρόνια θεωρία του ιδιότυπου αριστερού ‘’κοινωνικού αυτοματισμού’’: Αφού έχουμε κρίση και όξυνση των προβλημάτων, ο κόσμος εκφράζει δυσαρέσκεια και  η δυσαρέσκεια δε μπορεί παρά να πάει προς τα αριστερά. Μαζικά, αυθόρμητα, καθολικά, πλειοψηφικά, ειρηνικά. Με σχεδόν αναπόδραστη εξέλιξη μια πολιτική στροφή, με αξιοποίηση των ίδιων των σημερινών πολιτικών θεσμών του συστήματος και πάνω από όλα του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης.  Από το μικρό στο μεγάλο και από εκεί στο μεγαλύτερο, από ρήξη σε ρήξη, λίγο- λίγο αρχικά, μισό -μισό στη συνέχεια, ώσπου να αλλάξουν καθολικά τα πράγματα, όταν οι ποσοτικές σωρευτικές αλλαγές, θα οδηγήσουν ώριμα  σε μια ποιοτική μεταβολή, χωρίς επαναστατικές περιπέτειες. Αυτή περίπου είναι η συλλογιστική και ξεχειλίζει από παντού μέσα στην συζήτηση της αριστεράς.
Εδώ η προαναφερθείσα σκέψη του Μπρέχτ, είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη, όταν μάλιστα  θέτει προκλητικά το ερώτημα:
‘’Εκείνοι όμως, που πρότειναν τον κομμουνισμό, απλούστατα, σαν λύση πολύ συγκεκριμένων προβλημάτων, και σκέφτονταν να τον εφαρμόσουν αξιοποιώντας υπαρκτές, πολύ συγκεκριμένες δυνατότητες, αναγκάστηκαν να βάλουν στον εαυτό τους το ερώτημα: μήπως παράβλεψαν ορισμένες άλλες διεξόδους; Μήπως δεν πρόσεξαν ορισμένες άλλες δυνατότητες; Μήπως λοιπόν απατήθηκαν στο ερώτημα, ποιες είναι οι βασικές δυνάμεις που κινούν τους λαούς;’’.
Δεν πέρασε πολύ καιρός από τότε που κυρίαρχη αντίληψη ήταν το ‘’ναι ή όχι στο μνημόνιο;’’, βάζοντας κάτω από το χαλί τα ερωτήματα που αφορούσαν τη θέση της Ελλάδας μέσα στην ΕΕ που επέβαλλε τα μνημόνια, αλλά και τις διπλά αρνητικές συνέπειες μιας αδυσώπητης καπιταλιστικής κρίσης και αντιδραστικής αναδόμησής του συστήματος,  που σαρώνει καταχτήσεις αιώνων. ‘’Θα έρθουν αυτά στην ώρα τους, ήταν η απάντηση’’… Το λιγότερο είναι που αυτή περιορισμένη οπτική δεν διέκρινε τον κίνδυνο του εγκλωβισμού σε μια πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, που αναζητεί να τετραγωνίσει σήμερα τον κύκλο. Οι  λύσεις διαπραγμάτευσης ‘’εκτός των μνημονίων και εντός ευρωζώνης’’, γελοιοποιήθηκαν σε χρόνο ρεκόρ στην Κύπρο εκπαραθυρώνοντας μια ‘’αριστερή κυβέρνηση’’ και ξεφτιλίζοντας τη συντηρητική διάδοχή της. Το σπουδαιότερο και διδακτικότερο είναι να βλέπεις αυτές τις ‘’άλλες διεξόδους’’, στο πρόσωπο της αντισυστημικής αντικοινοβουλευτικής αντι-μνημονιακής ρητορείας της ναζιστικής Χρυσής Αυγής και στα κούφια αντι-μερκελικά λόγια του Γ. Τράγκα. Θα αντικαταστήσουμε σήμερα την προηγούμενη  φενάκη με το ‘’ναι ή όχι στο ευρώ;’’, θεωρώντας το αντικαπιταλιστικό πρόταγμα αχρείαστο; Ή μήπως, ακόμη χειρότερα, θα αναβάλουμε για μια ακόμη φορά το πάντα άλυτο ζήτημα της οργάνωσης των εργαζομένων, του προσανατολισμού για  άνοδο της ταξικής πάλης σε πολιτικό επίπεδο με στόχευση την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης, στο όνομα μιας άμεσης λύσης ‘’αντιμνημονιακής’’ κυβερνητικής λύσης; Το έχει μάλλον τάμα η ελληνική αριστερά, να θεωρεί απώτατη έκφραση της στρατηγικής της το ζήτημα της κυβέρνησης, ενώ  το ζήτημα της εξουσίας, μονίμως να το θεωρεί ‘’εκτός ατζέντας’’, να αρνείται τη συζήτηση στον παρόντα χρόνο και διαρκώς να κάνει αυτοκριτική για χαμένες ευκαιρίες στο παρελθόν…
Είναι πραγματικά παράδοξο σε εποχή ανοιχτής αστικής αντεπανάστασης απέναντι ακόμη και στα  βήματα της αστικής τάξης  του προηγούμενου αιώνα, να θεωρείται άτοπη η αναζήτηση μιας επαναστατικής πολιτικής ή να αντικαθίσταται η τελευταία με την επαναστατική επαγγελία του αψεγάδιαστου μέλλοντος έναντι της βρομοδουλειάς του παρόντος.
Εδώ, θα μας χρειαστεί και πάλι ο Μπρέχτ, που θα μας υπενθυμίσει ότι η επανάσταση δεν είναι θέμα φράσης, αλλά σύνθετη κοινωνική και πολιτική διαδικασία, που απαιτεί  σκεπτόμενους μαχητές και όχι ντελάληδες, επαναστατικές πρωτοπορίες της ευρύτερης κοινωνικής κίνησης και όχι αποσπασμένους τηλεγραφητές.
Ας δούμε ορισμένες πολύτιμες σκέψεις του.
‘’Καθένας  που έχει μελετήσει μια επαναστατική εξέγερση, γνωρίζει πόσες εσωτερικές δυσκολίες μια μάζα συναντά για να εξεγερθεί. Μόνο στην ανάγκη ρίχνεται ο άνθρωπος στο άγνωστο. Η μεγαλόπρεπη φράση «το προλεταριάτο δεν έχει να χάσει παρά τις αλυσίδες του» ισχύει σαν ιστορική προοπτική και για ολόκληρη την εργατική τάξη συνολικά. Ομως, η εσωτερική ιστορία μιας επανάστασης δεν βρίσκεται τάχα ακριβώς στο ότι το προλεταριάτο - οι προλετάριοι δηλαδή - αποφασίζουν να δράσουν σαν τάξη; Στη διαδικασία αυτή πολλά έχουν να χάσουν, και πολλά να ριψοκινδυνέψουν. Αξιοπρόσεκτο είναι, πως εδώ η ίδια η ζωή θεωρείται το πιο τελευταίο, το λιγότερο σημαντικό από όλα. Συχνά την βάζουν σε κίνδυνο πολύ πιο εύκολα, παρά ένα φτωχικό σπιτάκι. Οταν η άρχουσα τάξη κλονίζεται, συνήθως οι καταπιεζόμενοι κλονίζονται, στην αρχή, μαζί της. (…) Γι' αυτό, πρέπει η ίδια η εξέγερση να πάρει κάποιον επιχειρησιακό χαρακτήρα. Να γίνει μια οργανωμένη επιχείρηση, όπου οι μάζες θα αναγνωρίσουν στοιχεία της καθημερινής τους ζωής. Να γίνει λοιπόν λογική, για να τις αγκαλιάσει.’’
Να λοιπόν που η επαναστατική φωνασκία δεν αποτελεί, στην πραγματική ζωή και ταξική πάλη, το αντίδοτο, στον τακτικισμό, στον καιροσκοπισμό και στην αναζήτηση ‘’εύκολων λύσεων’’ εντός συστήματος ‘’ως πρώτο βήμα και έχει ο θεός’’. Το ερώτημα δεν είναι ‘’τακτική ή στρατηγική;’’ σα να διαλέγεις μενού, αλλά ‘’ποια τακτική, ποια στρατηγική, ποια η σύνδεσή τους, ποια επαναστατική πολιτική;’’ τελικά. Η διαμόρφωση μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής στρατηγικής ως ενότητας βασικών στόχων και μέσων επιβολής της, είναι ο σκληρός δρόμος της διαμόρφωσης του κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου ανατροπής και αντικαπιταλιστικής επανάστασης προς μια σύγχρονη κομμουνιστική προοπτική. Έτσι ώστε η επαναστατική προοπτική να φαίνεται ‘’λογική’’ και σε αυτήν  οι εργαζόμενοι να ‘’αναγνωρίσουν στοιχεία της καθημερινής τους ζωής’’.
Ογδόντα περίπου χρόνια πριν αυτά τα γραπτά του Μπρεχτ, ένας άλλος δάσκαλος, ο Κάρλ Μάρξ, συνέταξε μαζί με γερμανούς συντρόφους τους ένα  πρόγραμμα- μόλις μίας σελίδας!- για τις ‘’απαιτήσεις του κομμουνιστικού κόμματος στη Γερμανία’’, με άμεσα συνολικά και οικονομικά μέτρα καθολικής ισχύος. Στον επίλογο σημείωνε:
‘’Είναι προς το συμφέρον του γερμανικού προλεταριάτου, της μικροαστικής και της αγροτικής τάξης, να εργαστούν με όλη την ενέργεια τους για την επιβολή των αναφερθέντων μέτρων. Διότι μόνο μέσα από την πραγματοποίηση τους μπορούν τα εκατομμύρια [ανθρώπων], τα οποία μέχρι τώρα στη Γερμανία υπόκειντο σε εκμετάλλευση από έναν μικρό αριθμό και τα οποία θα επιδιωχθεί να παραμείνουν υπό καθεστώς καταπίεσης, να καταλήξουν στο δικαίωμα τους και σ' εκείνη τη δύναμη η οποία τους οφείλεται ως τους παραγωγούς όλου του πλούτου.’’
Ας αντιπαραβάλλουμε αυτή τη συλλογιστική με την αλαζονική και απερίσκεπτη άρνηση των κομβικών αντικαπιταλιστικών και αντι-ιμπεριαλιστικών στόχων στην εποχή μας ή την άρνηση ένταξης τους στην επαναστατική προοπτική. Ο τακτικισμός/μεταρρυθμισμός και ο επαναστατικός διακηρυκτισμός, άραγε θα συνεχίσουν αέναα να  αλληλο-απαξιώνονται αναπαράγοντας τα κρισιακά φαινόμενα στην αριστερά και απομακρύνοντας τις ‘’ευλογημένες μέρες’’ της επαναστατικής τομής και της κοινωνικής χειραφέτησης;
ΥΓ: Οι αναφορές στα κείμενα του Μπρέχτ  βασίζονται  στο ένθετο του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» Ιστορία  στις 14/4/2013, τη μέρα λήξης του 19ου Συνεδρίου του. Πραγματική απόδειξη ότι, ακόμα και σε εποχές έλλειψης ή περιορισμού  του ανοιχτού διαλόγου,  τα ανοιχτά και αληθινά ερωτήματα δεν μπορούν να μπουν σε ντουλάπες, αλλά θα είναι πάντα παρόντα, βασανιστικά και  δημιουργικά.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

ΕΚΔΗΛΩΣΗ - ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΜΑΡΚΕΤΟ

Την   Δευτερα  15  Απριλιου  στις  8  το  βραδυ, Θα  πραγματοποιηθει  στον  κοινωνικο  χωρο  PARA TODAS (Φαρμακιδου 4)
Εκδήλωση -συζήτηση  με  τιτλο : «εν μέσω κρίσης, ευρώ και χρέους κουβεντιάζουμε για την ευρώπη, την δημοκρατία και την ζωή χωρίς ευρώ»  με τον  επικουρο καθηγητη πολιτικης  ιστορίας  του  Α.Π.Θ   Σπύρο  Μαρκετο


Στα τρία χρόνια μνημονιακής πολιτικής η χώρα έχει καταρρεύσει. Το εγχώριο προϊόν μειώθηκε παραπάνω από 21% σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΔΝΤ, και αναμένεται να μειωθεί άλλο 6% φέτος. Ποτέ στην παγκόσμια ιστορία, αφότου άρχισαν να τηρούνται οικονομικές στατιστικές, δεν σημειώθηκε τέτοια πτώση της παραγωγής χωρίς πόλεμο ή εμφύλιο. Σε δυο προηγούμενες συγκυρίες η Ελλάδα πλήγηκε από οικονομική κρίση ενώ βρισκόταν δεμένη σε μια νομισματική ένωση ή σε ένα σκληρό νόμισμα. Ανάμεσα στον πόλεμο του 1897 και τους Βαλκανικούς, οπότε ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος τήν κρατούσε στη Λατινική Ένωση, δηλαδή το ευρώ εκείνης της εποχής. Και το 1929-1932, όταν διατηρούσε σταθερή ισοτιμία με τη στερλίνα. Και τις δυο φορές διαλύθηκε το πολιτικό σύστημα. Η πορεία είναι σαφής: ή εμείς ή αυτοί. Το πρόβλημα είναι ότι ενώ αυτοί ετοιμάζονται συστηματικά για μια σύγκρουση που μπορεί να μετατρέψουν σε εμφύλιο, η αριστερά σφυρίζει αμέριμνα.

Νεκρός 33χρονος εργάτης στη βιομηχανική περιοχή της Σίνδου

 
Σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ 33χρονος εργάτης έχασε τη ζωή του μετά από έκρηξη που σημειώθηκε σε λεβητοστάσιο εργοστασίου στην βιομηχανική περιοχή της Σίνδου.

Το τραγικό εργατικό ατύχημα σημειώθηκε στις 8 το πρωί την ώρα που ο 33χρονος μηχανολόγος εκτελούσε εργασίες σε λέβητα που βρίσκεται σε εξωτερικό χώρο της επιχείρησης.

Τα αίτια της έκρηξης παραμένουν άγνωστα, ενώ για την υπόθεση συνελήφθη ο 44χρονος ιδιοκτήτης της επιχείρησης, η οποία έχει ως αντικείμενο την κατασκευή και ανακύκλωση πλαστικών ειδών.   Προανάκριση διενεργεί το Αστυνομικό Τμήμα Σίνδου. 


via  alfavita

Ευρωληστές και Αριστερά

Του Γιώργου Δελαστίκ
Απίστευτα πράγματα συμβαίνουν γύρω μας. Αποκαλύπτονται γεγονότα και προετοιμάζονται εξελίξεις που σηματοδοτούν το πέρασμα τόσο του γερμανικού όσο και γενικότερα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού σε μια φάση ακραίας επιθετικότητας και αρπακτικότητας που δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπιστούν από τους εργαζόμενους με απλές διαδηλώσεις και απεργίες. Κόβοντας τους μισθούς και τις συντάξεις, γδέρνοντας φορολογικά το λαό, απολύοντας κατά εκατομμύρια μισθωτούς και καταστρέφοντας επίσης εκατομμύρια μικρομεσαίων, φτάνοντας στο έσχατο σημείο να αρπάζουν και τα λεφτά που καταθέτει κάποιος στις τράπεζες, είναι φανερό ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός έχει εγκαταλείψει την πολιτική της ενσωμάτωσης στο σύστημά του των μαζών.
Έχουμε μπει πια σε μια εποχή απόλυτης τραπεζικής δικτατορίας, αντίστοιχης με την απόλυτη μοναρχία της φεουδαρχίας. Η συσπείρωση των συνιστωσών του τραπεζικού κεφαλαίου και η άσκηση βίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο εκ μέρους των αστών έχει αντικαταστήσει την –επιτυχημένη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα– μεθοδική προσπάθεια προσέλκυσης, εγκλωβισμού και ενσωμάτωσης στον καπιταλισμό άλλων κοινωνικών τάξεων, στρωμάτων και ομάδων. Οι αστοί –και στους κόλπους τους ακόμη περισσότερο οι τραπεζίτες– αισθάνονται αλαζονικά πανίσχυροι, ουσιαστικά παντοδύναμοι σήμερα. Δεν έχουν άδικο από τη σκοπιά τους. Πουθενά στην Ευρώπη δεν έχει σημειωθεί κάποια σοβαρή κοινωνική εξέγερση, πόσω μάλλον επανάσταση. Επιπροσθέτως, δεν υπάρχουν αριστερά πολιτικά κόμματα που να πρεσβεύουν την κατάληψη της εξουσίας με μη κοινοβουλευτικά ή μη ειρηνικά μέσα και να προετοιμάζουν τα μέλη, τους οπαδούς και τους λαούς τους προς την κατεύθυνση αυτή. Λογικό είναι επομένως να μη φοβούνται βίαιη ανατροπή της κυριαρχίας τους.
Η αίσθηση υπεροψίας οδηγεί τους Ευρωπαίους αστούς σε όλο και πιο προκλητικές επιλογές, οι οποίες όμως δεν αποκαλύπτουν μόνο την απληστία τους και τη θρασύτητά τους. Αποκαλύπτουν πρωτίστως το σάπισμα του καπιταλιστικού συστήματος, άρα και τις αντικειμενικές επαναστατικές δυνατότητες ανατροπής του. Ο καπιταλισμός σίγουρα υπονομεύει τον εαυτό του όταν φτάνει στο σημείο, όπως ανήγγειλε πριν από μία εβδομάδα ο επίτροπος επί των Οικονομικών της Κομισιόν, Όλι Ρεν, μιλώντας σε φινλανδικό τηλεοπτικό δίκτυο, να εκδίδει οδηγία ότι από εδώ και πέρα οποιαδήποτε κυβέρνηση οποιαδήποτε στιγμή θελήσει νομιμοποιείται (!) να αρπάζει από τους καταθέτες όσα λεφτά θέλει. Οι αστοί το γνωρίζουν αυτό. Τα αδιέξοδα του συστήματός τους όμως και φυσικά η πρώτιστη επιδίωξη της διατήρησης του πλούτου και της ισχύος τους, τους οδηγούν σε αυτή την επιλογή. Γνωρίζουν ότι μόνο με τη βία, κρυφή και φανερή αν παραστεί ανάγκη, μπορούν να υπερασπιστούν αυτή την πολιτική και είναι πανέτοιμοι και αδίστακτοι στην προοπτική κλιμάκωσης της βίας εκ μέρους τους – πολύ περισσότερο που δεν υπάρχει ακόμη τίποτα στις λαϊκές αντιδράσεις που να τους προκαλεί ανησυχία. Μιλώντας θεωρητικά, μπορεί κάποιος να ισχυρίζεται βάσιμα ότι «αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο», αλλά η ουσία είναι ότι πουθενά οι αστοί δεν έχασαν την εξουσία εξαιτίας αυτής της πολιτικής, άρα μπορούν να την συνεχίζουν άνετα!
Ούτε καν εκλογικά δεν ενισχύονται τα αριστερά, τα κομμουνιστικά ή τα επαναστατικά πολιτικά κόμματα στην Ευρώπη, παρά τη βιαιότητα και τις ολέθριες κοινωνικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Εξηγήσεις και δικαιολογίες γιατί δεν συμβαίνει αυτό μπορεί να βρει κανείς πάμπολλες και ίσως αρκετές από αυτές να είναι και ορθές. Αυτές όμως δεν αλλάζουν την ουσία η οποία έγκειται στο ότι η κρίση δεν άλλαξε το συσχετισμό δυνάμεων ούτε καν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο υπέρ των λαϊκών, κομμουνιστικών ή επαναστατικών αριστερών δυνάμεων, παρόλο που διέλυσε την παλιά σοσιαλδημοκρατία σε κάποιες χώρες ή διέσπασε τη Δεξιά. Είναι εξόφθαλμο ότι η Αριστερά μέχρι στιγμής αδυνατεί να εκφράσει αυτό που θέλουν οι χειμαζόμενες κοινωνίες του 21ου αιώνα ή να τις πείσει πολιτικά ότι αυτά που λένε οι αριστεροί συνιστούν τη λύση στα θεμελιώδη οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα των εργαζομένων και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων, κατώτερων και μεσαίων από οικονομική άποψη. Αυτό πρέπει να μας προβληματίσει βαθύτατα. Όσο και αν από πρώτη ματιά αυτό ακούγεται παράδοξο, στην κρίση αυτή δεν δοκιμάζεται μόνο το αστικό καθεστώς. Δοκιμάζεται και το αν η Αριστερά έχει πλέον λόγο ύπαρξης στον 21ο αιώνα.
Μπορεί να ακούγεται μελοδραματικό, αλλά για την Αριστερά η αναμέτρηση αυτή είναι κυριολεκτικά «ή ταν ή επί τας». Θα νικήσει ή θα πεθάνει, μέση λύση δεν υπάρχει. Δεν μπορεί να συνεχίσει να σέρνει την ύπαρξή της στο πολιτικό περιθώριο, όταν οι εξελίξεις και οι αναμετρήσεις προσλαμβάνουν κοσμογονικό χαρακτήρα. Αν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις οποιασδήποτε κατεύθυνσης κατορθώσουν να δώσουν αυτές τη λύση και τη διέξοδο, δεν γνωρίζουμε πότε θα υπάρξει επόμενος γύρος σύγκρουσης και υπό ποιους όρους. Τώρα είναι η ώρα!