Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.

ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ(Κατσίγρα) 

ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΛΑΡΙΣΑ 

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 29 ΓΕΝΑΡΗ ΣΤΙΣ 6:00 μμ

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ  ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ  ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ


Δεν  πέρασε  ούτε  ένας  χρόνος  από το  Μάιο του 2010 που  είχαμε  καταγγείλει με  προκήρυξή μας  την επερχόμενη  συγχώνευση σχολείων και την  ανατροπή των  εργασιακών δικαιωμάτων των  εκπαιδευτικών και  ήδη  το  υπουργείο με  «μπροστάρη» την  περιφερειακή  διεύθυνση  Θεσσαλίας  προβαίνει στο  «απίστευτο» , μετακινεί στην μέση της χρονιάς  εκπαιδευτικούς  από την Θεσσαλία  προς κάθε  νομό της χώρας. Η  περιφερειακή διεύθυνση  και το  υπουργείο  μάλλον θεωρούν τους  εκπαιδευτικούς αδρανή υλικά  προς  εναπόθεση  όπου και όταν τους  βολεύει. Προφανώς   η  κυρία  Υπουργός  αγνοεί ότι οι καθηγητές  έχουν  οικογένειες  και  υποχρεώσεις όπως όλοι  οι εργαζόμενοι. Σε  μια  εποχή  που  η ανεργία  σπάει το ένα  ρεκόρ μετά το άλλο και το υπουργείο θα  έπρεπε να  φροντίζει  για την αύξηση των θέσεων εργασίας  η υπουργός  παλεύει  με  απίστευτη  στοχοπροσήλωση για  την   μείωση των θέσεων εργασίας . Αυτή  η  πολιτική  της  κατεδάφισης  κάθε δικαιώματος  δεν  αποτελεί  «εξορθολογισμό» όπως διατείνονται  τα  στελέχη του υπουργείου αλλά  δημιουργία  ενός  εργασιακού  Νταχάου. Είναι  επιτακτική  ανάγκη  οι  εκπαιδευτικοί  να  συνειδητοποιήσουν  το  μέγεθος της  επίθεσης και να ορθώσουν  μια  αδιαπέραστη  γραμμή υπεράσπισης  των εργασιακών τους δικαιωμάτων αλλά  και του  αδιαπραγμάτευτου  της  δημόσιας δωρεάν  παιδείας για όλα τα παιδιά. ΄Όσοι  συνάδελφοι  είχαν ή έχουν  αυταπάτες πως δεν  θα θιγούν (κοινός  αυτοί θα την γλιτώσουν) μάλλον  πρέπει να  το ξανασκεφτούν και να  βγουν από την  «σιγουριά  των  αιρετών φίλων» και να  σμίξουν  με  το  μεγάλο  κομμάτι  των  αγωνιζόμενων συναδέλφων. Ως  ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ  ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ  ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ καλούμε  όλους  τους  συναδέλφους  να  πλαισιώσουν  τις  κινητοποιήσεις του  σωματείου και να μην  δεχτούν μοιρολατρικά –όπως κάποιοι θα  ήθελαν- τον εργασιακό μεσαίωνα και την διάλυση της  εκπαίδευσης.



ΛΑΡΙΣΑ  27-1-2011

Κείμενο Εργασίας του ΝΑΡ για την καπιταλιστική κρίση

Κείμενο Εργασίας του ΝΑΡ για την καπιταλιστική κρίση


soma_krisi1.gifΔόθηκε στη δημοσιότητα το "κείμενο εργασίας" του ΝΑΡ για το Πανελλαδικό Σώμα που θα πραγματοποιηθεί την άνοιξη με θέμα "Καπιταλιστική κρίση και αριστερά". Με το κείμενο εργασίας, αλλά και τους επόμενους σταθμούς μέχρι το 3ο Συνέδριο του ΝΑΡ, επιχειρούμε να θέσουμε τα θεμελιώδη ερωτήματα της εποχής μας. Να σκιαγραφήσουμε πρώτες απαντήσεις, ανοιχτές στο δημιουργικό διάλογο, στη ζωογόνα συντροφική κριτική-αυτοκριτική και στην επιστημονική έρευνα εντός του ΝΑΡ και της ν.ΚΑ, αλλά και στο ευρύτερο δυναμικό της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στις μαχόμενες πρωτοπορίες του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος, στη ριζοσπαστική διανόηση, στη «συλλογική σοφία» των δρώντων επαναστατικών υποκειμένων.
Σε αυτή την κατεύθυνση, περιμένουμε την συμβολή, τη συμμετοχή στη συζήτηση, το διάλογο, με άρθρα και γνώμες, παρατηρήσεις και κριτικές. Ο διάλογος αυτός και ότι αφορά το Πανελλαδικό Σώμα θα δημοσιεύεται σε ειδικό για το θέμα ιστολόγιο.

Έφυγε πολύ νωρίς ο σύντροφος Θανάσης Φώτης

 
Έφυγε πολύ νωρίς ο σύντροφος Θανάσης Φώτης PDF Εκτύπωση E-mail
26.01.11
thanasis_fotis.gifΈφυγε την Τετάρτη 26/1 από τη ζωή ο σύντροφος Θανάσης Φώτης σε ηλικία μόλις 48 χρόνων. Μια μεγάλη απώλεια για όλους μας! Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη 27 Ιανουαρίου, στις 4.00 μ.μ. στο νεκροταφείο Γλυφάδας.
.
Σύντομο Βιογραφικό 
Γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα με καταγωγή από την Άνω Μέλπεια Μεσσηνίας.
Στη συνέχεια με τους γονείς του και τον αδελφό του Δημήτρη, ήρθαν στην Αθήνα και έμειναν στην Καλλιθέα.
Ο σ. Θανάσης Φώτης από μικρός συμμετείχε στους κοινωνικούς αγώνες και εντάχτηκε στην πολιτική δράση.για συνέχεια πατήστε εδώ

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Αλληλεγγύη στους 300 μετανάστες απεργούς πείνας

Αλληλεγγύη στους 300 μετανάστες απεργούς πείνας PDF Print E-mail
Sunday, 23 January 2011 16:06
Η Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία για την Ανατροπή εκφράζει την αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη της στους 300 μετανάστες απ’ όλη την Ελλάδα που θα ξεκινήσουν απεργία πείνας την Τρίτη 25 Ιανουαρίου, διεκδικώντας τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών χωρίς προϋποθέσεις.
Η κίνηση αυτή των μεταναστών είναι το ύστατο όπλο που έχουν για να ζήσουν με αξιοπρέπεια και με στοιχειώδη δικαιώματα. Διωγμένοι από τη φτώχεια, την ανεργία, τους πολέμους, τις δικτατορίες στις χώρες τους, συναντούν τη ρατσιστική πολιτική της κυβέρνησης που τους «υποδέχεται» με τα σχέδιά της για τον φράχτη στον Έβρο και τον νέο «αντιμεταναστευτικό» νόμο Παπουτσή. Ένα νόμο που όχι μόνο δεν προσφέρει άσυλο ή νομιμοποίηση σε όλους τους μετανάστες, αλλά αναγκάζει ακόμη και τους για πολλά χρόνια εργαζόμενους μετανάστες στη χώρα μας να… αναμένουν την «φιλεσυπλαχνία» του Υπουργού Προ.Πο. μήπως και τους παραχωρήσει παράταση της άδειας παραμονής για ένα μόλις χρόνο!
Η συνεργασία της κυβέρνησης με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ, που ξεκίνησε με την υπερψήφιση του Μνημονίου, συνεχίζεται τώρα και στο πεδίο της «κοινωνικής πολιτικής». Για να δικαιολογήσουν την κρίση ενός γερασμένου συστήματος και τις τραγικές συνέπειες μιας αντεργατικής και αντιλαϊκής πολιτικής και να αποπροσανατολίσουν την οργή των εργαζόμενων και της νεολαίας θέλουν να μετατρέψουν τους μετανάστες  σε «αποδιοπομπαίους τράγους».
Ο αγώνας αυτών των μεταναστών έρχεται να προστεθεί στον αγώνα που δίνουν Αφγανοί, Ιρανοί και Παλαιστίνιοι πρόσφυγες που διεκδικούν πολιτικό άσυλο. Έρχεται να προστεθεί στην πάλη του συνόλου του εργατικού και λαϊκού κινήματος για την ανατροπή του Μνημονίου, την απομάκρυνση της Τρόικα και την απόκρουση της ρατσιστικής ακροδεξιάς δημαγωγίας. Οι 300 μετανάστες ζητούν το αυτονόητο δικαίωμά τους να μην θεωρούνται «λαθραίοι». Όπως οι ίδιοι λένε, ζητάνε «από τους Έλληνες συναδέλφους εργαζομένους, από κάθε άνθρωπο που τώρα υποφέρει κι αυτός από την εκμετάλλευση του ιδρώτα του, να σταθεί δίπλα τους». Η ενότητα της πάλης ντόπιων και μεταναστών εργατών, η αλληλεγγύη και η έμπρακτη υποστήριξη του αγώνα τους είναι ο δρόμος για τη νικηφόρα έκβαση αυτή της μάχης.
- ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΑΠΕΡΓΟΙ ΠΕΙΝΑΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ! - ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
- ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΑΘΡΑΙΟΣ- ΙΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ
 
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα σταθεί στο πλευρό των απεργών πείνας με κάθε δυνατό τρόπο. Καλούμε όλα τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάθε δημοκρατικό πολίτη και όλο το λαό να περάσουν από τη Νομική Σχολή της Αθήνας για να εκδηλώσουν με έμπρακτο τρόπο την αλληλεγγύη τους.

Συνέλευση Τοπική ΑΝΤΑΡΣΥΑ Λάρισας

Συνέλευση της Τοπικής Επιτροπής Λάρισας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ την Τρίτη στις 8.00 μμ
στα γραφεία στην οδό Μεγ.Αλεξάνδρου 35 στην Λάρισα .

Είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι!

Όταν ο βρετανικός Economist, το αιματοβαμμένο πλέον και υπεραντιδραστικό Κόμμα του τσαγιού στις ΗΠΑ και ο Πάγκαλος στα καθ’ ημάς ξεσπαθώνουν κατά των δημοσίων υπαλλήλων, ε, τότε κι εμείς, στα βήματα του διευθυντή της γαλλικής Le Monde που την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη αναφώνησε «είμαστε όλοι Αμερικάνοι!» δεν μπορούμε παρά να δηλώσουμε, «είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι!» Γιατί, κακά τα ψέματα, η επίθεση στους δημοσίους υπαλλήλους δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά το προπέτασμα καπνού που κρύβει και νομιμοποιεί στη συνέχεια την κατάργηση του δημόσιου, δωρεάν και κοινωφελή χαρακτήρα των υπηρεσιών που εξακολουθεί να παρέχει το κράτος. Επίσης, ο ρατσιστικός διασυρμός των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποσκοπεί παρά στην αναίρεση εργασιακών δικαιωμάτων και συνδικαλιστικών κατακτήσεων που, σε σύγκριση με τα Νταχάου του ιδιωτικού τομέα όπου το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην απεργία ισοδυναμεί με απόλυση, θυμίζουν πραγματικά άλλες εποχές – πολύ πιο δημοκρατικές!
«Ετοιμαστείτε για τα χειρότερα» προειδοποιούσε ο Economist με το πρώτο θέμα του πρώτου του τεύχους για το 2011, αναφερόμενος στις αντιδράσεις των δημοσίων υπαλλήλων όλου του κόσμου – από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους της Καλιφόρνιας μέχρι τους γάλλους σιδηροδρομικούς και τους έλληνες δασκάλους – εν όψει των μέτρων λιτότητας που προμηνύονται. Στη συνέχεια παρέθετε τις αιτίες του κακού στον δημόσιο τομέα. «Σε πολλές πλούσιες χώρες οι μισθοί στον δημόσιο τομέα είναι κατά μέσο όρο υψηλότεροι, οι συντάξεις πολύ καλύτερες και οι δουλειές πολύ πιο σίγουρες». Το «ολίσθημα» των δημοσίων δεν έγκειται μόνο στο ότι δεν παίρνουν τις συντάξεις και τους μισθούς πείνας του ιδιωτικού τομέα! Το βρετανικό έντυπο εκφράζοντας με τον πιο γνήσιο τρόπο το μίσος που σιγά – σιγά διαμορφώνεται στις πολιτικές ελίτ απέναντι ακόμη και στις πιο θεσμικές και επίσημα αναγνωρισμένες μορφές εκπροσώπησης των εργατικών συμφερόντων, ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στα ίδια τα συνδικάτα των δημοσίων, που πλέον θεωρούνται επικίνδυνος αναχρονισμός. «Καθώς η συμμετοχή στα συνδικάτα κατέρρευσε στον ιδιωτικό τομέα τα προηγούμενα 30 χρόνια (από 44% του εργατικού δυναμικού στο 15% στη Βρετανία και από 33% στο 15% στην Αμερική) στον δημόσιο τομέα έχει παραμείνει υψηλή. Στην Βρετανία περισσότεροι από τους μισούς εργάτες είναι συνδικαλισμένοι. Στην Αμερική τα στοιχεία δείχνουν 36% (ενώ το 1960 ήταν 11%). Στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι ανήκουν σε συνδικάτα», κοκ. Σε τρεις κατευθύνσεις στρέφονται οι προτάσεις του βρετανικού εντύπου που στην εικαστική κάλυψη του θέματος παρομοιάζει τον δημόσιο τομέα με ένα αποκρουστικό, χονδρό τέρας που έχει την κοιλιά του παραγεμισμένη με κάρτες οι οποίες γράφουν: «μεγαλύτερες συντάξεις», «λιγότερες ώρες», «καλύτερη αμοιβή», «σύνταξη στα 50», «μεγαλύτερα συνδικάτα», «ρεπό», κ.α. Πρόκειται ενδεχομένως για την εικαστική απεικόνιση του χαρακτηρισμού «κοπρίτες» που απηύθυνε ο αντιπρόεδρος του Γ. Παπανδρέου στους δημόσιους υπάλληλους.
Τι προτείνει ο Economist, εκφράζοντας μια αναδυόμενη, νέα πολιτική συναίνεση; Πρώτο, «τα 65 θα πρέπει να είναι η ελάχιστη ηλικία συνταξιοδότησης για τους ανθρώπους που δαπανούν τις ώρες τους στις αίθουσες διδασκαλίας και τα γραφεία, ενώ οι νέοι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να ενταχθούν σε συνταξιοδοτικά σχήματα». Δεύτερο, «το δικαίωμά τους στην απεργία θα πρέπει να περιοριστεί, ενώ οι κανόνες που διέπουν τις πολιτικές χορηγίες, ακόμη και τον συνδικαλισμό θα πρέπει να γίνουν εθελοντικοί, όπου κάθε μέλος αποφασίζει αν θα δώσει ή θα γίνει μέλος». Και τρίτο «την πρόσληψη μιας νέας γενιάς εργατών με διαφορετικές συμβάσεις»! Οι συντάκτες του βρετανικού εντύπου δεν κρύβουν τον θαυμασμό τους και για το γερμανικό θαύμα όπου «οι μισθολογικές αυξήσεις στον δημόσιο τομέα υπολείπονται εκείνων του ιδιωτικού τομέα και οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν επιτρέπεται να απεργήσουν»!
Στις ΗΠΑ στο στόχαστρο της νεο-αντιδραστικής εκστρατείας του Κόμματος του τσαγιού, που η επιθετικότητα και η επικινδυνότητά του έγινε σαφής σε όλους με αφορμή την δολοφονική επίθεση στην Αριζόνα την οποία ενέπνευσε, βρίσκονται οι δάσκαλοι. Σε τρεις μάλιστα Πολιτείες δόθηκε η δυνατότητα ακόμη και απόλυσής τους στην περίπτωση που κριθούν ακατάλληλοι στο πλαίσιο της αξιολόγησης τους, για δύο συνεχόμενες χρονιές.
Το πολιτικό σκάνδαλο έγκειται στην προσπάθεια μεταβίβασης στους δασκάλους των αιτιών διάλυσης των δημόσιων σχολείων. Γιατί, πολύ σημαντικότερη αιτία υποβάθμισης των γνώσεων των μαθητών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ είναι οι άγριες περικοπές παρά οι ελλείψεις των δασκάλων, όσο υπαρκτές κι αν είναι. Η αλήθεια είναι πως το σημείο στο οποίο έχουν φτάσει οι μειώσεις δαπανών στις ΗΠΑ απέχει έτη φωτός μέχρι στιγμής απ’ όσα έχουν καταφέρει οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Στην Καλιφόρνια, την άλλοτε χρυσή πολιτεία, η διανομή δωρεάν βιβλίων στους μαθητές έχει σταματήσει πλήρως και τα βιβλία δίνονται σε ηλεκτρονική μορφή δημιουργώντας μια γενιά μορφωμένων ανθρώπων που δεν θα έχουν καν πιάσει στα χέρια τους βιβλία, ενώ στην Χαβάη οι μέρες του σχολείου μειώθηκαν από πέντε σε τέσσερις επειδή το σχετικό κονδύλι του πολιτειακού προϋπολογισμού έπρεπε να περικοπεί κατά 20%! Και με την ίδια ευκολία που θα μείωναν τις ώρες εργασίας σε μια αυτοκινητοβιομηχανία επειδή πρέπει να μειωθεί η παραγωγή λόγω πτώσης των πωλήσεων, μείωσαν και τις ώρες εργασίας των δασκάλων, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι αυτό σημαίνει την ραγδαία υποβάθμιση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης τουλάχιστον για τα παιδιά των πιο φτωχών, των εργαζομένων και πλέον των μεσαίων εισοδημάτων, που αδυνατούν να πληρώσουν το κόστος των ιδιωτικών σχολείων.
Αντί λοιπόν να απολογηθούν οι κυβερνήτες των Πολιτειών και ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα για την κατάργηση στην πράξη της δημόσιας παιδείας ρίχνουν από κοινού την πέτρα του αναθέματος στους δασκάλους, που γίνονται εξιλαστήρια θύματα και χαρακτηρίζονται υπεύθυνοι για τα χάλια της παιδείας.
Το ίδιο συμβαίνει στην Ευρώπη και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα. Η φιλολογία για τις «υψηλές αμοιβές» των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ επιχειρεί να συγκαλύψει την κατάργηση των δημόσιων υπηρεσιών. Έτσι, τη στιγμή που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να επιβάλει δίδακτρα στα δημόσια πανεπιστήμια και να τα παραδώσει στους μάνατζερ της αγοράς καταργώντας τον δωρεάν χαρακτήρα της πανεπιστημιακής παιδείας, τη στιγμή που έχει χιλιάδες πανεπιστημιακούς καθηγητές απλήρωτους, οδηγώντας τους να ζητούν δανεικά για να ζήσουν, θυμάται την οικογενειοκρατία στα ΑΕΙ. Τη στιγμή που διαλύει τις δημόσιες συγκοινωνίες μέσω της μείωσης των δρομολογίων των αστικών λεωφορείων και της αύξησης του εισιτηρίου κατά 40% και της κατάργησης δρομολογίων του ΟΣΕ ταυτόχρονα με την αύξηση του εισιτηρίου ακόμη και κατά 300%, ανακαλύπτει τους υψηλούς μισθούς των οδηγών λεωφορείων και των μηχανοδηγών! Τη στιγμή που έχει οδηγήσει τα δημόσια νοσοκομεία και τα ασφαλιστικά ταμεία σε τριτοκοσμικά χάλια, με μέση ώρα αναμονής στα εφημερεύοντα των νοσοκομείων Παίδων 6 ώρες και πλήθος δωρεάν μέχρι πέρυσι παροχών και εξετάσεων να καταργούνται, στρέφει τα φώτα της δημοσιότητας στα φαινόμενα διαφθοράς. Κι αυτό μάλιστα όταν όλοι ξέρουν πως αν η Ζίμενς, ο ευρωπαϊκός μας προμηθευτής, πέρα από ιατρικά μηχανήματα προμήθευε γιατρούς και νοσοκόμους όχι μόνο θα καλύπτονταν τα χιλιάδες κενά αλλά θα φτιάχνονταν και νέα σύγχρονα οργανογράμματα, με επιπλέον οργανικές θέσεις… Η κυβέρνηση παρόλα αυτά ετοιμάζεται να κλείσει νοσοκομεία και κέντρα υγείας μέσω των συγχωνεύσεων, με απώτερο σκοπό να μειωθούν οι δαπάνες κατά ένα τρίτο όπως προβλέπεται στο τρίτο Μνημόνιο, οδηγώντας το επίπεδο της δημόσια υγείας σε προ-ΕΣΥ εποχές.
Κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω είναι ότι η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου επιδιώκει να αναιρέσει όλη την κοινωνική πρόοδο που συντελέστηκε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, προκειμένου να εφαρμόσει την πολιτική του Μνημονίου. Υλοποιεί μάλιστα την κοινωνική οπισθοδρόμηση ωθώντας τους εργαζόμενους σε έναν γενικευμένο αλληλοσπαραγμό όπου ο άνεργος θα επιτίθεται στον δάσκαλο και ο ασθενής στον οδηγό του λεωφορείου, με απώτερο ζητούμενο να θωρακιστεί η πολιτική τους. Η στοχοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων επομένως δεν είναι τυχαία. Η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους όπως επιδιώκει η κυβέρνηση δεν πρόκειται να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά γιατί, απλώς, αλλού βρίσκονται οι αιτίες των ελλειμμάτων. Το μόνο που θα σημάνει μια ήττα των δημοσίων υπαλλήλων στον αγώνα τους να υπερασπίσουν τον δωρεάν και κοινωφελή χαρακτήρα των δημόσιων υπηρεσιών και των δικών τους δικαιωμάτων θα είναι νέα ώθηση στην κυβέρνηση για να βάλει το μαχαίρι ακόμη πιο βαθιά, καταργώντας για παράδειγμα δια νόμου το δικαίωμα στην απεργία, κατά το γερμανικό πρότυπο το οποίο χαρακτηρίζει «αχτίδα φωτός» ο Economist, τις συντάξεις και τις συλλογικές συμβάσεις! Αυτό είναι το σχέδιο τους, στην πλήρη του εφαρμογή.
Πρόκειται μάλιστα για μια πολιτική που με τον ίδιο κανιβαλικό τρόπο εφαρμόζεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ανεπτυγμένου κόσμου. «Σε όλη τη χώρα, κυβερνήτες και δήμαρχοι παλεύοντας με τις μειώσεις του προϋπολογισμού κατηγορούν τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα για τα προβλήματα», ανέφερε σχετικό άρθρο του New Yorker με τίτλο State of the unions, πριν λίγες μέρες, βεβαιώνοντας έτσι πως το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό. Οι ρίζες του αντίθετα βρίσκονται στα δισεκατομμύρια που ξόδεψαν οι κυβερνήσεις όλων των χωρών για να σώσουν τις τράπεζες, την προηγούμενη διετία. Αυτό τον λογαριασμό επιχειρούν τώρα να μεταβιβάσουν στην κοινωνία. Και για να συγκαλυφθεί το έγκλημα που συντελείται ο Πάγκαλος (αφού διόρισε την κόρη του στο δημόσιο όσες περισσότερες φορές μπορούσε) αποκαλεί τους δημόσιους υπάλληλους «κοπρίτες», ο πρώην κυβερνήτης της Μινεσότα «εκμεταλλευτές» κατά το New Yorker, και ο Economist θυμάται τον Γουίλιαμ Κόμπετ που τους αποκαλούσε «φορο-φαγάδες»!
Τέλος, οργή και γέλια προκαλεί ταυτόχρονα το γεγονός ότι τα «πρώτα βιολιά» στην επίθεση κατά των δημοσίων υπαλλήλων είναι δημόσια πρόσωπα που αμείβονται συστηματικά από το δημόσιο! Καθηγητές πανεπιστημίων, εκλεγμένοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι που έχουν αναγάγει σε τέχνη να απομυζούν τις δημόσιες μισθοδοσίες, με μια επινοητικότητα που θα τη ζήλευε ο νους του απλού ανθρώπου και συναγωνίζεται μόνο την αυθάδεια και την ικανότητα τους να επιβιώνουν παρέχοντας συμβουλές, έχουν αναγορευτεί σε κατ’ επάγγελμα υβριστές των δημοσίων υπαλλήλων και υμνητές της ανταποδοτικότητας – αρκεί φυσικά να μην αφορά τα δικά τους έσοδα.
ΥΓ. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων υπογραμμίζεται ότι ο γράφων, με εξαίρεση την έκτακτη αμοιβή που αντιστοιχεί σε μερικές δεκάδες διδακτικές ώρες, ουδέποτε συμπεριλήφθη σε καταστάσεις μισθοδοσίας του ελληνικού δημοσίου.
Λεωνίδας Βατικιώτης

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΛΑΡΙΣΑΣ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 21/1/2011


Καμιά  αμφιβολία  δεν άφησε ο Υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου   με την δήλωσή του πως: «δεν πειράζει εάν κλείσουν τα μικρά φαρμακεία». Ομολόγησε τον  πραγματικό στόχο της κυβέρνησης  που δεν είναι άλλος από την επέλαση των πολυεθνικών  στο χώρο της λιανικής πώλησης των φαρμάκων. Οι αστειότητες περί  ανοίγματος  στον ανταγωνισμό των «κλειστών επαγγελμάτων» με στόχο την μείωση των τιμών δεν ξεγελάνε ποια  κανέναν. Η συγκεντροποίηση που θα  επέλθει θα  οδηγήσει  στην  αύξηση των τιμών των φαρμάκων για τους καταναλωτές  και στην απόλυτα  ελεγχόμενη κυκλοφορία τους από τις  πολυεθνικές εταιρείες.  Επιχειρούν την βίαιη προλεταριοποίηση των μικρομεσαίων στρωμάτων της Ελληνικής κοινωνίας επιβάλλοντας  στους φαρμακοϋπαλλήλους και τους αυτοαπασχολούμενους εξοντωτικά ωράρια εργασίας. Την ώρα που  βυθίζουν την χώρα  στη  χρεοκοπία   φροντίζουν  να  παραδώσουν  κάθε  δραστηριότητα  στο  πολυεθνικό κεφάλαιο  και στην ασύδοτη αγορά. Πρέπει τώρα   να  σταματήσουμε  αυτή την πολιτική που οδηγεί σε  μαρασμό και φτώχεια τον λαό μας. Καλούμε  κάθε  εργαζόμενο και αυτοαπασχολούμενο να  ξεσηκωθεί και με  απεργίες και διαδηλώσεις να  διώξει αυτή την κυβέρνηση των «κοπριτών» και κάθε  επίδοξο διαχειριστή αυτής της πολιτικής.  




ΑΝΤικαπιταλιστική ΑΡιστερή ΣΥνεργασία για την Ανατροπή
(ΜΕΤΩΠΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ  ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ)
http://www.antarsyalarisas.blogspot.com/
Πιο ζωντανός εσύ ‘σαι λένιν
Απ’ όλους εμάς τους ζωντανούς

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Τι σημαίνουν οι διαρθρωτικές αλλαγές που επιδιώκει η τρόικα και η κυβέρνηση;



Του Δημήτρη Καζάκη          

Μετά από το 3ο κατά σειρά επικαιροποιημένο μνημόνιο, την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου για τα εργασιακά και την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2011, έχουμε μπει σε νέα περίοδο. Το ζητούμενο δεν είναι τόσο οι περικοπές και οι μειώσεις, όσο η δραστική αλλαγή των όρων διάθεσης και αναπαραγωγής της εργασίας. Είναι μέρος των «διαρθρωτικών αλλαγών» που ζητάνε επίμονα οι κηδεμόνες του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ. Το συνολικό καθεστώς προστασίας και δικαιωμάτων της εργατικής δύναμης ανατρέπεται εκ βάθρων. Ο εργαζόμενος μετατρέπεται σιγά-σιγά σε επιχειρηματία του εαυτού του, της εργατικής του δύναμης, δίχως καμμιά δυνατότητα συνδικαλιστικής ή άλλης εκπροσώπησης. Η ίδια η εργασιακή σχέση χάνει το ιδιαίτερο καθεστώς που είχε κατακτήσει μέχρι σήμερα για να μεταβληθεί στην πράξη πρώτα και κατόπιν σε επίπεδο νομοθεσίας σε μια ακόμη σχέση ιδιωτικού δικαίου. Ο εργαζόμενος δεν είναι πλέον τίποτε περισσότερο από ένας ιδιώτης που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ένα έργο έναντι συγκεκριμένου αντιτίμου. Σε λίγο ακόμη και η έννοια του μισθού θα χαθεί για να αντικατασταθεί με την πολλαπλά μεθερμηνευόμενη έννοια της αμοιβής.
Πολύ σύντομα οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι δεσμευτικές συλλογικές συμβάσεις θα αποτελέσουν παρελθόν για την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Έτσι ή αλλιώς έχει ήδη συμβεί αυτό στον ιδιωτικό τομέα, όπου στην πράξη δεν υπάρχει κανενός είδους κατοχύρωση ή προστασία. Μαζί μ’ αυτές θα χαθούν και τα συνδικάτα. Ολόκληρος ο παραδοσιακός τρόπος συγκρότησης των συνδικάτων στην Ελλάδα χάνει το αντικείμενό του. Ιδίως σε συνθήκες μιας μόνιμης τεράστιας ανεργίας, η οποία επισήμως ξεπερνά τις 600 χιλιάδες και ανεπίσημα τους διπλάσιους απασχολούμενους. Η ίδια η εργατική τάξη της χώρας βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όταν ουσιαστικά ένας στους τρεις μισθωτούς βρίσκεται σε κατάσταση μερικής ή ολικής ανεργίας, είναι μάλλον αστείο να μιλά κανείς για οργανωμένη τάξη. Και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι με τέτοια ανεργία κανείς εργαζόμενος δεν μπορεί να νιώθει ασφαλής, ούτε μπορεί στα σοβαρά να διεκδικήσει κάτι καλύτερο για τον εαυτό του και το σύνολο.

 

Η φτώχεια και η ανέχεια ως οικονομικό κίνητρο


To σύστημα της μισθωτής εργασίας γεvvήθηκε όταv η εργατική δύvαμη απέκτησε τηv ιδιότητα τoυ εμπoρεύματoς. Στην αρχαιότητα ο θύτης, αυτός δηλαδή που λόγω ανέχειας αναγκαζόταν να δουλέψει για άλλον, ήταν συνώνυμο της πιο απόλυτης εξαχρείωσης. Συχνά σε χειρότερο επίπεδο από τον δούλο. Με την «οικονομία της αγοράς» αυτό το πιο εξαχρειωμένο σύστημα βιοπορισμού του ανθρώπου μετατράπηκε σε κανόνα επιβίωσης για την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού.
Τo σύστημα της μισθωτής εργασίας εvώ συvέτριψε όλες τις πρoηγoύμεvες δoξασίες, όλες τις πρoηγoύμεvες ρoμαvτικές αυταπάτες για τηv «πρoσωπική δoυλιά» και τα oφελήματά της, τις θρησκευτικές αγκυλώσεις και τις ηθικές αvαστoλές, έφερε μαζί τoυ τηv δική τoυ ξεδιάvτρoπη ηθική: Για πρώτη φoρά η πείvα, η αvέχεια, η άμεση φυσική και κοινωνική εξαθλίωση τεράστιωv μαζώv απoτέλεσαv τo πρώτο και καθoριστικό στoιχείo για τηv αvάπτυξη τoυ σύγχρovoυ πoλιτισμoύ της κεφαλαιoκρατικής ιδιoκτησίας και της μισθωτής εργασίας.
Έως τότε η φτώχεια και η εξαθλίωση απεικόνιζαν τα όρια της κoιvωvίας, απoτελoύσαv τηv απόδειξη πως η κoιvωvία δεv διαθέτει τηv απαιτoύμεvη παραγωγική ικαvότητα για vα θρέψει τov πληθυσμό της. Η φτώχεια, δηλαδή, ήταv απoτέλεσμα της έλλειψης πoλιτισμoύ, τoυ χαμηλoύ επιπέδoυ αvάπτυξης τωv παραγωγικώv ικαvoτήτωv της κoιvωvίας. Αvτίθετα, στο σύστημα μισθωτής εργασίας η μαζική φτώχεια και η εξαθλίωση απoτελεί τη βασική προϋπόθεση για τηv αvάπτυξη τoυ πoλιτισμoύ, για τηv αvάπτυξη τωv παραγωγικώv ικαvoτήτωv και των δυvατoτήτωv της κoιvωvίας. Απoτελεί, δηλαδή, τo φυσικό πλαίσιo, τo κoιvωvικό κίvητρo για τηv ύπαρξη της περιλάλητης «αγοράς εργασίας» και κατά συvέπεια της αvάπτυξης τoυ αστικoύ πoλιτισμoύ.
Στα πρώτα ιστορικά βήματα του καπιταλισμού η αξία του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» δεν αντιστοιχούσε σε τίποτε περισσότερο από τις φυσικές ανάγκες του μεμονωμένου εργάτη, δηλαδή σ’ αυτά που χρειαζόταν ο εργάτης «για να ζει, να εργάζεται και να διαιωνίζεται.»[1] O μεγάλος φυσιοκράτης και υπουργός οικονομικών των Λουδοβίκων, Τυργκό, έγραφε προς τα τέλη του 18ου αιώνα: «Ο κοινός εργάτης που δεν έχει παρά μόνο τα χέρια του και την τέχνη του, κατορθώνει ν’ απολαμβάνει κάτι μόνο εφόσον καταφέρνει να πουλήσει σ’ άλλους την εργασία του. Την πουλά περισσότερο ή λιγότερο ακριβά, αλλά αυτή η τιμή, όσο κι αν είναι περισσότερο ή λιγότερο υψηλή ή χαμηλή, δεν εξαρτάται μονάχα απ’ τον ίδιο: προκύπτει απ’ την συμφωνία που συνάπτει μ’ εκείνον που καταβάλει το τίμημα για την εργασία του. Ο τελευταίος τον πληρώνει όσο πιο λίγο μπορεί και καθώς έχει την δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε μεγάλο αριθμό εργατών, προτιμά αυτόν που δουλεύει με τα λιγότερα. Οι εργάτες επομένως είναι αναγκασμένοι να μειώσουν την τιμή, καθώς βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Σε κάθε είδους εργασία δεν μπορεί να μην συμβεί και πραγματικά αυτό συμβαίνει έτσι ώστε ο μισθός του εργάτη να περιορίζεται στα όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την δική του συντήρηση.»[2] Ήταν η εποχή που οι μεγάλες μάζες της φτωχολογιάς της υπαίθρου και των πόλεων, μετατρέπονταν με την βία σε κοινούς εργάτες, στοιβαγμένοι μέσα σε βιομηχανικά γκέτο και σε ποικίλα άσυλα για φτωχούς, που τα αποκαλούσαν «κοινωνικά νεκροταφεία» ή «ζωντανούς τάφους». Ο Κάρολος Ντίκενς, αλλά κι άλλοι συγγραφείς αυτής της εποχής, απέδωσαν με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο την πρωτόγνωρη αθλιότητα, που χαρακτήριζε την περίοδο αυτή γένεσης της εργατικής τάξης.
Όταν, όμως, ο απλός εργάτης λυτρώθηκε από την προσωπική του εξάρτηση στον συγκεκριμένο εργοδότη, βγήκε από τα γκέτο και γλύτωσε από τα άσυλα για φτωχούς, αντιμετώπισε την ανελέητη πραγματικότητα της «ελεύθερης αγοράς». Τότε βρέθηκε μπροστά στην ανάγκη ν’ αντιδράσει στα μεγάλα ρίσκα και στους συντριπτικούς κινδύνους, που αντιμετωπίζει όποιος κινείται στην αγορά και ιδίως όποιος «φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο το δικό του τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το – γδάρσιμο»[3]. Να βρει, δηλαδή, τρόπους να συνυπολογιστεί στην «τιμή της εργασίας» του, ο κίνδυνος να μείνει ανήμπορος από εργατικό ατύχημα, ο κίνδυνος να μείνει άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο κίνδυνος ν’ αρρωστήσει και να μείνει χωρίς δουλειά κι ο κίνδυνος της απόλυτης εξαθλίωσης όταν γέρος κι ανήμπορος δεν θα μπορεί πλέον να συντηρεί τον εαυτό του.
Έτσι γεννήθηκε το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης, ως αναγκαία αμυντική διεκδίκηση όχι απλά του μεμονωμένου εργάτη, αλλά του συνόλου της τάξης. Μια αμυντική διεκδίκηση όχι μόνο ή κύρια ενάντια στην απληστία της εργοδοσίας, αλλά πρωταρχικά ενάντια στην έμφυτη ασυδοσία της αγοράς γενικά. Αν με τα αιτήματα για καλύτερο μεροκάματο, λιγότερες ώρες δουλειάς και καλύτερες συνθήκες εργασίας, η εργατική τάξη στράφηκε ενάντια στο κεφάλαιο ως εργοδοσία, με το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης στράφηκε ενάντια στην ίδια τη βάση ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την ίδια την αγορά. Μόνο έτσι η αξία της «εργατικής δύναμης», τα όρια αναπαραγωγής της «ικανότητας προς εργασία», λυτρώθηκαν από το επίπεδο των φυσικών αναγκών επιβίωσης του μεμονωμένου εργάτη και τέθηκαν σε νέα βάση, σε συλλογική κοινωνική βάση, δηλαδή στη βάση των συλλογικών κοινωνικών αναγκών της εργατικής τάξης.
Η διεκδίκηση της κοινωνικής ασφάλισης λειτούργησε αποφασιστικά ώστε οι εργάτες να υπερβούν την μεμονωμένη διαπραγμάτευση των όρων πώλησης της προσωπικής τους εργατικής δύναμης. Ο εργάτης συνειδητοποίησε ότι η διαιώνισή του δεν μπορεί να ‘ναι το ίδιο «όπως διαιωνίζεται με την αναπαραγωγή του είδους κάθε έμβιο ον.»[4] Αντίθετα, αν ήθελε να γλυτώσει απ’ την καταθλιπτική μιζέρια, που τον καταδικάζει το «μεροδούλι-μεροφάι», έπρεπε άμεσα κι αποφασιστικά να δέσει οργανικά τ’ ατομικά του συμφέροντα κι ανάγκες, με τις συλλογικές κοινωνικές ανάγκες και συμφέροντα της δικής του ιδιαίτερης τάξης. Μόνο σ’ αυτή τη βάση θεμελιώθηκε η συνείδηση σε πλατιά στρώματα εργατών για την ανάγκη οργάνωσής τους στο συνδικάτο, όχι απλά σαν συλλογική άμυνα απέναντι στην εργοδοσία, αλλά σαν κάτι πολύ περισσότερο: ως συγκροτημένη έκφραση μιας ιδιαίτερης κοινωνικής τάξης, των πωλητών του εμπορεύματος εργατική δύναμη, με ιδιαίτερες συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα. Έτσι ο εργάτης μπόρεσε να ξεπεράσει την κατάσταση «υποζυγίου», στην οποία τον είχε καταδικάσει εξαρχής το κεφάλαιο κι άρχισε να μετατρέπεται σε κοινωνικό υποκείμενο.
Απ’ αυτή την άποψη δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα πρώτα συλλογικά μέτρα κοινωνικής ασφάλισης, αναπτύχθηκαν απ’ τα ίδια τα εργατικά συνδικάτα ήδη απ’ τον 18ο αιώνα. Πρόκειται στην ουσία για «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», που αναλάμβαναν την συντήρηση των αρρώστων, των ηλικιωμένων, μαζί και τις χήρες με τα ορφανά. Η συγκρότηση πανεθνικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, κυρίως τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα συνδεόταν οργανικά και με την ανάγκη για ισχυρά «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», που θα κάλυπταν το σύνολο της εργατικής τάξης. Έτσι, στην προγραμματική διακήρυξη του «Μεγάλου Εθνικού Ενοποιημένου Συνδικάτου» (Grand National Consolidated Trades Union), που δημιουργήθηκε απ’ τους ίδιους τους εργάτες τον Φεβρουάριο του 1834 στο Λονδίνο, ως συλλογική οργάνωση των επιμέρους συνδικάτων κι εργατικών οργανώσεων της εποχής, διαβάζουμε: «Μεγάλα πλεονεκτήματα πρόκειται να προκύψουν απ’ την δημιουργία, σε κάθε περιφερειακό τομέα, ενός ταμείου για την υποστήριξη των αρρώστων και των ηλικιωμένων.»[5]
Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή που η εργατική τάξη έκανε τα πρώτα βήματά της στην «απόσπασή» της απ’ τις υπόλοιπες τάξεις, στρώματα και θεσμούς της αστικής κοινωνίας κι έτσι θεωρούσε πως μπορούσε να «λύσει» τα προβλήματά της μόνο κι αποκλειστικά με «ίδια μέσα». Κάτι άλλωστε που αποτελεί και μια από τις πρώτες εκδηλώσεις ενός χαρακτηριστικού ταξικού φιλότιμου, μιας ιδιαίτερης υπερηφάνειας κι αξιοπρέπειας της τάξης, η οποία θεωρούσε ότι είναι στοιχειώδης υποχρέωσή της να στηρίξει τα «δικά της» αδύναμα μέλη, παρά να τ’ αφήσει έρμαια της φροντίδας της επίσημης κρατικής ελεημοσύνης, της ιδιωτικής φιλανθρωπίας και των «ανθρώπινων αποθηκών», όπως πολύ εύστοχα αποκαλούσαν τα φτωχοκομεία.
Από τότε η ίδια η κοινωνική ασφάλιση αποτελούσε για κάθε εργάτη μια άμεση, συνεχής πρακτική εκδήλωση της ταξικής του αλληλεγγύης, όχι μόνο ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της τάξης του, αλλά κι ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές της τάξης του. Η καταβολή απ’ το δικό του προσωπικό υστέρημα στο «κοινό ταμείο», ήταν και παραμένει η έμπρακτη απόδειξη αυτής της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στον μεμονωμένο εργάτη και την τάξη του, αποτελεί την πρακτική επιβεβαίωση της οργανικής σύνδεσης των δικών του προσωπικών αναγκών και συμφερόντων, με τις συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα της τάξης του. Αυτή τη πρακτική εκδήλωση της ταξικής αλληλεγγύης μέσα απ’ την κοινωνική ασφάλιση, ήταν κάτι που μέτρησε ιδιαίτερα το κεφάλαιο και το κράτος του, όταν αναγκάστηκε να εξετάσει στα σοβαρά την αναγκαιότητα εφαρμογής «κοινωνικής πολιτικής».
Ωστόσο, όταν ο ανελέητος χαρακτήρας της «ελεύθερης αγοράς» ποδοπάτησε τις αρχικές ουτοπικές προσδοκίες της εργατικής τάξης, τότε αυτή συνειδητοποίησε ότι τα διαθέσιμα «ίδια μέσα» της τάξης, οι συγκροτημένες «αδελφότητές» της, αλλά και τα διάφορα «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», δεν ήταν καθόλου αρκετά για ν’ αντιμετωπιστεί – πόσο μάλλον να ξεπεραστεί – η κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, το φάσμα της ανέχειας, που την στοιχειώνουν εξυπαρχής. Άρχισε, λοιπόν, να συνειδητοποιεί την ανάγκη επίμονης συλλογικής και οργανωμένης πάλης για την διεκδίκηση όλων εκείνων των αναγκαίων πόρων και μέσων, που είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση των πιο άμεσων κι επειγόντων προβλημάτων της. Κι έτσι οι έως τότε οργανωμένες «αδελφότητες» της εργατικής τάξης, μετατράπηκαν σε πλατιές μαχητικές διεκδικητικές οργανώσεις, σε πραγματικά συνδικάτα της τάξης – όργανα της ταξικής πάλης.
Έτσι σφυρηλατήθηκε η άποψη στους εργάτες ότι η κοινωνική ασφάλιση είναι αποκλειστικά δική τους υπόθεση κι επομένως η συνολική της διαχείριση αφορά αποκλειστικά τους ίδιους και τα συνδικάτα τους. Την εργοδοσία και το κράτος δεν τους αφορούσε παρά μόνο στον βαθμό της εξοικονόμησης «πρόσθετων πόρων». Έτσι έθεσε τα θεμέλια η μισθωτή εργασία για την συγκρότησή της σε οργανωμένη τάξη, που προϋπέθετε την οργάνωσή της σε συνδικάτα και την εξασφάλισή της απέναντι στην ανέχεια και την ανεργία. Σήμερα κλείνει ο ιστορικός κύκλος με την εργατική τάξη να κινδυνεύει να τα χάσει όλα.

Η εργασία ως κόστος της επιχείρησης

Στα 1786 ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του δόγματος της «ελεύθερης αγοράς», ο εξαιρετικά προσφιλής στα αστικά σαλόνια της εποχής αιδεσιμότατος Τζόζεφ Τάουνσεντ, έγραφε: «Φαίνεται να συνιστά νόμο της φύσης το γεγονός ότι οι φτωχοί πρέπει να είναι ως ένα βαθμό δίχως προστασία… Όταν κάποιος αισθάνεται ή φοβάται την πείνα, η επιθυμία να κερδίσει το ψωμί του προδιαθέτει ήσυχα το νου να αντιμετωπίσει τις πιο μεγάλες δοκιμασίες και γλυκαίνει ακόμη και την πιο σκληρή δουλειά.»[6] Πειθάρχηση των εργαζομένων με όπλο την πείνα, αυτή είναι η φύση της «ελεύθερης αγοράς» από τον 18ο αιώνα έως σήμερα. Γι’ αυτό και η δημοκρατία που βασίζεται σε τέτοιους «φυσικούς νόμους», δεν μπορεί παρά να «αποτελεί το ίδιο και το αυτό με την πλουτοκρατία», όπως έγραφε στα 1918 ο Οσβαλντ Σπένγκλερ.[7]
Ολόκληρη η δομή και η συγκρότηση της εργατικής τάξης δημιουργήθηκε ιστορικά για να αντιταχθεί σ’ αυτήν την χειραγώγηση με όπλο την πείνα και την ανέχεια. Σήμερα επιστρέφουμε στο ίδιο σημείο. Μετά την επιβολή της ευλύγιστης εργασίας, περάσαμε από τους απασχολήσιμους στους επιχειρηματίες της εργατικής δύναμης, που εργοδότης τους είναι η ίδια η αγορά εργασίας και εργάζονται όταν υπάρχει δουλειά και για όσο υπάρχει δουλειά. Το κυνήγι του μεροκάματου, η δεύτερη δουλειά, τα ατελείωτα ωράρια, οι διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις, δεν αφήνουν περιθώρια ούτε καν για ελεύθερο χρόνο. Σήμερα, τουλάχιστον 7 στους 10 Έλληνες δεν διαθέτουν καθόλου ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό τους και για την οικογένειά τους. Η ζωή τους εκτός εργάσιμου ωραρίου είτε είναι προέκταση της δουλειάς, είτε είναι τόσο λίγη όπου μόλις και μετά βίας μπορούν να ανταπεξέλθουν στις βασικές υποχρεώσεις του νοικοκυριού τους και να ξεκουραστούν. Για το σημερινό εργαζόμενο το 24ωρο γίνεται όλο και πιο στενό για να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ταυτόχρονα όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αναγκάζονται να εργάζονται στις άδειές τους, μιας και οι διακοπές αποτελούν ένα ολοένα και πιο μακρινό όνειρο, ιδίως για την εργατική οικογένεια. Η πλειοψηφία των Ελλήνων εργαζομένων σήμερα πηγαίνει διακοπές λιγότερο τακτικά και για μικρότερο διάστημα, απ’ ότι συνέβαινε μια γενιά πριν. 
Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι μόνο ανύπαρκτος, αλλά δέχεται και μια ανοιχτή επίθεση συκοφάντησης. Ο χρόνος μακριά από τη δουλειά, έξω από τον εξαναγκασμό του βιοπορισμού, θεωρείται πολυτέλεια, ή στην καλύτερη περίπτωση ένα αναγκαίο κακό για την αναπλήρωση των χαμένων δυνάμεων του εργαζόμενου. Η διεκδίκηση του ελεύθερου χρόνου αντιμετωπίζεται περίπου ως συνώνυμο της τεμπελιάς. Στον εργαζόμενο σήμερα δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο δυο βασικές ανάγκες, η ανάγκη για δουλειά και η ανάγκη για επιβίωση. Με αυτόν τον τρόπο ο εργαζόμενος χάνει την ανθρώπινη υπόστασή του και υποβαθμίζεται σε κατάσταση υποζυγίου. Την ίδια ώρα οι ανάγκες για ψυχαγωγία, πολιτισμό και επικοινωνία γίνονται αντικείμενα της πιο αισχρής διαστροφής και εκμετάλλευσης προς όφελος του κέρδους.
  Πολύ σύντομα ακόμη και τα τελευταία ψήγματα κοινωνικής ασφάλισης που έχουν απομείνει θα εξαφανιστούν. Οι συντάξεις θα υποβαθμιστούν στο επίπεδο μιας ελάχιστης κοινωνικής παροχής. Δεν υπάρχουν πια κοινωνικά δικαιώματα που είναι κατοχυρωμένα για όλους τους εργαζόμενους, παρά μόνο μια άθλια φτωχοπρόνοια για όσους «έχουν πραγματικά ανάγκη», η οποία εξαρτάται από την εκάστοτε κρατική και ιδιωτική φιλανθρωπία.   
Έχουμε φτάσει σε μια εποχή όπου η βαθιά κρίση της κεφαλαιοκρατίας αδυνατεί να εξασφαλίσει ακόμη και τα ελάχιστα μέσα προς το ζην για τον εργαζόμενο. Ο μισθός, η αμοιβή της εργασίας δεν μπορεί πλέον να καλύψει ούτε καν τις βασικές ανάγκες του εργαζόμενου και της οικογένειάς του. Γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζεται πλέον από το κράτος και την εργοδοσία ως μέσο βιοπορισμού, αλλά αποκλειστικά και μόνο ως στοιχείο του επιχειρηματικού κόστους. Η βιωσιμότητα της επιχείρησης είναι πέρα και πάνω από την βιωσιμότητα του εργατικού νοικοκυριού. Κι έτσι έχουμε την εξής απόλυτη διαστροφή: δεν είναι οι επιχειρήσεις και η οικονομία που πρέπει να προσαρμοστούν στις ανάγκες βιοπορισμού της εργαζόμενης κοινωνίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο.
Η ίδια η έννοια της οικονομίας έχει ταυτιστεί με τις επιχειρήσεις και επομένως όλες οι ανάγκες της κοινωνίας μετρούνται με βάση τα κόστη και τα οφέλη που προσθέτουν στις επιχειρήσεις. Η ίδια η ιδιωτική επιχείρηση έχει μεταβληθεί επίσημα πια σε πρότυπο οργάνωσης της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής. Ο ολοκληρωτισμός που αναδύει αυτή η πρακτική κάνει τις χούντες και τα φασιστικά καθεστώτα να μοιάζουν παρωχημένα.


[1] William Petty, Political Economy of Ireland, London, 1672, σ. 64.
[2] Turgot, Anne Robert Jacques, Baron De L’ Aulne, Reflections on the Formation and the Distribution of Riches (1770), 1898, σ. 8.
[3] Κάρλ Μάρξ, Το Κεφάλαιο, τομ. πρώτος (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1978), σελ. 189
[4] W. Petty, ο.π.
[5] M. Beer, A History of British Socialism, vol. I, (London: G. Bell & Sons, 1929), p. 342.
[6] Joseph Townsend, A Dissertation on the Poor Laws by a well-wisher to Mankind, 1786, σ. 35.
[7] Oswald Spengler, The Decline of the West, vol. two, p. 401.



ΜΕΡΟΣ  Α΄ 

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ

Η κόκκινη Ροζα χάθηκε και αυτή
Κανεις δεν ξέρει που το κορμι της παραχώσαν
Ελεγε την αλήθεια στους φτωχούς
Γι'αυτό και οι πλούσιοι την σκοτώσαν

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Όχι στο κλείσιμο του περιοδικού ΔΙΦΩΝΟ

Όχι στο κλείσιμο του περιοδικού ΔΙΦΩΝΟ PDF Print E-mail
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καταγγέλλει το κλείσιμο του ιστορικού μουσικού περιοδικού «Δίφωνο» από την εταιρεία Best End ιδιοκτησίας του Ομίλου Γιαννίκου. Ενός περιοδικού που κυκλοφορεί από το 1995 και αναμφισβήτητα έχει προσφέρει πολλά στο Ελληνικό τραγούδι και τα εγχώρια πολιτιστικά δρώμενα. Αυτή η απόφαση μάλιστα έρχεται σε συνέχεια του κλεισίματος τόσο του ιστορικού εντύπου «Ποπ & Ροκ», όσο και του «Όασις» που ανήκουν στην ίδια εταιρεία. Ο Όμιλος Γιαννίκου, από τους μεγαλύτερους στο χώρο της ψυχαγωγίας και του θεάματος, ο οποίος έχει στην ιδιοκτησία του θέατρα, δισκογραφικές εταιρείες, εκδοτικό οίκο, περιοδικά και εφημερίδα, ραδιοφωνικούς σταθμούς και συμμετοχή σε τηλεοπτικό κανάλι, δεν δίστασε να κλείσει ένα ιστορικό περιοδικό, χωρίς να δώσει καμία εξήγηση για τους λόγους διακοπής της έκδοσης στους εργαζομένους, στο κοινό και τους ανθρώπους του πολιτισμού. Το ίδιο είχε πράξει λίγο καιρό πριν και ο ΔΟΛ κλείνοντας τα «Ελληνικά Γράμματα» και ακυρώνοντας την καθημερινή έκδοση της εφημερίδας «Το Βήμα».
Αυτό είναι το αποτέλεσμα του εναγκαλισμού του πολιτισμού από το μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο απαξιώνει και πετά σαν στυμμένη λεμονόκουπα κάθε Μέσου (μαζί με τους εργαζόμενους σε αυτό), που δεν εντάσσεται στην επιδίωξη της μεγιστοποίησης των κερδών. Στην πράξη οδηγεί στην εξαφάνιση κάθε ποιοτικής προσπάθειας και στην ανάπτυξη Μέσων αμφιβόλου πολιτιστικής και αισθητικής αξίας. Το κλείσιμο του περιοδικού «Δίφωνο» είναι ένα ακόμη χτύπημα σε βάρος των εργαζομένων στα Μίντια, αλλά και των ανθρώπων του πολιτισμού που αγωνίζονται ενάντια στην ευτέλεια και το εφήμερο.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμπαραστέκεται στον δίκαιο αγώνα των εργαζομένων του Δίφωνου, για να μην κλείσει το περιοδικό και να καταβληθούν άμεσα τα δεδουλευμένα στους συντάκτες του.
Καλεί την ΕΣΠΗΤ και τα υπόλοιπα σωματεία στο χώρο του Τύπου να καταδικάσουν το γεγονός, οργανώνοντας μαζί με τους εργαζόμενους του Δίφωνου την πάλη για την αποτροπή του.
Καλεί τους διανοουμένους, τους καλλιτέχνες και το κοινό να καταδικάσουν το κλείσιμο του περιοδικού.
Θα στηρίξει την προσπάθεια για ένα Δίφωνο των εργαζομένων και των ανθρώπων του πολιτισμού.

Κάλεσμα οργανώσεων για κινητοποίηση στην Κερατέα

Κάλεσμα οργανώσεων για κινητοποίηση στην Κερατέα PDF Εκτύπωση E-mail
15.01.11
simees_3.gifΟι κάτοικοι της Κερατέας έχουν ξεκινήσει, από τις 11 του Δεκέμβρη, έναν αποφασιστικό αγώνα ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης για εγκατάσταση χωματερής στην περιοχή του Οβριοκάστρου. Με όποιο τρόπο κι αν την ονοματίζουν (ΧΥΤΑ ή ΧΥΤΥ), η χωματερή που σχεδιάζεται να γίνει εκεί, δίπλα σε κατοικημένη περιοχή, αποτελεί ένα περιβαλλοντικό έγκλημα που θα υποβαθμίσει σοβαρά την καθημερινή ζωή των κατοίκων της περιοχής των Μεσογείων ευρύτερα, όπως συμβαίνει και σε μιά σειρά άλλες, κατοικημένες περιοχές της Αττικής, αλλά και της χώρας. Καμιά μέριμνα δεν έχει ληφθεί για τις υγειονομικές συνθήκες που θα επικρατήσουν μετά την εναπόθεση τόνων σκουπιδιών σε μια ήδη επιβαρυμένη περιβαλλοντικά περιοχή.
 Αποτελεί απάτη το γεγονός πως ο καταστροφικός αυτός «μονόδρομος» διαχείρισης των απορριμμάτων, όπου εναποτίθενται τα απορρίμματα σε μεγάλες εκτάσεις, θα αποτελέσει και τη λύση του προβλήματος των σκουπιδιών. Στην πραγματικότητα στήνεται ένα μεγάλο φαγοπότι των εργολάβων και των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, «για την εκμετάλλευση των απορριμμάτων», με τη διάλυση των αντίστοιχων λειτουργιών των δήμων (απολύσεις προσωπικού, περικοπές -λόγω Καλλικράτη- κλπ.) και την ιδιωτικοποίησή τους, παράλληλα με τη μετακύλισή του αυξημένου κόστους με αύξηση τελών των δημοτών. Στο βωμό του μέγιστου κέρδους καλείται να θυσιαστεί η υγεία, η καθημερινή ποιότητα ζωής, καθώς και το φυσικό περιβάλλον.
Το ζήτημα των σκουπιδιών αποτελεί άλλον έναν κρίκο στην αλυσίδα της πολιτικής της κυβέρνησης, ΕΕ και ΔΝΤ, για την κατάργηση κάθε κοινωνικής υπηρεσίας και την ιδιωτικοποίησή της (Παιδεία, Υγεία, Πρόνοια κλπ.), και συνολικά τη λεηλασία των δικαιωμάτων των μισθών και της ζωής των εργαζομένων, παράλληλα με τη λεηλασία της φύσης και του περιβάλλοντος.
 Ο αγώνας των κατοίκων της Κερατέας αντιμετωπίζεται με πρωτοφανή καταστολή, με ΜΑΤ, χημικά, δολιοφθορές σε μηχανήματα και Ι.Χ., έως και με αύρες και πλαστικές σφαίρες, με απειλές, προσαγωγές και συλλήψεις, με ένα πρωτοφανές όργιο κρατικής τρομοκρατίας, όπου ένας ιδιότυπος στρατός κατοχής βρίσκεται επί 24ώρου βάσεως στην περιοχή του Οβριοκάστρου, παρεμποδίζοντας τη διέλευση στον οποιονδήποτε. Ένα όργιο που κουρελιάζει και τα πιο στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα.
Την ίδια στιγμή ο δίκαιος και σκληρός αγώνας που δίνεται από το τοπικά κίνημα αποσιωπάται συνειδητά από τα επίσημα Μ.Μ.Ε., που συναινούν βεβαίως με την κυβέρνηση και τους μεγαλο-εργολάβους.
 Σήμερα, τη στιγμή που η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. -με τη στήριξη της Ν.Δ. και του ΛΑ.Ο.Σ. - έχει εξαπολύσει μια άγρια καθημερινή επίθεση ενάντια στα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των εργαζομένων, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και της νεολαίας, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του Δ.Ν.Τ. και της Τρόικας, αποκτά εξαιρετική σημασία η αλληλεγγύη και συμπαράσταση σε αγώνες τοπικών κινημάτων περιοχών και η δυνατότητα νίκης τους. Γιατί θα αποτελέσει πολύ ισχυρό θετικό κίνητρο ανάπτυξης αποφασιστικών αγώνων και θα αφυπνίσουν τα τοπικά κινήματα περιοχών που αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα, αλλά και των εργαζομένων και της νεολαίας απέναντι στην καθημερινή επίθεση που δέχονται.
Οι παρακάτω οργανώσεις και συλλογικότητες, που συνυπογράφουμε το κείμενο αυτό, καλούμε σε:
Διαδήλωση αλληλεγγύης στον αγώνα των κατοίκων της Κερατέας, την Κυριακή 16/1.
Συγκέντρωση στο Δημαρχείο Κερατέας, στις 11.00 πμ.
Αναχώρηση πούλμαν από Αθήνα: 9.30 πμ Πεδίο του Άρεως (Άγαλμα Αθηνάς)
Θα υπάρχει πουλμανάκι από τον Σταθμό Μετρό/Προαστιακού στο Κορωπί
ΑΚΟΑ, ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α, ΑΡ.ΑΝ, ΑΡ.Α.Σ., Δ.Ε.Α., Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, ΕΚΚΕ, ΚΚΕ (μ-λ),  ΚΟΕ, Κοκκινο, Κομμουνιστική Ανανέωση, Μ-ΛΚΚΕ, Ν.Α.Ρ., ν.ΚΑ, Νεολαία Συνασπισμού, Ξεκίνημα, Ο.Κ.Δ.Ε., Ο.Κ.Δ.Ε. - Σπάρτακος, ΣΕΚ.

Οι ιστορικές ευθύνες της Αριστεράς και η πρόταση διεξόδου

Οι ιστορικές ευθύνες της Αριστεράς και η πρόταση διεξόδου

[Αναδημοσίευση]
Συνέντευξη Στάθη Κουβελάκη στην ΙΣΚΡΑ

Ο Στάθης Κουβελάκης, αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο King’s College του Πανεπιστήμιου του Λονδίνο και γνωστός στην Αριστερά για την αγωνιστική διαδρομή του και τις ρηξικέλευθες καινοτόμες απόψεις του, είχε την καλοσύνη να παραχωρήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα και σχεδόν εφόλης της ύλης συνέντευξη στην ΙΣΚΡΑ, η οποία νομίζουμε ότι, ανεξάρτητα από συμφωνίες ή διαφωνίες, θα συζητηθεί, θα κεντρίσει και θα προβληματίσει. Ο Στάθης Κουβελάκης είναι μέλος του Αριστερού Βήματος.
Ολόκληρη η συνέντευξη του Στάθη Κουβελάκη έχει ως εξής:
Ερ.: Όλα δείχνουν ότι το 2011 είναι μια χρονιά ιστορικό σταυροδρόμι. Θεωρείτε ότι η ΕΕ και το ευρώ μπορεί να έχει μέλλον;
Απ.: Μπορεί να ακούγεται κοινότυπο αλλά η καινούργιο χρονιά πράγματι αναμένεται καθοριστική για τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα μας και ευρύτερα στην Ευρώπη. Ο καπιταλισμός συνεχίζει να βρίσκεται στη δίνη μιας κρίσης που επιβεβαιώνει καθημερινά το ρητό του Μαρξ ότι «το όριο του κεφαλαίου είναι το ίδιο το κεφάλαιο». Η κρίση αυτή είναι λοιπόν συστημική, έχει ένα διεθνή αν και όχι ακριβώς παγκόσμιο χαρακτήρα (η Κίνα και η Ινδία, δηλαδή το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού του πλανήτη, συνεχίζουν να έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης). Σε κάθε περίπτωση πάντως η μορφή της κρίσης διαφέρει αισθητά από χώρα σε χώρα ή από περιοχή σε περιοχή του πλανήτη. Στην Ευρώπη, η κρίση δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο στην Ιρλανδία και στην Ολλανδία, στην Ελλάδα ή τη Δανία.
Αν και η ΕΕ και το ευρώ δεν είναι αιτίες της κρίσης, που είναι μια κρίση του συστήματος, παίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στην ειδική μορφή που παίρνει σ’αυτή την περιοχή του πλανήτη. Ας αρχίσουμε από την ευρωζώνη. Η ουσία είναι το κοινό νόμισμα που δημιουργήθηκε στη βάση των συμφώνων σταθερότητας λειτουργεί σε μια τριπλή και αλλολοσυμπληρούμενη κατεύθυνση:
- καταργώντας τη δυνατότητα υποτίμησης και όντας κοινό νόμισμα διαφορετικών κρατών, χωρίς τους αντισταθμιστικούς μηχανισμούς ενός ενιαίου κρατικού προϋπολογισμού, μεταθέτει όλο το βάρος του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων στο εργασιακό κόστος, δηλαδή στους μισθούς.
- στηριζόμενο σε αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, στη τιθάσευση των πληθωριστικών πιέσεων και των μισθών, το ευρώ είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του γερμανικού κεφαλαίου. Ο παράγοντας αυτός εντείνεται από τις αρχικές ισοτιμίες, που ευνοούσαν το μάρκο. Από τη στιγμή της δημιουργία του ευρώ οι γερμανικές εξαγωγές εκτινάσσονται, τα πλεονάσματα της Γερμανίας γιγαντώνονται. Αντίθετα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία), με υψηλότερο πληθωρισμό και πιο χαλαρή μισθολογική και δημοσιονομική πειθαρχία, χάνουν σε ανταγωνιστικότητα, τα ελλείματά τους στο εμπόριο και τις τρέχουσες συναλλαγές αυξάνονται ραγδαία. Οι οικονομίες τους στηρίζονται σε «φούσκες» (κυρίως στην αγορά ακινήτων, Ισπανία, στις τράπεζες: Ιρλανδία) ή στην υπερ-κατανάλωση (Ελλάδα). Φυσικά στρέφονται όλο και περισσότερο στο δανεισμό, που είναι πρώτα και κύρια ιδιωτικός.
- Και εδώ είναι βέβαια η τρίτη πτυχή του ευρώ: ως ισχυρό νόμισμα, με αποθεματικές αξιώσεις, το ευρώ είναι επίσης κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του τραπεζικού κεφαλαίου, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας. Διευκόλυνε την επέκταση και τη διεθνοποίηση των τραπεζών, και κατέβασε το κόστος του δανεισμού, καθιστώντας τον ταυτόχρονα όπως εξηγήσαμε όλο και πιο αναγκαίο.
Με δυό λόγια, το ευρώ δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα ταξικά και γεωπολιτικά συμφέροντα: ως μηχανισμός συμπίεσης των μισθών και του κοινωνικού κράτους, και προώθησης του τραπεζικού κεφαλαίου, λειτουργεί ενοποιητικά για τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων της Ευρώπης. Γι αυτό και η παραμονή στην ευρωζώνη είναι και παραμένει στρατηγική επιλογή τους. Αντίθετα, επειδή το ευρώ δημιουργεί αποκλίσεις και πόλωση εντός της ζώνης κυκλοφορίας του, πρώτα και κύρια μεταξύ Γερμανίας και χωρών της περιφέρειας (αλλά όχι μόνο, και η Γαλλία χάνει σε ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη Γερμανία), ευνοεί ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς σε βάρος άλλων, οξύνει τις αντιθέσεις και λειτουργεί εν τέλει αποσταθεροποιητικά, ειδικά σε περιόδους κρίσης του συστήματος.
Για να το πω διαφορετικά, το ευρώ όχι μόνο παίζει κεντρικό ρόλο στην ανισότητα της έντασης της κρίσης μεταξύ χωρών του κέντρου και της περιφέρειας αλλά δημιουργεί και τις προϋποθέσεις ώστε η έξοδος από αυτήν την κρίση να πραγματοποιηθεί με πολύ καλύτερους όρους για ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς (και κατ’αρχήν για το γερμανικό) και πολύ οδυνηρότερους για άλλους (για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και σε λίγο τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας). Εννοείται πως αυτός είναι και ο πρωταρχικός στόχος του Μνημονίου: να διασωθούν οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος των χρεωγράφων του ελληνικού δημοσίου, με αντίτιμο την λατινοαμερικανοποίση της Ελλάδας.
Ερ.:  Η Ελλάδα εντός της ΟΝΕ μπορεί να ανταπεξέλθει στην κρίση και -πολύ περισσότερο- να ανοίξει νέους προοδευτικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους;
Απ.: Σ’αυτό το σημείο μπορώ να είμαι πιο σύντομος: με βάση την προηγούμενη ανάλυση, η απάντηση είναι ένα σαφέστατο όχι. Και, σε αντίθεση με όσα λέγονται από όσους θέλουν να δημιουργούν σύγχηση μέσα στην Αριστερά, αυτή η θέση δεν έχει καμμιά σχέση με τον εθνικισμό ή με την εθνική αναδίπλωση. Από μια ταξική σκοπιά, η έξοδος από το ευρώ είναι αναγκαία για το σύνολο των εργαζομένων της χωρών της ευρωζώνης. Αλλά το θέμα τίθεται πιεστικά, ως υπαρκτό πολιτικό αίτημα, στους «αδύναμους κρίκους», εκεί που οι αντιθέσεις του συστήματος εκδηλώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο, δηλαδή στην περιφέρεια, αρχίζοντας από την Ελλάδα που λειτουργεί ως πειραμοτόζωο των συνταγών κοινωνικής εξαθλίωσης και αρπαγής του πλούτου σε όφελος των ισχυρών, εντός και εκτός της χώρας μας.
Πιο συγκεκριμένα η έξοδος από το ευρώ είναι αναγκαία για να μπορέσει η Ελλάδα να προχωρήσει στις απαραίτητες μονομερείς κινήσεις που θα οδηγήσουν στην παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, ένα χρέος που είναι ούτως ή άλλως αδύνατο να αποπληρωθεί και για το οποίο ο εργαζόμενος λαός δεν φέρει καμμιά ευθύνη. Κεντρική θέση σ’αυτές τις κινήσεις, έχει η στάση πληρωμών, γιατί είναι, όπως δείχνει και η διεθνής εμπειρία, το καλύτερο, ίσως και το μοναδικό, όπλο που διαθέτουν οι οφειλέτες για να αλλάξουν προς όφελός τους το συσχετισμό δύναμης. Και η διαχείριση των άμεσων συνεπειών της στάσης πληρωμών, που δεν θα είναι ανώδυνες, απαιτεί ανάκτηση της δυνατότητας άσκησης νομισματικής σε εθνικό επίπεδο καθώς βεβαίως και την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, η επιβίωση το οποίου ούτως ή άλλως ήδη εξαρτάται από διαρκείς ενέσεις δημόσιας χρηματοδότησης, με τερράστιο βέβαιο κόστος. Αυτά τα μέτρα πρέπει βέβαια να συμπληρωθούν με άλλα, όπως ο έλεγχος των ροών κεφαλαίου, η προστασία του λαϊκού εισοδήματος από τις συνέπειες της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα και άλλα στα οποία θα επανέλθω παρακάτω.
Πρέπει να τονιστεί ότι η έξοδος από την ΟΝΕ δεν τίθεται σήμερα, από τη σκοπιά της αριστεράς και των εργαζομένων, για να πραγματοποιηθεί άμεσα ο σοσιαλισμός αλλά για να αποφευχθεί η ολοκλήρωση της ήδη συντελούμενης καταστροφής και για να εφαρμοσθούν λύσεις που, σε άλλες συγκηρίες ή ιστορικές εποχές, θα ήταν αρεστές ακόμη και σε μετριοπαθείς σοσιαλδημοκράτες. Σήμερα όμως, και από τη θέση που βρισκόμαστε, αυτές οι λύσεις ισοδυναμούν με μια μεγάλη κοινωνική μεταβολή, με ανατροπή του συσχετισμού προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Με άλλα λόγια, θέτουν το αίτημα μιας συνολικότερης αλλαγής, δηλαδή του σοσιαλισμού, με τρόπο συγκεκριμένο, ως διαδικασία επίλυσης συγκεκριμένων προβλημάτων και αντιθέσεων, και όχι ως αφηρημένα ή διακηρυκτικά.
Ερ.: Στα πλαίσια ενός τέτοιου σενάριου, ποιες είναι οι προοπτικές της Ε.Ε.; Και, πιο συγκεκριμένα, είναι δυνατή η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ εντός της ΕΕ;

Απ:Σίγουρα ένα τέτοιο ενδεχόμενο (στάσης πληρωμών και εξόδου από την ευρωζώνη), που προϋποθέτει ότι την πρωτοβουλία των κινήσεων την έχουν πλέον οι λαϊκές δυνάμεις εντός της χώρας που κινείται προς μια τέτοια κατεύθυνση, επί του προκειμένου της Ελλάδας, σημαίνει μετωπική σύγκρουση με την ΕΕ. Βέβαια ΕΕ και ευρωζώνη δεν είναι το ίδιο πράγμα, ούτε, προς το παρόν τουλάχιστον, προβλέπεται διαδικασία αποβολής μιας χώρας από την ΕΕ. Το θέμα είναι πολιτικό και όχι νομικό. Σε αντίθεση με τους «αριστερούς ευρωπαϊστές» πιστεύω πως η σύγκρουση με την ΕΕ με αυτούς τους όρους, αρχίζοντας ενδεχομένως από μια μικρή χώρα που λέει ένα μεγάλο «όχι» στις βάρβαρες συνταγές της τρόϊκας, θα δημιουργήσει μια δυναμική σε ευρωπαϊκό επίπεδο και θα λειτουργήσει προωθητικά για τους κοινωνικούς αγώνες και τις αριστερές δυνάμεις στις υπόλοιπες χώρες. Ας μην ξεχνάμε πως έστω και με άνισο τρόπο, η δημοτικότητα και αξιοπιστία της ΕΕ, του ευρώ και των υπόλοιπων πυλώνων της ονομαζόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι σήμερα στο ναδίρ, και θα ξεφτίσει ακόμη περισσότερο με το βάθαιμα της κρίσης.
Ερ:. Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα γιατί να μην προσανατολιστούμε σε μια στρατηγική αλλαγής των συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων στο εσωτερικό μιας «άλλης», πιο κοινωνικής, ΕΕ;

Απ: Πράγματι, το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι εάν η ΕΕ μπορεί να αλλάξει εκ των ένδον. Η απάντηση σ’αυτό είναι κατά τη γνώμη μου και πάλι ένα ξεκάθαρο όχι. Και αυτό για δύο λόγους.
Πρώτον γιατί για να αλλάξει, με στοιχειώδεις όρους αξιοπιστίας, ένας υπερεθνικός οργανισμός όπως η ΕΕ πρέπει να αλλάξουν με αρκετά συγχρονισμένο τρόπο οι συσχετισμοί αν όχι σε όλες τουλάχιστον στις βασικές χώρες που τον αποτελούν. Κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο απίθανο αλλά αδύνατο γιατί οι ταξικοί συσχετισμοί, και οι ίδιες οι τάξεις, συγκροτούνται και κρίνονται κατ’αρχήν σε εθνικό επίπεδο. Η διεθνής τους διάσταση είναι κρίσιμη αλλά προϋποθέτει την εθνική, που σημαίνει ότι οι ανισομέρειες στους ρυθμούς και τις μορφές της ταξικής πάλης είναι συστατικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο αυτή η πάλη αναπτύσσεται σε διεθνές επίπεδο. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η ταξική σύγκρουση τείνει να πάρει εκρηκτική μορφή στους «αδύναμους κρίκους» ενός τέτοιου υπερεθνικού μορφώματος, όχι μόνο λόγω της εγγενούς «αδυναμίας» τους αλλά και γιατι οι κυρίαρχες τάξεις των «ισχυρών» κρίκων έχουν μεγαλύτερα περιθώρια διαχείρισης των εσωτερικών τους αντιθέσεων. Περιθώρια που θα χάσουν βέβαια αν κλονιστεί η ηγεμονική διεθνής θέση τους. Με δυό λόγια, όχι μόνο δε μπορούν οι Ελληνες εργαζόμενοι να περιμένουν να αλλάξουν οι συσχετισμοί στη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρεταννία για να αντιδράσουν αλλά η καλύτερη υπηρεσία που έχουν να προσφέρουν στο εργαζόμενους αυτών των χωρών (και των υπολοίπων) είναι να δώσουν το καλό παράδειγμα, και να κλονίσουν συθέμελα το σάπιο οικοδόμημα που δίνει μια επίφαση νομιμοποίησης στις πιο αντιδραστικές πολιτικές των ευρωπαϊκών κυρίαρχων τάξεων.
Υπάρχει όπως και ένας δεύτερος λόγος που καθιστά παραπλανητική την ιδέα της αλλαγής από τα μέσα της ΕΕ. Σηκώνει ήδη πολύ συζήτηση κατά πόσο ένα εθνικό κράτος, που διαθέτει αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, αναφέρεται στη λαϊκή κυριαρχία, κατωχυρώνει κάποια στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στους πολίτες του, είναι μεταρρυθμήσιμο. Ο επαναστατικός μαρξισμός λέει πως όχι και τούτο γιατί η εξουσία της άρχουσας τάξης δεν εδράζεται πρώτα και κύρια στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, όπου οι συσχετισμοί μπορούν να ανατραπούν, αλλά σε αδιαφανείς μηχανισμούς, δηλαδή στο σκληρό πυρήνα του κράτους (κεντρική διοίκηση και κατασταλτικοί), που βρίσκεται εκτός λαϊκού ελέγχου και που θα αντιδράσει με κάθε τρόπο σε μια απόπειρα κοινωνικής ανατροπής.
Ας αφήσουμε προς το παρόν ανοιχτή αυτή τη συζήτηση. Το μόνο βέβαιο είναι όμως ότι ένας σχηματισμός όπως η ΕΕ δε διαθέτει απολύτως καμμιά από τις περιορισμένες έστω δυνατότητες μεταρρύθμισης και εκδημοκρατισμού του εθνικού κράτους. Είναι ένα υπερεθνικό μόρφωμα-υβρίδιο, ούτε υπερκράτος ούτε απλή διακρατική ένωση, που έχει ως βασικό λόγο ύπαρξης το κλείδωμα των στρατηγικών επιλογών των κυριάρχων τάξεων ενός τμήματος της Ευρώπης (γιατί «Ευρώπη» είναι βέβαια και η Ρωσσία, η Νορβηγία και η Ουκρανία), τη νομιμοποίησή τους και την προφύλαξή τους από κάθε μορφή λαϊκού ελέγχου, καταργώντας τα όποια εμπόδια θέτει σε ένα τέτοιο εγχείρημα το εθνικό πλαίσιο και οι διαμεσολαβήσεις του (κοινοβούλια, κόμματα, κοινωνικές οργανώσεις). Γι αυτό και όπως τόνισε πρόσφατα κάποιος που δεν συμφωνεί με την πρόταση για έξοδο από το ευρώ, ο νομικός και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου Κώστας Δουζίνας (βλέπε συζήτηση με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, «Εποχή», 9 Ιανουαρίου 2011), «η ΕΕ δεν έχει απλώς δημοκρατικό έλλειμα αλλά πλήρη έλλειψη δημοκρατίας». Είναι εξοργιστικό π.χ. να ονομάζεται «κοινοβούλιο» ένας θεσμός όπως η «Ευρωβουλή» που δεν διαθέτει την δυνατότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας που αποτελεί την πεμπτουσία οποιουδήποτε εθνικού κοινοβουλίου, στην οποία δε λογοδοτεί κανείς και που χρησιμεύει ως όργανο συμβολικής επικύρωσης των αποφάσεων μιας ουσιαστικά ανεξέλεγκτης Κομισιόν και ευρωγραφειοκρατίας. Ολα αυτά αποτελούν γελοιοποίηση των ίδιων των αστικών ιδεών περί κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας, ιδέες για τις οποίες στο κάτω κάτω χύθηκε πολύ αίμα και που μας απήλλαξαν από τους ελέω Θεού μονάρχες.
Οι λαοί της Ευρώπης σίγουρα αξίζουν κάτι καλύτερο από τη σημερινή ΕΕ. Αλλά για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα αυτή η «άλλη Ευρώπη» προϋπόθεση είναι η ρήξη με τη σημερινή ΕΕ, με προοπτική την διάλυσή της και την αντικατάστασή της από ένα ριζικά διαφορετικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα με σοσιαλιστική κατεύθυνση. Ουαί κι αλλοίμονο για την αριστερά αν φθάσει να συγχέει τη νομιμοφροσύνη απέναντι στους θεσμούς αυτού του αντιδημοκρατικού και νεοφιλελεύθερου εξαμβλώματος με τις ιδέες και την πρακτική του διεθνισμού και της κοινής πάλης των λαών ενάντια στους δυνάστες τους.
Ερ.: Θεωρείτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναζωογονηθεί ή ως ένα ενωτικό εγχείρημα είναι οριστικά παρελθόν με κάποιες καλές αναμνήσεις;

Απ.: Ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα: ο ΣΥΡΙΖΑ πνέει τα λοίσθια, είναι όχι μόνο ανίκανος να παράγει την οποιαδήποτε πολιτική πρόταση και παρέμβαση, σ’αυτές τις τόσο κρίσιμες συνθήκες για τη χώρα, αλλά ακόμη και να διατηρήσει τη συνοχή των επιμέρους συνιστωσών του, που εμφανίζονται βαθειά διαιρεμένες και προσφέρουν παρόμοια εικόνα αμηχανίας και παράλυσης. Συν τοις αλλοις, έχουν εμφανιστεί καινούργια και, ας μη κρυβόμαστε πίσω από τα δάχτυλό μας, ανταγωνιστικά με το ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά σχέδια, είτε αυτά λέγονται Μέτωπο Α. Α. είτε προτεραιότητα στην εκλογική συνεργασία με πασοκογενείς παράγοντες. Το ερώτημα που προκύπτει βέβαια είναι «πως φθάσαμε ως εδώ»;
Πολύ συνοπτικά θα έλεγα, παραφράζοντας αυτό που κάποτε είχε πει ο τότε γραμματέας του ιταλικού ΚΚ Ενρίκο Μπερλινγκουέρ σχετικά με την Οκτωβριανή Επανάσταση: «η προωθητική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαντληθεί». Σε τι στηριζόταν όμως αυτή η προωθητική δύναμη; Ασφαλώς στη έλξη ενός ενωτικού εγχειρήματος που συσπείρωσε δυνάμεις, μείωσε τον κατακερματισμό της πέραν του ΚΚΕ ριζοσπαστικής αριστεράς και, στη συγκυρία του 2005-2007 ειδικότερα, κατάφερε να της δώσει στοιχεία κοινωνικής γείωσης και επικοινωνίας με υπαρκτές μορφές αντίστασης. Για να γίνουν όμως όλα αυτά υπήρχαν και πολιτικά προαπαιτούμενα, εκ των οποίων το κυριότερο ήταν η σταδιακή, και κατόπιν (με την αλλαγή ηγεσίας) πιο σαφή, μετατόπιση προς τα αριστερά της βασικής δύναμης αυτής της συμμαχίας, του Συνασπισμού.
Υπήρχαν βέβαια όρια σ’αυτό το εγχείρημα και αυτά φάνηκαν όταν η συγκυρία άρχισε να αλλάζει και να θέτει νέα προβλήματα. Τέθηκε βέβαια το οργανωτικό ζήτημα, κάτι αναπόφευκτο σε ένα πλουραλιστικό εγχείρημα: και διαπιστώσαμε ότι δε βρέθηκε ικανοποιητική λύση στο θέμα της δημοκρατικής και συμμετοχικής εμβάθυνσης του σχήματος, στη δύσκολη διαλεκτική της «από τα πάνω» και «από τα κάτω» συγκρότησής του που τέθηκε πιεστικά μετά τις εκλογές του 2007 και την πρώτη πανελλαδική συνδιάσκεψη. Τότε αρχίσε να φαίνεται ότι η συγκολλητική ουσία του εγχειρήματος σε επίπεδο πολιτικής πρότασης –χονδρικά η άρνηση του κεντροαριστερού κυβερνητισμού και η σύνδεση με τα κινήματα– ήταν ανεπαρκής, και επιπλέον παρέμενε αντικείμενο έντονης και μάλιστα αυξανόμενης αμφισβήτησης από ένα κομμάτι του Συνασπισμού. Η κοινωνική και πολιτική κρίση βάθαινε, με κύριο σύμπτωμα την εξέγερση του Δεκέμβρη, σε λίγο η νέα καπιταλιστική κρίση θα συμπεράσειρε το εύθραυστο οικοδόμημα της ευημερίας που είχε στηρίξει τις εναπομείμουσες κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να παρέμβει στην μεταπιζόμενη συγκυρία, οι εσωτερικές του διαφοροποιήσεις άρχισαν να τον απορυθμίζουν. Το τελικό χτύπημα δόθηκε με την είσοδο στην εποχή του Μνημονίου. Εκεί φάνηκαν και τα όρια της αριστερής μετατόπισης ενός χώρου που αρνείται να αναμετρηθεί με ένα από τα βασικά βαρίδια που κουβαλάει από το παρελθόν, δηλαδή τον ευρωπαϊσμό.
Αναμφίβολα, για μια ολόκληρη περίοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ απετέλεσε μια θετική συνεισφορά στην υπόθεση της ανασυγκρότησης μιας μαχόμενης και κοινωνικά γειωμένης αριστεράς στη χώρα μας. Ηταν μια σοβαρή ένδειξη ότι αρχίσαμε σταδιακά να βγαίνουμε από την φάση της ήττας και της αναδίπλωσης. Αυτό συνιστά μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον. Αλλά, και θα ήθελα να είμαι σαφής σ’αυτό, η σημερινή συγκυρία, όπου παίζεται κυριολεκτικά και άμεσα το μέλλον της χώρας και η υπόσταση αυτού του λαού, έχει άλλες απαιτήσεις αλλά και άλλες δυνατότητες. Πρέπει να γυρίσουμε σελίδα.
Ερ.:  Ποιά είναι λοιπόν η προοπτική; Η σημερινή κατάσταση «όλοι εναντίον όλων» στην Αριστερά είναι αναπόφευκτη;

Απ.: Ας πούμε κατ’αρχήν το εξής: το ΚΚΕ όχι μόνο παραμένει η βασική δύναμη της αριστεράς αλλά διευρύνει και την εκλογική επιρροή. Ας σκεφτούμε μόνο προς στιγμήν πως ήταν τους ενδοαριστερούς συσχετισμούς πριν από τρία μόλις χρόνια και πως είναι τώρα, μετά τις τελευταίες εκλογές. Σ’αυτή την εξέλιξη έχει φυσικά συμβάλλει η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, η διάχυτη κοινωνική οργή που αποκτά αντισυστημική συμπεριφορά, αλλά βαραίνει επίσης, ας μην το υποτιμάμε αυτό, και το γεγονός ότι για ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του λαού το ΚΚΕ –μαζί με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά- εμφανίζεται ιστορικά δικαιωμένο στην αντίθεση του στην ΕΕ, έστω κι αν δεν προτείνει κάτι το συγκεκριμένο και αξιόπιστο.
Αυτό που θα μπορούσε λοιπόν, υπό άλλους όρους, να είναι ένα στοιχείο ανοδικής πορείας για την Αριστερά γίνεται το κεντρικό της πρόβλημα γιατί το ΚΚΕ ακολουθεί μια γραμμή ακραίου σεκταρισμού, διαρκούς περιχαράκωσης των δυνάμεών του και καλλιέργειας κλίματος ενδοαριστερού εμφύλιου. Αυτό είναι κάτι που βαραίνει αισθητά στο συνολικό συσχετισμό δύναμης. Από διαφορετικές θέσεις θα μιλούσαμε σήμερα στον αγώνα για την ανατροπή του Μνημονίου και αυτής της άθλιας κυβέρνησης αν υπήρχε μια μίνιμουμ έστω ενότητα στη δράση των αριστερών δυνάμεων στους κοινωνικούς χώρους.
Σε καμμιά περίπτωση δεν πρέπει να σταματήσουμε να εγκαλούμε το ΚΚΕ για τις ευθύνες του έναντι του εργατικού και λαϊκού κινήματος και να καλλιεργούμε τις προϋποθέσεις για την ενότητα στη δράση και στους κοινούς αγώνες. Αλλά ο καλύτερος, και ίσως ο μοναδικός τρόπος να το επιτύχουμε είναι να προχωρήσουμε σε αυτό που το ΚΚΕ δεν είναι ούτως ή άλλως σε θέση να προσφέρει, δηλαδή μια αριστερή εναλλακτική απάντηση στη σημερινή κρίση, τόσο σε επίπεδο πρότασης όσο και σε επίπεδο πολιτικού υποκειμένου που θα της δώσει σάρκα και οστά και θα τη προωθήσει.
Ερ.:  Ποιός είναι λοιπόν ο πυρήνας αυτής της πρότασης;

Απ.: Ο πυρήνας είναι η ατζέντα που έθεσα πριν: στάση πληρωμών με στόχο την επαναδιαπραγμάτευση και παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, έξοδο από την ευρωζώνη, εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχος της ροής κεφαλαίων, προστασία του λαϊκού εισοδήματος και ανασυγκρότηση του οικονομικού ιστού της χώρας με δημόσιο έλεγχο. Πέρα από τα ευχολόγια της ευρωπαϊστικής ρητορείας, που υπεκφεύγουν διαρκώς στο θέμα του χρέους και της αντιμετώπισής του, δεν έχει εξ’αλλου διατυπωθεί και καμμιά άλλη πρόταση στην ευρύτερη αριστερά. Η ελληνική κοινωνία έχει κατά τη γνώμη να επιλέξει ανάμεσα στο Μνημόνιο (ή παραλλαγές του) και σ’αυτήν την ατζέντα, δεν βλέπω καμμιά άλλη δυνατότητα.
Η πρόταση αυτή μπορεί να λειτουργήσει σε διαφορετικά επίπεδα: μπορεί να συσπειρώσει κατ’αρχήν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, που αποδεσμεύονται σήμερα από την επιρροή του δικομματισμού και περιμένουν, έστω και θολά, κάτι από την πλευρά της αριστεράς. Εχει μια γνήσια πλειοψηφική δυναμική. Μια ένδειξη μόνο: σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις τα ποσοστά που υποστηρίζουν τη στάση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ ξεπερνούν αισθητά το 20% και αυτό χωρίς να την υποστηρίζει ως τέτοια ούτε ένα κοινοβουλευτικό κόμμα. Σκεφτείτε τι δυνατότητες υπάρχουν αν, με αυτά που μας περιμένουν, υπήρχε και πολιτική έκφραση.
Μπορεί επίσης να αποτελέσει τη βάση ενός ξεκαθαρίσματος μέσα στην αριστερά, συσπειρώνοντας όσες δυνάμεις βλέπουν σ’αυτήν την ατζέντα όχι τον τελικό ορίζοντα αλλά τον πυρήνα ενός μεταβατικού προγράμματος με στόχο το σοσιαλισμό.
Ερ.: Μιλάτε δηλαδή για ένα νέο πολιτικό φορέα;

Απ.: Θα γίνω πιο σαφής και συγκεκριμένος. Ξεκινώ από μια διαπίστωση: σ’αυτήν τη βασική ατζέντα συγκλίνουν αυτή τη στιγμή, με επιμέρους αποχρώσεις (άρα κατ’αρχήν υπερβάσιμες), μια σειρά από δυνάμεις που βρίσκονται σήμερα σε διάφορους χώρους ή σχήματα. Εχουμε βέβαια το ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως τέτοιο, και η καθαρότητα με την οποία υποστήριξε αυτή την ατζέντα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εντυπωσιακή (για τα δεδομένα αυτού του χώρου) του εκλογική του επιτυχία, σε συνδυασμό βέβαια με τη γείωσή του σε μια σειρά από κοινωνικούς χώρους και μαζικές πρακτικές. Είναι όμως και το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, που με τις θέσεις του στα θέματα της ΕΕ, του χρέους και του ευρώ κυριολεκτικά άλλαξε τους όρους της συζήτησης στο σύνολο της Αριστεράς. Πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί η θαρραλέα στάση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που, αν κρίνουμε και από τη λάσπη που δέχεται από τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, αποτελεί αγκάθι για όλη την πολιτικο-μηντιακή ελίτ. Βλέπουμε επίσης να προσεγγίζουν αυτή την ατζέντα και άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ όπως η ΚΟΕ ή το Κόκκινο. Υπάρχει επίσης η πολύ σημαντική, ίσως καθοριστικής σημασίας, εμπειρία σύγλισης στους συνδικαλιστικούς χώρους δυνάμεων που δεν ήταν συνηθισμένες να βαδίζουν μαζί, στα πλαίσια του Συντονιστικού των Πρωτοβάθμιων Σωματείων. Ας σημειώσουμε επίσης την απήχηση που είχαν οι πρωτοβουλίες του Αριστερού Βήματος, που δεν είναι βέβαια πολιτικός φορέας αλλά λειτούργησε και λειτουργεί ως εργαστήρι για τη συζήτηση μιας ριζοσπαστικής αριστερής πρότασης.
Υπάρχει λοιπόν μια βάση για να ξεκινήσει κάτι και υπάρχει η τρομακτική πίεση της συγκυρίας. Εαν δε βγει από το σημερινό της τέλμα η Αριστερά θα σαρωθεί η ίδια από την κρίση. Πιστεύω πως, παρά τα εμπόδια, που παραπέμπουν στις γνωστές, εν μέρει αναπόφευκτες, οργανωτικές αγκυλώσεις, οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για μια πολιτική πρωτοβουλία μεγάλης εμβέλειας. Μια πρωτοβουλία που θα συσπειρώσει, σε μια πρώτη φάση, τις δυνάμεις που ανέφερα προηγουμένως σε ένα ενιαίο πολιτικό μέτωπο. Μια πρωτοβουλία που μπορεί να δώσει ελπίδα και προοπτική στις δυνάμεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος που διψούν για μια αγωνιστική, προοδευτική και ρεαλιστική λύση.
Οι ευθύνες μας είναι ιστορικές, ο χρόνος λιγοστός. H στιγμή των μεγάλων αποφάσεων πλησιάζει.